22.12.17

ΣΤΕΛΛΑΣ ΚΑΛΑΜΠΟΥΚΑ: Ο πίνακάς μου




Οι δύο κύκλοι του πίνακα ζωγραφικής, ο επάνω από τον μεσαίο και ο κάτω από τον μεσαίο,  αναδεύτηκαν, τεντώθηκαν δεξιά κι αριστερά, σαν να ήθελαν να αποκτήσουν άκρες, κάτι σαν πόδια, για να μπορέσουν να δραπετεύσουν από τον πίνακα.
«Το χέρι που μας ζωγράφισε, εγώ ο επάνω κύκλος μιλώ, έκανε αρκετή υπομονή, θα έλεγα. Γιατί κάθε φορά που τον έβλεπε ένα άλλο ανθρώπινο μάτι, έλεγε με πολύ σοβαρό ύφος: “Ο κάτω κύκλος μού αρέσει, ο επάνω όχι”. Kι εγώ, από πάνω, ήθελα να φωνάξω: “Γιατί, παρακαλώ, δεν σου αρέσω; Εμένα μου αρέσω”. Και το άλλο μάτι συνέχιζε: “Bάλε κάτι ακόμη επάνω”. Και μετά κι άλλα μάτια: “Εμένα μου αρέσει μόνο το μεσαίο, βάλε κάτι στο κάτω”».
«Όχι, όχι, το μεσαίο είναι χάλια! Διόρθωσε μόνο το μεσαίο», φώναζε o κάτω κύκλος.
Και το χέρι έτρεχε να διορθώσει, για να αρέσει ο πίνακάς του. Κι έτσι, μια μέρα τελείωσε τον πίνακα κι εμείς ανακουφιστήκαμε που δεν θα έβαζε και κάτι άλλο επάνω μας.
Αμ δε! Ένα πρωί, εκεί που καθόταν και τον καμάρωνε το χέρι, ήρθε ο γείτονας και είπε με βροντερή φωνή: «Τι άθλιοι κύκλοι!!!». Μόνο αυτό είπε κι έφυγε. Και τότε... άι, άι, άι... ποιος είδε το χέρι και δεν το φοβήθηκε. Πήρε όλα τα σωληνάρια που είχαν περισσέψει και άρχισε να ρίχνει τα χρώματα πάνω στον πίνακα. Εμείς οι τρεις κύκλοι αρχίσαμε να φωνάζουμε: «Μη μας χαλάς, καλέ! Στάσου, περίμενε, άκουσέ μας. Ωραίοι είμαστεεεεεεεεε». Εκείνο όμως δεν άκουγε. Πήρε ένα μεγάλο πινέλο και άρχισε να απλώνει το χρώμα πάνω, κάτω, δεξιά κι αριστερά. Κάθε φορά που μας πλησίαζε, εμείς τραβιόμασταν, για να μη μας χαλάσει. Ώσπου το φώτισε ο θεός και σταμάτησε, λίγο πριν μας κάνει μια τεράστια μουντζούρα. Πήρε τον πίνακα και τον πήγε στην αποθήκη, έκλεισε με νεύρα την πόρτα κι εμείς σκουπίζαμε τις στάλες από τον ιδρώτα.
Όλη αυτή η ιστορία είχε και ένα καλό: ανακαλύψαμε ότι μπορούσαμε να βγούμε, αν θέλαμε, από τον πίνακα. Βέβαια, κάποια μικροπροβλήματα υπήρχαν. Εγώ είμαι ένα ξερό δέντρο μέσα σε κύκλο και νομίζω πως, αν πατήσω κάτω στη γη, για να περπατήσω, θα τσακιστώ, θα σπάσουν τα κλαδάκια και οι ρίζες μου. Ο κάτω κύκλος είναι ακέφαλος και χωρίς πόδια. Ο μεσαίος, που μέχρι εκείνη την στιγμή καθόταν ατάραχος, σήκωσε το ένα μάτι που είχε κάτω μου και δεξιά και είπε:
«Μήπως θέλετε, κύριε ξερό δέντρο, να σας πάω μια βόλτα πριν γίνετε σκόνη;»
Μόλις τον άκουσα, ήθελα να του πω αυτού του κύκλου με τη λιμνούλα και με τα όμορφα πουλιά που πετούσαν κάτω χαμηλά μια κακιά λέξη, αλλά με πρόλαβε ο κάτω κύκλος με το ακέφαλο σώμα και χωρίς πόδια, φωνάζοντας: «Μια βόλτα θα ήταν ό,τι έπρεπε» και προσπαθώντας να ξεκολλήσει από την πολλή μπογιά που είχε βάλει το χέρι γύρω του.

