29/3/19

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Η γλώσσα είναι κατάκτηση. Η δε κατάκτησή της ένα υπέροχο θαύμα!



γραφή και προφορικό λόγο- • δεν παύει να σου γρατζουνίζει την ακοή όταν ακούς και υπουργούς ακόμα • (άκου τώρα «και υπουργούς ακόμα»! Εδώ καθηγητές πανεπιστημίου και πρωθυπουργοί, χριστιανέ μου!) • να βαρβαρίζουν ασυστόλως. • Ε, από την ουρανοκατέβατη υπουργό Βορείου Ελλάδος Κατερίνα Νοτοπούλου δεν θα το περίμενες; • Της ξέφυγε της άπειρης εκείνο «τον διευθύνων σύμβουλο» που ξεστόμισε. • Φταίει που δεν είχε προβλεφθεί κανένα ταχύρυθμο φροντιστήριο γλώσσας στον κομματικό σωλήνα όπου μαθήτεψε και αποφοίτησε ως μέλλουσα υπουργός. • Ετσι έχουν τα πράγματα, αγαπητέ αναγνώστη, που προ καιρού, • -και με αφορμή μία από τις πολλές αναφορές του Υποβολείου στην λαίλαπα πλέον της κακοποίηση των τριτοκλίτων- • μου ζητήσατε να εισηγηθώ «στην “Καθημερινή” και στον ΣΚΑΪ, και με τη σύμπραξη ίσως και άλλων τηλεοπτικών σταθμών, να γίνει μια καμπάνια για την διάσωση της τρίτης κλίσης». • Τίποτα δεν θ’ αλλάξει αν δεν αλλάξουν ουσιώδη πράγματα στην εκπαίδευση • -και όχι ξανά μανά οι εισιτήριες στα ΑΕΙ. • Το ξέρετε κι εσείς άλλωστε, αφού καταλήγετε απορώντας «πού είναι η ένωση φιλολόγων, η ΟΛΜΕ, η ΔΟΕ». • Εχουν πάει για βρούβες, φίλε μου. • «Συνδικαλιστικές» εννοείται». 
Βασίλης Αγγελικόπουλος, Καθημερινή 18/11/2018


«Μαθήματα αβάσταχτης ελαφρότητας κυρίως παίρνουμε από την κοινωνία και την τηλεόραση» έλεγα στον λόγο που είχα την τιμή να εκφωνήσω στα Ελευθέρια της πόλης μας πριν από λίγο καιρό, πιστεύοντας τότε πως δε θα επανερχόμουν. Μα η ελαφρότητα που εκπορεύεται από παντού γύρω μας και μας κατακλύζει με σπρώχνει σήμερα να το κάνω.

Σαν να μπαίνω στα χωράφια του κ. Νικηφορίδη νιώθω, του παλιού φιλολόγου που ακόμη μαθήματα Γλώσσας μας παραδίδει, αλλά έβλεπα σήμερα στα δελτία ειδήσεων τον Υπουργό της Άμυνάς μας να συνομιλεί με τον Αρχιεπίσκοπο, τον οποίο ξέρουμε πόσο πολύ συμπαθεί κι αναρωτήθηκα γιατί ο Ιεράρχης δεν τον διορθώνει. Γιατί μη μου πείτε πως δεν τον έχει ακούσει ποτέ του να μιλάει για την Υπερμάχο Στρατηγό, αφού το έχει κάνει πολλές φορές ως τώρα και φοβάμαι πως θα το κάνει άλλες τόσες, αν δε βρεθεί κάποιος να τον διορθώσει∙ κάποιος που να γνωρίζει τη γλώσσα μας τουλάχιστον καλύτερα από τον Υπουργό, ο οποίος φαίνεται πως δεν ξέρει για εκείνον τον τόνο που κατέβαινε στη δοτική πτώση που κάποτε υπήρχε. Και νομίζει ότι η Παναγία μας Υπερμάχος είναι κι όχι Υπέρμαχος και Νικηφόρος Στρατηγός, σεβαστή όλων μας και πολυαγαπημένη.
.
Κι όμως! Είναι πολλές οι φορές που εκπλήσσομαι με τα ελληνικά απλών ανθρώπων που τους χαίρομαι και για το περιεχόμενο όσων λένε και για το πόσο σωστά τα λένε. Κι ας έχουν το ακαταλόγιστο για το όποιο λάθος τους, καθώς δεν έχουν φοιτήσει σε κάποιο πανεπιστήμιο, πράγμα που οι άλλοι έχουν κάνει (Κύριος οίδε πώς) , αλλά καταφέρνουν να σκοτώνουν τη μητρική τους γλώσσα.

