28.9.19

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Το σιουφρουμένο ρόδι


Chrysoula Patronou Odos Kastoria
ΟΔΟΣ 27.6.2019 | 992

Με κρατάει αγκαλιά κι εγώ δεν τραβώ το βλέμμα μου από το δέντρο με τους κόκκινους, αστραφτερούς καρπούς, ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Με σφίγγει ζεστά με το ένα του χέρι. Απλώνει το άλλο, το δεξί, και κόβει στρίβοντας τον καρπό, σαν να κούρδιζε το ρολόι πάνω στο τζακλούκι στο χωριό, και μου τον βάζει μέσα στην ανοιχτή μου παλάμη. Κοιτάζω αυτό το σκληρό, φωτεινό πράγμα με απορία. «Ρόδι», μου ψιθυρίζει τρυφερά στο αυτί, «να το φυλάξεις ώσπου να γυρίσω σπίτι. Να το βλέπεις και να με θυμάσαι.» Αμέσως μετά με φιλάει στα δυο μου μάγουλα, με αφήνει κάτω και πλησιάζει τη μάνα. Κρατάει αυτή το μικρό μου αδέλφι με τό’να χέρι πάνω στο στήθος της, νιάνιαρο, μια σταλιά ανθρωπάκι, που έχει κολλήσει το κεφαλάκι του στον ώμο της. Απλώνει το άλλο στο πρόσωπο του πατέρα. Το περνάει απαλά από πάνω, από το μέτωπο, προς τα κάτω, στη γενειάδα. Τη βλέπω που σφίγγεται, που προσπαθεί να μην κλάψει. Έτσι κάνω κι εγώ, όταν πέφτω και χτυπώ στα γόνατα, αλλά παριστάνω τη γενναία κι απ’ το πολύ το σφίξιμο μου τρέχουν οι μύξες μέχρι τα χείλη. Την ξέρω καλά αυτήν την γκριμάτσα. Με πιάνουν τότε εμένα τα κλάματα.

«Μάνα, μην κλαις, έχω το ρόδι ώσπου να γυρίσει ο πατέρας!» Βλέπει αυτός με τη στολή, ο αγριεμένος, όλους μας ένα γύρω. «Σνελ, σνελ!» φωνάζει σε μια γλώσσα ακατάληπτη ―τώρα ξέρω τι σημαίνει― και μας σπρώχνει εμένα και τη μάνα με τον αδελφό μου στην αγκαλιά, προς την πόρτα. Κουνάει ο πατέρας το χέρι για χαιρετισμό, η μάνα ούτε που στρίβει το κεφάλι, τον θρήνο φοβάται, το ξέρω, το νιώθω. Η τελευταία φορά που τον είδα. Κουνούσα το χέρι για αντιχαιρετισμό, το αριστερό. Με το δεξί έσφιγγα το ρόδι. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω μας, άρχισα να του δίνω άπειρα φιλιά.
«Τι κάνεις εκεί;» ρωτάει η μάνα. «Φιλιά στέλνω στον πατέρα, τι άλλο!» απαντώ φουρκισμένη. Η τελευταία φορά που είδαμε όλοι τον πατέρα.

Πίσω στο χωριό, με τη μάνα βουβή κι αμίλητη. Φρόντισα να βάλω το ρόδι που μου χάρισε ο πατέρας πάνω στο παραγώνι, δίπλα στο μπρούτζινο, ολοστρόγγυλο ρολόι και, κάθε φορά που το άκουγα να χτυπά τις ώρες, έστελνα κι ένα φιλί του πατέρα. Μιμήθηκε την κίνηση αυτή και το μικρό μου αδελφάκι και έκανε ακριβώς το ίδιο. Αν τύχαινε να μας αντιληφθεί η μάνα, φρόντιζε να απομακρυνθεί από το χώρο. Ήξερα πως την έπιαναν τα κλάματα, κι ας μην ήθελε να τη δούμε...

Πήγαινε η μάνα κάθε μέρα και ξενοδούλευε σε χωράφια, έμενα εγώ στο σπίτι ―ποιο σπίτι;― μια καλύβα από πισσόχαρτο, κολλητά στον τοίχο του βομβαρδισμένου μας, κατακαμμένου σπιτιού, με τον μικρό. Έτσι συνεχίστηκε η ζωή μας. Γύριζε εκείνη αποκαμωμένη από τη δουλειά, φροντίζαμε ο μικρός της γιος κι εγώ, η μεγάλη θυγατέρα, να βρει το καλύβι μας συγυρισμένο, την πυροστιά αναμμένη, το νερό στα σταμνιά. Βοήθεια δεν καταδεχόταν από κανέναν· πολύ περήφανη η μάνα μας.

