10.9.19

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Το φτερωτό άλογο


Καστοριά, Χρυσούλα Πατρώνου Παπατέρπου, το φτερωτό άλογο, ΟΔΟΣ εφημερίδα
ΟΔΟΣ 6.6.2019 | 989

Μου φάνηκε πως στη γωνιά εκείνη θα μπορούσα να προφυλαχτώ κάπως από τον δυνατό αέρα και την παγωνιά. Οκλαδόν· θυμήθηκα τη στάση από τη γυμναστική στο σχολείο. Άβολη. Δεν ήταν δυνατόν να χώσω και χέρια και κεφάλι κάτω από το μπουφάν και να νιώθω άνετα. Άλλαξα θέση. Πλάγια κάθισα αυτή τη φορά. Μάζεψα τα πόδια ψηλά, σχεδόν μέχρι το πηγούνι, τ’ αγκάλιασα με τα χέρια, χαμήλωσα το κεφάλι επίσης τόσο που να αγγίζει τον δεξί μου ώμο· τέλεια, σκέφτηκα. Εμβρυική στάση. Έτσι πρέπει να ήμουν στην κοιλιά της μητερούλας μου. Που ούτε την γνώρισα ποτέ. Πέθανε από αιμορραγία, μου είπαν, μια μέρα μετά τη γέννα. Άλλες αγκαλιές με μεγάλωσαν. Η γιαγιά και η αδελφή του πατέρα, στοργική και τρυφερή· πιο πολύ κι από μάνα αληθινή, έλεγαν όλοι. Μόνο που, δυστυχώς, δεν είχα μέτρο σύγκρισης· δεν ήξερα πώς θα ήταν εκείνη η άλλη αγκαλιά. Αυτές που είχα, μια χαρά τις απόλαυσα. Ο πατέρας απών τις περισσότερες ώρες της μέρας για να μη πω τις περισσότερες μέρες του χρόνου. Ώσπου κάποια μέρα ή μάλλον κάποια νύχτα, χτύπησαν την πόρτα μας δύο τύποι με στολή και μας ανακοίνωσαν πως ήταν νεκρός. Ο πατέρας. Άρχισαν οι θρήνοι από τις δύο γυναίκες του σπιτιού, κατέφθασαν και οι γειτόνισσες· δύσκολο να βρουν λόγια παρηγοριάς. Πιο εύκολα συμμετείχαν στον θρήνο. Δεν είχα άλλη επιλογή· κατέφυγα κι εγώ στα κλάματα αν και δεν κατάλαβα τι ακριβώς είχε γίνει. Δεν ήξερα καν τι σήμαινε ο πατέρας νεκρός.