«Και πώς να βάζουμε σωστά το τελικό ν, όταν ακούμε τους γύρω μας να μιλάνε χωρίς να το βάζουν;» αγανάκτησε η μικρή μου μαθήτρια κι είχε τόσο δίκιο!... Γιατί όσο ευκολότερα κοιτάμε να κάνουμε τα πράγματα γενικά και ειδικότερα στη γλώσσα μας για να μην παιδεύονται τα παιδιά μας, τόσο ξεφεύγουμε εμείς κι άλλο τόσο η γλώσσα μας καταστρέφεται και κατακρεουργείται από ανθρώπους μάλιστα που θα ‘πρεπε να ‘ναι οι φύλακες-άγγελοί της∙ φύλακες-άγγελοι της γλώσσας μας και της Πατρίδας.

Πως αναβάθμισα την τηλεόραση, μου είπε κάποιος, επειδή την ανέφερα σε πανηγυρικό λόγο. Μα, όπως και να το κάνουμε, αυτή η συσκευή που άλλαξε τη ζωή μας όχι κατ’ ανάγκην προς το καλύτερο, εκτός από κακή δασκάλα γενικώς, είναι και κάκιστη δασκάλα της γλώσσας μας. Δεν είναι μόνο τα τριτόκλιτα επίθετα που δολοφονούνται καθημερινά, είναι και το άκλιτο «επικεφαλής» που στη μικρή οθόνη κλίνεται, είναι κι η προστακτική που παίρνει χρονική αύξηση, είναι, προπαντός, οι ξένες λέξεις που εντάσσουμε μες στα ελληνικά μας -πρώτο λάθος- , κλίνοντάς τα μάλιστα -δεύτερο λάθος ίσως σοβαρότερο από το πρώτο: «κόουτσις» και «μπατλς» βαρέθηκαν οι τηλεθεατές να ακούν και να ξανακούν στο «σόου» που συμβαίνει να είναι η πρώτη σε θεαματικότητα εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης. Κι ας λέει ο Μ. Τριανταφυλλίδης ότι οι ξένες λέξεις χρησιμοποιούνται άκλιτες, όταν μιλάμε ελληνικά, ή, έστω, όταν πιστεύουμε ότι μιλάμε ελληνικά, χωρίς όμως να ισχύει κάτι τέτοιο.

Έτσι έχουν τα πράγματα, που πηγαίνουν διαρκώς από το κακό στο χειρότερο ∙ χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποια ελπίδα βελτίωσης, αφού, αποδεδειγμένα πια, ο πήχυς της μάθησης στα σχολειά μας ολοένα και χαμηλώνει. Κι είναι πόνος βαρύς κι ασήκωτος να το λέει αυτό κάποιος που πέρασε τεράστιο μέρος της ως τώρα ζωής του παλεύοντας με διάφορους τρόπους αυτόν τον πήχυ να τον ανεβάσει. Κι είναι αξεπέραστη η απογοήτευση, νιώθει κανείς πως αδυνατεί αν τη νικήσει, όσο αισιόδοξος κι αν είναι από τη φύση του...

Κι είναι αδύνατον να μιλάμε για το σοβαρό θέμα της κακοποίησης της γλώσσας μας και να μην αναφερθούμε εκτενέστερα σ’ εκείνο το ταλαίπωρο τελικό ν! Επί χρόνια το είχαμε κόψει από το τέλος της αιτιατικής πτώσης του αρσενικού άρθρου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ώσπου έγινε αντιληπτό το λάθος κι οι παρενέργειές του και το επαναφέραμε. Έλα, όμως, που στο μεταξύ αυτό αρνήθηκε να επιστρέψει, καθώς η εξαφάνισή του είχε πια γενικευτεί και το ν είχε φύγει από παντού. Λουζόμαστε, λοιπόν, τα αποτελέσματα της κάθε αυθαιρεσίας μας που για το καλό μας υποτίθεται πως γίνεται, αλλά κάθε άλλο παρά καλό μάς έχει φέρει, δυστυχώς…

