27.1.20

ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΑΤΣΙΟΥ: Ορεστίδος μνήμες | Ένας μικρός έφιππος


ODOS | efimerida tis Kastorias
ΟΔΟΣ 17.10.2019 | 1005

 

Εκεί χαμηλά στις ρίζες του, το ήξερε πως ήταν η λίμνη Ορεστιάδα, η λίμνη της πόλης Καστορίας, της πόλης του Κέλετρον κατ’ όνομα διττό, ως ένα και το αυτό.


Η αυλαία μας ανοίγει στους ορίζοντες της αρχαίας Ορεστίδος, σ’ ένα ιδιαίτερα γλυκό απομεσήμερο του φθινοπώρου, σε μήνα Οκτώβριο. Σε μήνα πλήρης ωρίμανσης της φύσης. Σε μήνα που τίθεται ως ο πρώτος του χρόνου για τους Μακεδόνες· που λέγεται Δίος από καταβολής, που σημαίνει λέει: διερός, βροχερός, υγρός· αλλά και μήνας αγαπημένος του υπέρτατου θεού τους, του επουράνιου Διός.

Ήδη τα πρωτοβρόχια του Σεπτέμβρη, έχουν ποτίσει βαθιά την ξεραμένη γη· τα φύλλα των δέντρων, των θάμνων, πήραν να χλομιάζουν ανάλαφρα· τα οργώματα, οι σπορές των αυτοχθόνων να είναι στην ακμή τους... ο ήλιος, ο αέρας είναι ευχάριστος όσο ποτέ· κατάχαμα η γη πρασίνιζε πάλι. Στ’ αλήθεια είναι να μαγεύεσαι από όλα, να μην ξέρεις πού να πρωτορίξεις τα μάτια σου.

Και κάπου εκεί να δεις… στα μέσα της Αργεσταίας πεδιάδας, ένας άγουρος έφιππος σιγοκάλπαζε προς την απλωσιά του νότου, κοιτάζοντας γύρω του τον απαρασάλευτο τόπο, βαθιά προς όλους τους ορίζοντες.

Από λίγο ήρθε ως τα άκρα της, ως εκεί που αρχίζει η αχνή κατωφέρεια της πεδιάδας. Εδώ σταμάτησε ολότελα, ξεπέζεψε και έκανε μερικά βήματα πέρα δώθε…

Φαινόταν ένα σαϊτεμένο αγόρι, σκουρόξανθο, με μάτια ολόφωτα, στο χρώμα της χλόης, με ωραία όψη, αρρενωπή, αθλητική, τι κι αν τόσο παιδική ακόμα, τόσο χνοδουμάγουλη· ντυμένος ήταν σε γκριζογάλαζο χιτώνα, στα πέδιλα των ποδιών του, μ’ ένα μικρό δισάκι ριγμένο στην ωμοπλάτη του.

Στ’ αλήθεια ήταν ένα αξιοθαύμαστο αγόρι, αθλογέννητο καθόλα. Ήταν να πλημμυρίζει η ψυχή σου από δέος όταν το έβλεπες, προπαντός, καταπώς αντίκριζε τις απεραντοσύνες της γης... Πως κοίταζε, γύρω του, τα τόσα και τόσα βουνά της Ορεστίδος χώρας, της χώρας του, με το μόνο άνοιγμα εμπρός του, προς το άπλωμα του νότου, νοτιοανατολικά. Και τι, ήταν μόλις ένα δωδεκάχρονο παιδί, μήτε καν άγουρος προέφηβος ακόμα.

Όμως κοίτα βλέμμα...  κοίτα με τι ωριμότητα κοίταζε τις απεραντοσύνες της γης, προς όλους τους ορίζοντες. Κι όταν ξέροντας ως τώρα, ως αυτά τα λίγα χρόνια της ζωής του, ότι μπορεί να ήρθε σ’ αυτό εδώ το μέρος ως και… χίλιες φορές, στ’ αλήθεια θα δάκρυζε η ματιά σου από σεβασμό, από δέος, από αγάπη.