Αλλάξαμε την επόμενη κιόλας μέρα κατοικία. Κάπου στην άλλη άκρη της Ραμάλα. Για να μην μας βρουν οι εχθροί, είπε η αδελφή του πατέρα. Η γιαγιά δεν μίλησε καθόλου. Μόνο την άκουσα να ψιθυρίζει, έχοντας την εντύπωση πως με είχε πάρει ο ύπνος, ότι έπρεπε να φυγαδεύσουν το παιδί· να μην το βρουν και το “καθαρίσουν” κι αυτό. Κατάλαβα πως το “παιδί” ήμουν εγώ. Έξι χρονών, μόλις είχα αρχίσει να πηγαίνω σχολείο. Δεν τόλμησα, ωστόσο, να ρωτήσω πού να με φυγαδεύσουν και ποιος θα με “καθάριζε”. Με φυγάδευσε η θεία. Φύγαμε ξημερώματα από την πρωτεύουσα με ένα λεωφορείο και ταξιδεύαμε ώρες πολλές. Όταν, αργά το βράδυ σταμάτησε το όχημα, κατεβήκαμε με δυο βαλίτσες στα χέρια. Εκεί μας πλησίασε ένας νέος άντρας, χαιρέτησε τη θεία και με χάιδεψε στο κεφάλι. Ανεβήκαμε σε ένα τζιπ και κατευθυνθήκαμε μέσα από έναν χωματόδρομο σε ένα κτήριο, -σαν σχολείο έμοιαζε- όπου, όπως είπε ο άντρας, θα περνούσαμε τη νύχτα χωρίς κίνδυνο. Μέσα στο κτήριο μας πρόσφεραν ζεστό φαγητό και μας οδήγησαν σε έναν χώρο με αρκετά κρεβάτια. -«Για απόψε μόνο· θα είσαι εσύ και το παιδί. Ξεκουραστείτε τώρα και αύριο βλέπουμε». Οι δυο μας στον τεράστιο θάλαμο. Έμαθα τότε ότι η μητέρα μου ήταν Εβραία και πως εξαιτίας της είχαμε τώρα όλη αυτήν την καταδίωξη. Πως οι δικοί της, οι οποίοι ποτέ δεν δέχτηκαν τον γάμο της με τον Άραβα πατέρα μου, πίστευαν ότι ο θάνατός της δεν ήταν ατύχημα και πως την άφησαν οι συγγενείς του πατέρα να πεθάνει αβοήθητη. Ο πατέρας σε απελευθερωτική οργάνωση ήταν μπλεγμένος, πλήρωσε με την ζωή του τις ιδέες του. Έλεγε και έλεγε η θεία ενώ τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα από τα μάτια της. Τρομοκρατημένος την ρώτησα τι θα κάναμε από δω και πέρα. Έξι χρονών μονάχα. Η απάντηση ήταν πως θα περνούσαμε τα σύνορα για τον Λίβανο. Στη Βηρυτό μας περίμεναν δικοί μας άνθρωποι. Εκεί θα πήγαινα σχολείο, σε συγγενικό σπίτι θα έμενα· θα με πρόσεχαν σαν δικό τους παιδί. - «Κι εσύ;» ρώτησα. - «Θα πρέπει να γυρίσω πίσω. Εκεί είναι η δουλειά μου. Εκεί όλη μας η περιουσία. Πρέπει να τη διαφυλάξω για σένα και για το μέλλον σου. Αλλά μην φοβάσαι. Όλα θα παν καλά και μια μέρα θα έλθω να σε πάρω πάλι· πίσω στον τόπο μας. Θέλω μονάχα να μου υποσχεθείς πως δεν θα ξεχάσεις ποτέ το παραμύθι που σου έλεγα πάντα για τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο. Θυμάσαι;» Και βέβαια θυμόμουν. Τον Πήγασο, τον γιο του Ωκεανού και της Μέδουσας. Καβάλα σ' αυτόν γλύτωσε ο Περσέας από την καταδίωξη των αδελφών της Μέδουσας, και πετώντας ανέβηκε στον ουρανό. «Πάντα θα μένει δίπλα σου για να μην μπορεί κανένας να σε πιάσει, όσοι κι αν θελήσουν να σε καταδιώξουν.» Αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά της και, όταν ξύπνησα αργά την επόμενη μέρα, ταξιδεύαμε ήδη για τη Βηρυτό. Αποχαιρετιστήκαμε το ίδιο βράδυ. Οι νέοι μου κηδεμόνες μου φέρονταν πολύ καλά· καμιά σύγκριση, όμως, με τη γιαγιά και τη θεία. Σε αγγλόφωνο σχολείο φοιτούσα. Ειδικό λεωφορείο με παραλάμβανε το πρωί και με το ίδιο επέστρεφα αργά το απόγευμα. Μου έλεγαν πως η θεία ήταν καλά και έστελνε την αγάπη της. Από την ίδια δεν πήρα ποτέ ούτε ένα γράμμα, ούτε ποτέ μου τηλεφώνησε. Μέχρι εκείνη τη μέρα που μου ανακοίνωσαν ότι έπρεπε να φύγω πάλι. Δέκα χρονών ήμουν, όταν άρχισε η νέα περιπέτεια. Η νέα καταδίωξη; Βρέθηκα σε ένα φορτηγό μαζί με άλλα δώδεκα άτομα και τη βαλίτσα μου στο χέρι. Κοντά σε μια ακτή αποβιβαστήκαμε· με ένα πλοιάριο απέναντι θα περνούσαμε, σε ένα ελληνικό νησί. Η ώρα του σούρουπου· πλοιάριο δεν ακουγόταν να πλησιάζει. Κρύος αέρας θέριζε την αφιλόξενη ακτή. Κίνησα να βρω κάπου να κουρνιάσω. Έτρεμα ολόκληρος και τα δόντια έτριζαν από το κρύο. Να ‘μαι, λοιπόν, διπλωμένος στα δύο. Τη μητερούλα μου σκέφτηκα κι αν θα με άφηνε ποτέ μόνο να με καταδιώκουν. Βγάζω από τη βαλίτσα το βιβλίο της θείας, αλλά τα μάτια κλείνουν από την κούραση και την αϋπνία. Τον Πήγασο ονειρεύομαι. Στη ράχη του ανεβαίνω και τον βλέπω να απογειώνεται με τα ωραία του φτερά. Κανένας τώρα πια δεν μπορεί να με φτάσει. Ας με καταδιώκουν όσο θέλουν. Πετάμε ψηλά στον ουρανό, ψηλά, ψηλά κι όλο ψηλότερα...

Όταν έφτασε το πλοιάριο και έψαξαν για το ασυνόδευτο παιδί, βρήκαν το άψυχο κορμί του γερμένο πίσω από έναν βράχο. Δίπλα του ένα βιβλίο με μύθους της Αρχαίας Ελλάδος, ανοιγμένο στη σελίδα με την ιστορία του φτερωτού αλόγου, του Πήγασου, και παραδίπλα η βαλίτσα του.


Φωτογραφία: Κουζμά Σεργκέβιτς Πετρόφ-Βόντκιν (1878-1939) Η κολύμβηση ενός κόκκινου αλόγου (1912), Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα, Ρωσσία.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 6 Ιουνίου 2019, αρ. φύλλου 989


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.