Χρησιμοποίησα, όμως, πρώτο πληθυντικό πρόσωπο μολονότι δεν είμαστε εμείς που επιβάλουμε τις «προσαρμογές» της γλώσσας μας. Άλλος είναι ο «ιθύνους» νους γι’ αυτές! Κι επειδή σας βλέπω ήδη να απορείτε, με αυτόν τον τρόπο επέλεξα να σας εισαγάγω στο θέμα των λαθών που κάνουμε όταν τη γράφουμε την καημένη την κατά τ’ άλλα μητρική μας γλώσσα. Βλέπετε, από τα πιο συνηθισμένα λάθη που κάνουμε όταν γράφουμε στη γλώσσα μας είναι το μονό η διπλό λ στα ρήματα επιβάλλω, υποβάλλω κλπ, καθώς κι εκείνο το «να εισαγάγω» που συχνά γράφεται «να εισάγω», με άλλα λόγια η υποτακτική του ενεστώτα που μπαίνει συχνά αντί για την υποτακτική του αορίστου... Όσο για το ανεκδιήγητο «ιθύνους νους» το διάβασα κάπου πρόσφατα και έμεινα με το στόμα ανοιχτό -ως εκεί έχουμε φτάσει δυστυχώς... Και το να το διαβάσεις είναι βαρύτερο από το να το ακούσεις, αφού τα προφορικά λάθη τα δικαιολογεί η ρύμη του λόγου, ενώ τα τόσο σοβαρά γραπτά δεν τα δικαιολογεί καμία ρύμη κανενός λόγου...

Έτσι, λοιπόν, δε δικαιολογείται ούτε το «έδωσε το παρόν» που διαβάζουμε αρκετά συχνά και τόσο λαθεμένα και με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογούνται ούτε τα σοβαρά λάθη με τα κόμματα που χωρίζουν το ρήμα των προτάσεων από το υποκείμενο ή το αντικείμενό τους... Τουλάχιστον αυτά, γιατί τα κόμματα είναι μια δύσκολη υπόθεση και θέλει να ‘χει κανείς έρωτα προς τη γλώσσα, για να ασχοληθεί σοβαρά μαζί τους και να ‘χει την ελπίδα να αρχίσει να τα μαθαίνει...

Επειδή, όμως, υποψιάζομαι πως σας έχω ήδη κουράσει με το μάθημα γραμματικής που δοκήθηκα να σας κάνω σήμερα, κάπου εδώ πρέπει να κλείσω. Θα πρότεινα όμως κάτι που έχω ξαναπεί: να ξανακάνουμε τη γλώσσα μας πολύτιμο ιδανικό μας, ένα ιδανικό που αξίζει πάμπολλους κόπους, αμέτρητες ώρες πνευματικής εργασίας, την επιμονή και την αφοσίωση που κάθε υψηλό ιδανικό αξίζει. Ας το συνειδητοποιήσουμε πως «οι γλώσσες ακολουθούν τις κοινωνίες. Όταν χειροτερεύουν οι κοινωνίες, χειροτερεύουν οι έννοιες που διέπουν τη ζωή, χειροτερεύει και η γλώσσα που τις εκφράζει», όπως έλεγε πολύ σωστά ο σύγχρονος Δάσκαλος Χρίστος Τσολάκης και ας μην ξεχνάμε ποτέ πως «ο λόγος είναι πράξη».

Το τελευταίο, ειπωμένο από τον Γιώργο Σεφέρη, ξεκαθαρίζει τελείως τα πράγματα: ας μην υποτιμούμε τον λόγο, παριστάνοντας πως τάχα νοιαζόμαστε για τις πράξεις μας και γι’ αυτό δικαιολογούμαστε να μην ενδιαφερόμαστε για τη γλώσσα μας. Γιατί και ο λόγος πράξη είναι κι απαιτεί την ίδια προσοχή που οι πράξεις μας απαιτούν...

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29 Νοεμβρίου 2018, αρ. φύλλου 962

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.