Και περίεργο θα το έλεγες… πάντα στον κάθε κύκλο της ματιά του, πάντα από τα βορεινά βουνά άρχιζε· από τα βουνά του πλατύστερνου και πανύψηλου Βέρνου (του Βιτσίου). Εκεί χαμηλά στις ρίζες του, το ήξερε πως ήταν η λίμνη Ορεστιάδα, η λίμνη της πόλης Καστορίας, της πόλης του Κέλετρον κατ’ όνομα διττό, ως ένα και το αυτό.

Ανατολικά τους ακολουθούσαν τα βουνά της Κλεις-ορέων, τα βουνά της Άναξος εν όλω, ευρύερα, με το Άσκιον όρος στο βάθος πέρα τρις ανατολικά τους.

Βορειοδυτικά τους πάλι, ήταν τα βουνά των Ορεστείων, του Μαλιμάδι, του Γράμμου ολότελα δυτικά· το Βόιον όρος νοτιότερα, ο Σμόλικας, η Βασιλίτσα στο βάθος, στο θάμπος του ορίζοντα.
Να κάπως έτσι ήταν το περίγραμμα της Ορεστίδος· κάπως έτσι κυκλωνόταν γύρω της από τα τόσα και τόσα ιδιόμορφα βουνά της.

Και εδώ μέσα στα σπλάχνα τους, μια απέραντη πεδιάδα· η Αργεσταία πεδιάδα με τις… τόσες άλλες, εξ απορροής, ονομασίες της: η εστίς ορέων κατ’ αλλιώς (θεμελιωδώς), η ελευθερία γη, η αργεάδα γη, η καλλία η ανάσσα γη, η ποτάμια γη· η γη – Αργόν πεδίον, η γη – θέση από Ήλιο, η συνταυτισμένη με το κέρας της Αμαλθείας, με το γλυκό χαμόγελο της θεάς Τύχης.

Εδώ δε, μόλις μπροστά του τώρα, ως κάνα χιλιόμετρο μακριά του, στο τέλος αυτής της αχνής κατωφέρειας, το ήξερε –αλίμονο– ήταν και η σμίξη των δυο κεντρικών ποταμιών της, του γοργοστρόβιλου Αλιάκμονα και του μικρού της λίμνης Ορεστιάς. Στις όχθες τους πάνω, ακριβώς στην ευθεία της σμίξης τους, είναι θεμελιωμένος και ο μικρός οικισμός της αρχαϊκής Σμίξης, της αγαπημένης Σμίξης.

Αντίπερα πάλι, του Αλάκμονα, της Σμίξης, στο κλυτό οροπέδιο του Σήμαντρου, ήταν ο ομώνυμος οικισμός τους. Πίσω του ξαπλώνονταν άλλα μέρη της Νότιας Ορεστίδος, της Βοΐου γης· ξαπλώνονταν ως το βάθος κάτω, ώσπου έπιαναν τα όρια της Ελίμειας, τα όρια της Τυμφαίας, δυτικά τους.

Μα τι και τι να πρωτοδεί κανείς, τι να πρωτοπεί… πόσο μάλλον ένα μόλις δωδεκάχρονο παιδί. Που θαρρείς κι αυτό, σα κάτι τέτοιο να θυμήθηκε τώρα ξαφνικά. Ότι ναι, σήμερα ήταν η γενέθλια ημέρα του· μόλις σήμερα πέρασε στα δώδεκα χρόνια του.

Και παρόλο που από το πρωί ακόμη δεν είχε τίποτε άλλο στο νου του, πάλι θαρρεί πως ξαφνιάστηκε τώρα… σαν να ξεχάστηκε για λίγο, από ότι αντίκριζε μπροστά του, στους ορίζοντες της γης του. Μα ήταν να μην ξαναγυρνούσε ο νους του εκεί, στη γενέθλια ημέρα του. Και ημέρα… τις ημέρες μάλιστα, τι μήνας… σε μέρες σε μήνα διεξαγωγής των μακεδονικών Ολυμπιακών αγώνων εν Δίω Πιερίας.

