31/12/17

ΠΑΝΟΥ Θ. ΠΟΥΓΓΟΥΡΑ: H “αποπλάνηση” μιάς σπουδάστριάς μου



Στην σκέψη μου έρχεται εκείνο το κείμενο του Ι. Κονδυλάκη “όταν ήμουν δάσκαλος” σε ό,τι αφορά τον τίτλο μόνον. Θα μπορούσε να είναι και “οι αναμνήσεις ενός καθηγητού”.
Είμαστε στο ιατρείο-γραφείο μου, εκείνη και εγώ, η ώρα προχωρημένη, πλησιάζει οκτώ, η εργασία της δεν τελειώνει στις διορθώσεις της. Μην θεωρηθεί κομπασμός, αν πω ότι η επιλογή του καθηγητού για την εργασία του, δεν γινόταν από τον σπουδαστή, αλλά από μένα τον ίδιο, πάντα ήθελα την πτυχιακή εργασία σαν την τελευταία ευκαιρία που θα οικοδομήσει την ατέλειωτη εκτίμηση ανάμεσα καθηγητή-σπουδαστή. Η επιλογή γινόταν όχι μόνον με βάση την επίδοση που είχε ο σπουδαστής στο μάθημά μου, αλλά και το ήθος του. Ας προσθέσω και άλλο έναν κομπασμό, η ανάγνωση και η διόρθωση της εργασίας γινόταν λέξη-λέξη από τους δυό μας.
Εκείνο το βράδυ, μια και δεν τελείωνε η εργασία, μου ήρθε η ιδέα να συμπεριλάβω και την σπουδάστριά μου στο βραδινό μας πρόγραμμα. Της πρότεινα δίχως εξηγήσεις.
-Αν δεν έχεις τι άλλο να κάνεις μετά, προτείνω να έρθεις μαζί μας, για δύο περίπου ώρες μέχρι τις έντεκα.
-Που να πάμε; ρώτησε ξαφνιασμένη.
-Δεν λέω, θα είναι έκπληξη. Τηλεφώνησε μόνον να ενημερώσεις το σπίτι σου για την απουσία σου. Την άκουσα, καθώς τηλεφωνούσε, δεν γνώριζε ούτε και μάντευε κάτι. Η έγκριση δόθηκε και ήταν το τρίτο μέλος στην οικογενειακή μας έξοδο.
Ανηφορήσαμε την Βασιλίσσης Σοφίας, πρώτα το πανεπιστήμιο. Φθινόπωρο και τα δέντρα ξεφυλλισμένα, με μόνον κλαδιά και ανάμεσά τους τα αναμμένα φώτα της λεωφόρου. Την λεωφόρο της Βασιλίσσης Σοφίας τότε, Εθνικής Αμύνης μετέπειτα, ώστε να μην έχουν κανένας τους παράπονο και ο Κωνσταντίνος και ο Βενιζέλος, την περπατούσαμε φοιτητές για χρόνια.
Η σπουδάστρια συχνά ρωτούσε. Καλά που πηγαίνουμε κύριε καθηγητά; Που πηγαίνει από ‘δω ο δρόμος; Η γυναίκα μου κρατούσε σε μειδίαμα κάτι πριν το αφήσει να εκραγεί σε γέλιο και όταν η ερώτηση πήγαινε προς εκείνη, απαντούσε καθησυχαστικά. Θα δεις, θα δείς.
-Καλά, είναι ταβέρνα;
-Ό…όχι .
-Μήπως σινεμά, προς τα εδώ δεν υπάρχει θέατρο.
-Στο σιντριβάνι στρίψαμε Ανατολικά, πίσω από την Έκθεση, όπου άλλοτε ο συνοικισμός της Αγίας Φωτεινής. Η Διεθνής Έκθεση με ελάχιστα φώτα και ησυχία. Υγρασία, η νύχτα έκανε τα ρούχα μας να κουμπώνουν. Ανεβήκαμε τις σκάλες της αίθουσας τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Ας είναι αιώνια η μνήμη του πρύτανη-καθηγητού μας Μαρίνου Σιγάλα που το ονόμασε με το όνομα του Σταγειρίτη φιλόσοφου.
-Καλά θα μου πείτε που πηγαίνουμε; αν και από τα εισιτήρια κάτι κατάλαβε.
Είναι συναυλία, δηλαδή μουσική. Περάσαμε στην αίθουσα και για καλύτερη δική της άνεση ανεβήκαμε στο θεωρείο, μια και δεν ένοιωθε εξοικειωμένη με τον χώρο. Σαν να ήθελε να παρακολουθήσει κρυφά, σαν πίσω από κουρτινάκια παραθύρου.
Το πρόγραμμα κύλισε ομαλά, στο διάλειμμα παρ’ όλο που οι απορίες της λύθηκαν, υπήρχε κάποιος ενδοιασμός, που έφτανε σε κάποιου βαθμού ενοχή.
-Σου αρέσει, αυτού του είδους η μουσική; Είναι η πρώτη φορά που παρακολουθείς συναυλία;
-Καλό είναι, είναι η πρώτη φορά.
-Δεν το περίμενες; Σου το φυλάγαμε για έκπληξη.
-Αν το ήξερα, δεν θα ερχόμουν.
-Δεν σε ενθουσιάζει αυτού του είδους η μουσική, γι αυτό;
-Όχι, καλά ήταν αλλά...
-Τι αλλά;
-Να το μάθουν οι φίλοι και οι γνωστοί, θα γίνω ρεζίλι! Πού θα πάω, τί δουλειά έχω εγώ μ’ αυτά τα πράγματα, μ’ αυτές τις εκδηλώσεις, αυτά δεν είναι για την τάξη μας. Αν δεν είχε νυχτώσει όταν τελείωσε η συναυλία, καθώς φεύγαμε θα διέκρινα ίσως και κάποια ερυθρότητα στα μάγουλά της.
Αυτή ήταν η αποπλάνηση της σπουδάστριάς μου!

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 25 Μαΐου 2017, αρ. φύλλου 887

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.