Τότε κοιτάξαμε και οι δύο κάτω, είχαμε ξεχάσει το ακέφαλο σώμα. Αμέσως πετάχτηκα εγώ, ο επάνω κύκλος, είπα «Εγώ πρώτος θα πάω βόλτα!» και ξεκόλλησα από τον πίνακα. Κόντεψα όμως να τσακιστώ, οι ρίζες μου, όπως σας είπα, είναι μικρές και γέρικες. Ο μεσαίος κύκλος με τα βουνά, τη λιμνούλα και τα πουλιά που πετάνε κάτω χαμηλά είπε: «Μη βιάζεσαι, το μόνο που χρειάζεται είναι να πιαστείς από τις άκρες που έχω δεξιά κι αριστερά… ναι, αυτά που μοιάζουν σαν αυτιά… ξέρω, ξέρω, δεν τα είχες προσέξει πριν. Είναι κι αυτά μια παρέμβαση του χεριού όταν κάποιος του είπε ότι δεν του άρεσα. Τότε ακόμη δεν είχατε φτιαχτεί, γι’ αυτό δεν το θυμάστε. Λοιπόν, θα πάμε βόλτα, κι αν ναι, πες μου πού, βουνό, λιμνούλα;»
«Σταμάτα, σταμάτα!» φώναξε το ξερό δέντρο. «Ξέρω τι θέλω, να με πας ψηλά στο βουνό. Να ’ναι… να’ ναι όμως βαρύς χειμώνας».
«Πιάσου και φύγαμε».
Αφού κάναμε κάνα δυο τραμπάλες και κοντέψαμε να τσακιστούμε από ένα δυνατό ρεύμα αέρα που βρήκαμε καθώς βγαίναμε από τον πίνακα –δεν ήταν εύκολο να κρατιέσαι από κάτι που έμοιαζε με αυτιά– τελικά βρήκαμε τη ρότα μας. Στην αρχή, εκεί στους πρόποδες του βουνού και μέχρι να ανεβούμε λίγο πιο πάνω, είχα αρχίσει να βαριέμαι, σκέφτηκα τι καλά που ήταν μέσα στον πίνακα. Εδώ έβλεπα μικρά κιτρινισμένα χορταράκια, πατημασιές από τον μεγάλο κούνελο και από μια μαμά αρκούδα με το αρκουδάκι και άλλα τέτοια. Α! ναι κι ένας μικρός καταρράκτης, τόσο δα μικρούλης• τον χάζευα βαριεστημένα και είχα αρχίσει να κουνιέμαι και να γκρινιάζω ο σπαστικός! Και... μπρμπρ... τι ψύχος! μου κόπηκε η ανάσα. Καθώς μπαίναμε στο παγωμένο δάσος, μεμιάς όλα τα κλαδιά μου γέμιζαν μια στρώση πάγου, και μέχρι να περάσουμε το δάσος για να βγούμε στο ξέφωτο, δεν με αναγνώριζα, ήμουν όλος ένα κινούμενο βουνό από πάγο .

Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη, μόλις βγήκαμε στο ξέφωτο! Στην κορυφή μάς περίμενε ο ήλιος λαμπερός. Αφέθηκα στα χάδια του, άρχισε σιγά σιγά να λιώνει τον πάγο που είχα μαζέψει πάνω μου. Ρουφούσα όλο τον λιωμένο πάγο και φούσκωναν τα κλαδάκια μου και γέμισε ο κορμός μου με χυμούς και μάκραιναν οι ρίζες μου. Τότε είπα στον κύκλο με τα πουλιά ότι ήμουν έτοιμος να γυρίσουμε στον πίνακα. Είχα αποφασίσει πως θα στεκόμουν αρκετά χρόνια μέσα στον πίνακα, αρκεί να με αγαπούσαν λίγο. Ήμουν τόσο ευτυχισμένος, που δεν πρόσεξα και αντί να μπω στη μέση, όπως με είχε βάλει το χέρι, μπήκα λίγο πιο δεξιά. Δεν με πείραξε όμως, ένιωθα τόσο ζωντανός και είχα τόσα να θυμάμαι από το βουνό.
«Τώρα η σειρά μου», φώναξε χαρούμενο το ακέφαλο σώμα.
«Βουνό;» τον ρώτησε ο κύκλος με τα πουλιά.
«Όχι», είπε εκείνο συνεσταλμένα, και με χαμηλή φωνή, ίσα που τον άκουγα, εδώ πάνω που είμαι, συνέχισε:«Εγώ θέλω να με πας στη λίμνη, εντάξει;»
«Λίμνη θες, λίμνη θα έχεις. Έλα, πιάσου από τα χερούλια μου, ω... ω! να με συγχωρείς, ξέχασα πως δεν έχεις κλαδιά όπως το ξερό δέντρο». Και τον κοίταξε. «Το βρήκα! Διπλώσου και μπες μέσα στα χερούλια μου, στη λίμνη θα σε αφήσω να κολυμπήσεις».
Έτσι κι έγινε. Μόλις ακούμπησε ο κύκλος το νερό της λίμνης, είδα το ακέφαλο σώμα να βγάζει χέρια και κεφάλι, να δίνει μια βουτιά και να χάνεται από τα μάτια μου. Σαν να ζήλεψα λίγο, σκέφτηκα πως είναι ωραίο να κολυμπάς! Πουφ...  έδιωξα αμέσως τη σκέψη και προσπάθησα να δω τον φίλο μου, όσο μου το επέτρεπε η λίμνη.

Καθώς κατέβαινε, βρήκε σε μια άκρη ένα ποδήλατο, μέσα σε φύκια, ξύλα και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Προσπάθησε να το τραβήξει, αλλά εκείνο είχε πεισμώσει, δεν κουνιόταν και γκρίνιαζε στενοχωρημένα: «Άφησέ με, σε παρακαλώ, στην ησυχία μου, γιατί με τραβολογάς;»
«Μα…» Δεν πρόλαβε να πει ότι ήθελε να πάει μια βόλτα και πόσο του άρεσε το ποδήλατο κι εκείνο ξαναμίλησε:
«Βρίσκομαι εδώ κάτω γιατί δεν με ήθελε κανείς, και τώρα, ίσα που άρχισε να αλλάζει το σχήμα μου και να ξεχνώ ότι κάποτε ήμουν ποδήλατο, έρχεσαι εσύ, ένα σώμα ακέφαλο, και με τραβάς, μου λες γιατί;» Σκούπισε το τιμόνι του στα φύκια.
«Σε θέλω όμως εγώ!!!» φώναξε το ακέφαλο σώμα, τόσο δυνατά που τον άκουσα ακόμη κι εγώ που ήμουν έξω από τη λίμνη.
Το ποδήλατο κοίταξε το σώμα που δεν είχε χέρια, δεν είχε πόδια, από τους αστραγάλους και κάτω, δεν είχε κεφάλι και του είπε: «Έλα, ανέβα εδώ που είμαι και θα σου τα δείξω όλα,  θα τα νιώσεις όλα». 
Το σώμα παραμέρισε τα φύκια και τα ξύλα που λίγο έλειψε να χαλάσει ο κύκλος. Eυτυχώς όμως ξύθηκε λίγο το χρώμα, και από πορτοκαλί που ήταν όλος ο κύκλος, στο σημείο που τρίφτηκε με τα φύκια, πήρε χρώμα από το χρώμα τους κι έγινε στη μια γωνία λίγο πράσινος. Και νά... επιτέλους τα κατάφερε, ανέβηκε πάνω του, έγειρε το σώμα του μπροστά στο τιμόνι και είδε.
Τα παιδιά, πολλά παιδιά στην αλάνα, ήθελαν όλα ν’ ανεβούν στο καινούργιο ποδήλατο και φώναζαν «κι εγώ μια βόλτα, κι εγώ». Το κορίτσι όμως δεν άφηνε κανένα παιδί, μόνο έλεγε συνέχεια: «Δικό μου είναι και μόνο εγώ θα κάνω βόλτες!». Το είδε να τρέχει στην άκρη της λίμνης, να ανεβαίνει την ανηφόρα, να την κατεβαίνει με τα πόδια στο τιμόνι. Είδε να σηκώνει την μπροστινή ρόδα και να πηγαίνει κόντρα στον αέρα, να το φορτώνουν στο αυτοκίνητο για τις διακοπές στη θάλασσα, είδε πολλά, αλλά πάντα μόνο του.
«Τι ευτυχισμένο που δείχνει το κορίτσι! Γιατί τώρα δεν σ’ έχει και είσαι μέσα στη λίμνη;» ρώτησε το ακέφαλο σώμα.
«Με βαρέθηκε, και όταν βαριούνται κάτι οι άνθρωποι το ρίχνουν στη λίμνη».