Σήμερα μάλιστα ήταν η έβδομη μέρα τους. Η μέρα που ήαν αφιερωμένη στη μούσα Πολύμνια. Μέρα που ήταν δοσμένη στους ύμνους, στα εγκώμια των θεών, στον Ολύμπιο Δία κατ’ εξαίρσιν, στον προστάση των Μακεδόνων στον πανελλήνιο Ζευς.

Ήδη από προχθές ακόμα, απ’ αυτό το μέρος που ήταν τώρα, απ’ αυτόν τον ίδιο δρόμο, ως τρεις έφιπποι άνδρες της Νότιας Ορεστίδας, της πολίχνης των Λικνάδων, τους έφεραν τα νέα των αγώνων στη γενέτειρα πόλη, στο Άργος Ορεστικόν, στην βασιλίδα πόλη των Ορεστών.

Ήδη ένας δρομέας τους, της πολίχνης Καλλινίκης, αναδείχτηκε πρωταθλητής τους· κάποιοι ιππείς  τους ήρθαν στις δεύτερες θέσεις. Πράγμα που εύκολο δεν ήταν. Γιατί και οι άλλες χώρες –κράτη της Άνω και Κάτω Μακεδονίας, δεν πήγαιναν πίσω, μήτε ήταν δυο και τρεις μονάχα να πεις.

Ο μικρός έφιππος, πια, γιατί μόλις σαϊτεύτηκε πάλι στις τορνευτές πλάτες του πυρρόχροου αλόγου του, αφού για λίγο ξανακοίταξε στους ορίζοντες γύρω του, στις απεραντοσύνες της Ορεστίδος... αν για λίγο περισσότερο έμειναν τα χλοώδη μάτια του στο βάθος του νότου, αν κάτι ανάβλυσε από τα άβατα της ψυχής του, αν κάπως καθαρότερα το πρόσφερε στο νου του: Χμ...καλέ μου Αλιάκμονα, ψέλλισε, το ξέρω δα πως αν αφεθώ στη ροή σου, αν γίνει ένα μαζί σου (όπως γίνεται το μικρό ποτάμι της αδελφής σου λίμνης Ορεστιάς) από ‘δω από τις πηγές σου, από τις απαρχές της Πίνδου, θα βγω ως την εκβολή σου, παραθάλαττα...

Θα βγω πλάι στη γη –κατοικία των Ολύμπιων θεών, των Πιερίδων Μουσών, στη γη της ερατεινής Ημαθίας. Ω, της Ημαθίας, ξαναψέλλισε στερνά, στη γη της Πιερίας, στις απολήξεις της Βόρειας Πίνδου.

Και κάπου εδώ, με θολά από δάκρυα τα μάτια του, πήρε καλπάζοντας τον δρόμο του γυρισμού του, ώστε στην ώρα που τους υποσχέθηκε, να είναι σίγουρα στο σπίτι του, ώστε να είναι συνεπής στον λόγο του, όπως πάντα, όπως τον έμαθαν, όπως τους έμαθε και αυτός, ώστε η ανησυχία να μην άγγιζε καθόλου τους οικείους του.
Και πάει...


Το κείμενο είναι απόσπασμα από ανέκδοτο βιβλίο του, με τίτλο: Ο Περδίκκας Α’, βασιλεύς Ορεστίδος (ο ιδρυτής του βασιλείου των Αιγών). Το σχέδιο που συνοδεύει το κείμενο, είναι του ιδίου. 

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 17 Οκτωβρίου 2019, αρ. φύλλου 1005

1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος29/1/20

    Παραστατικό,περιγραφικό και ελληνοπρεπές. Εύγε....

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.