Το σώμα κατέβηκε από το ποδήλατο, χαιρέτησε και του είπε όταν θα μπορεί θα έρχεται για να του κάνει παρέα. Κατευθύνθηκε προς τα κάτω, προς το βυθό της λίμνης. Εκεί βρήκε ένα σιδερένιο κρεβάτι. «Ας ξαπλώσω, κουράστηκα με τη μικρή κακομαθημένη», είπε. Μόλις έγειρε το σώμα του πάνω στο κρεβάτι, ο βυθός της λίμνης γέμισε με χαρούμενες φωνές, παιδιά που χοροπηδούσαν όλα μαζί πάνω στο κρεβάτι και παίζανε μαξιλαροπόλεμο. Τότε σηκώθηκε και το σώμα και χοροπήδησε με όλα τα παιδιά, μέχρι που είχε άρχισε να νυχτώνει και σκέφτηκε ότι θα ήθελε να δει και άλλα από τη λίμνη και κατέβηκε πιο κάτω. Είδε τον κόσμο να ταξιδεύει με ένα μικρό καράβι, που και αυτό το είχαν πετάξει μέσα στη λίμνη. Ύστερα πήγε λίγο πιο δεξιά και κάτω, κάτι εξείχε, κάτι σαν καρέκλα. «Νά, εδώ θα καθίσω  να ρεμβάσω το βυθό».  Ένα θρανίο...  που πήρε αμέσως ζωή από μικρούς και μεγάλους που μάθαιναν γράμματα.
Ξαφνικά το ακέφαλο σώμα ένιωσε κάτι να το στεναχωρεί, σκέφτηκε ότι δεν θα καθόταν ποτέ σε θρανίο για να μάθει…  Πήγε πιο βαθιά, κι εκεί είδε ανθρώπινα κόκαλα!! Τρόμαξε και βγήκε γρήγορα επάνω. Ο κύκλος ήταν εκεί και τον περίμενε.
«Πηγαίνέ με, σε παρακαλώ, πίσω στον πίνακα».
«Αμέσως, αλλά γιατί τρόμαξες; Τι είδες;»
«Είδα έναν άντρα να σκοτώνει έναν άλλο άντρα και μετά έναν άλλο κι έναν άλλο… Πήγαινέ με πίσω, σε παρακαλώ».
Το έβαλε στη θέση του λίγο στραβά και αυτός, λίγο πιο αριστερά όπως τον κοιτάτε, δεν τον ένοιαξε όμως αρκεί που δεν έβλεπε αυτά που έκρυβε η λίμνη. Την ίδια στιγμή, ένιωσαν και οι τρεις κάποιον να τους μετακινεί, να βάζει τον πίνακα κάπου ψηλά. Κάποιοι άλλοι κοίταζαν τώρα τους κύκλους και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι σημαίνουν.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 1 Ιουνίου 2017, αρ. φύλλου 888

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