«Έχω τα παιδιά μου», έλεγε, «μια χαρά τα καταφέρνουν μόνα τους». Ξεχνούσε βέβαια, ότι τα παιδιά της, που μια χαρά τα κατάφερναν, μια σταλιά νιάνιαρα ήταν και τα δυο... Τα καταφέρναμε, παρ’ όλα αυτά. Και περιμέναμε, εμείς τα παιδιά τουλάχιστον, το γυρισμό του πατέρα. Κάτι μας είχε πει η μάνα, πως τον είχαν μεταφέρει στις φυλακές Αβέρωφ. Αντάρτης στα βουνά είχε βγει, τον κατακτητή πολεμούσε. Τον έπιασαν, όμως, μαζί με πολλούς άλλους. Εκείνες οι φυλακές Αβέρωφ μου είχαν εντυπωθεί βαθιά στο μυαλό. Σκεφτόμουν: από φι αρχίζουν οι φυλακές σε φι τελειώνει ο Αβέρωφ. Γιατί άραγε; δεν τολμούσα, φυσικά να ρωτήσω τέτοιο πράμα, ούτε τον δάσκαλο ούτε τη μάνα. Ο πρώτος θα με κορόιδευε· η δεύτερη θα μου έλεγε πως λωλάθηκα. Έδινα τότε μόνη μου την εξήγηση: Αφού από φι αρχίζουν και σε φι τελειώνουν, σύντομα θα φύγει από κει ο πατέρας. Σύντομα θα τον έχουμε κοντά μας πάλι. Και έστελνα τότε τα φιλιά στο ρόδι· ακολουθούσαν από πίσω του μικρού.

Πράγματι, μάθαμε ότι οι κρατούμενοι έφυγαν από τις φυλακές. Όχι, μόνοι τους. Με συνοδεία τούς μετέφεραν σε άλλον τόπο, πιο μακρινό, στη Γερμανία. Το φι δεν βοήθησε καθόλου. Μόνο το ρόδι έμεινε για παρηγοριά. Κι εμείς μεγαλώναμε, μαζί και οι στερήσεις, όπως όλων στο χωριό. Η μάνα, δραστήρια και ακούραστη, γράμμα έστειλε στον Ερυθρό Σταυρό, πληροφορίες ζητούσε για τον άντρα της. Να μάθει πού βρισκόταν, αν ήταν κρατούμενος απλά, αν δούλευε σε καταναγκαστικά έργα, κάτι, τέλος πάντων για την ίδια του τη ζωή. Τρέχαμε κάθε φορά που ερχόταν ο ταχυδρόμος· απάντηση από τον Ερυθρό Σταυρό καμία. Ούτε από κανέναν άλλο...

Ώσπου κάποια φορά, κι αφού ο πόλεμος τέλειωσε, γύρισαν οι άλλοι συγκρατούμενοί του. Μέσες άκρες κάτι μισόλογα ψέλλισαν. Ξεκάθαρα δεν ήξεραν, ή δεν ήθελαν να πουν, μάλλον πέθανε εξαντλημένος από τις κακουχίες ή πάλι από τύφο. Πού; Μάλλον στο Νταχάου ή ίσως και στο Έσσεν. Πού ήταν θαμμένος; Ούτε κι αυτό το ήξεραν. Κατέβασε η μάνα το κεφάλι, φόρτωσε τα υπάρχοντά μας σ’ ένα κάρο συγχωριανού και μας πήρε να ζήσουμε στην παρακείμενη πόλη. Για να πάμε εμείς σχολείο, να βρει κι αυτή μια πιο καλή δουλειά. Έβαλα στο μπογαλάκι μου το σιουφρουμένο ρόδι του πατέρα και το μπρούτζινο ρολόι...

Φύτεψα στην αυλή του χαμόσπιτου που μέναμε στην πόλη, μια ροδιά. Μεγάλωνα εγώ, μεγάλωνε κι αυτή. Περίμενα να βγάλει τα πρώτα άνθη. Κατακόκκινα, όλο ζωή. Χάρηκα. Περίμενα τον καρπό, τον ολοστρόγγυλο, τον αστραφτερό. Ούτε μισό. Έφυγε η μάνα με τον γιο στην Αυστραλία, έκανα εγώ δική μου οικογένεια. Σε άλλο, καινούργιο σπίτι ζω. Περνώ, σχεδόν κάθε μέρα, Άνοιξη και Φθινόπωρο από το χαμόσπιτο, ερείπιο πια, εκεί, στην άκρη της πόλης. Η ροδιά μου, ποτέ δεν άνθισε, ποτέ δεν έβγαλε καρπούς. Κανένας μας δεν έ-μαθε πού είναι παραχωμένος...
Το σιουφρουμένο ρόδι και το μπρούτζινο ρολόι έγιναν τα φυλα-χτά μου.

Αφιερώνεται στην Αλεξάνδρα Γκίτση, από της οποίας την προσωπική αφήγηση εμπνεύστηκα το πάρα πάνω κείμενο.


Το κείμενο διακρίθηκε στα 26 καλύτερα διηγήματα του 1ου Πανελληνίου Διαγωνισμού Διηγημάτων των εκδόσεων "Κοράλλι", στον οποίο έλαβαν μέρος τουλάχιστον 600 συγγραφείς από όλη την Ελλάδα. Περισσότερα "εδώ"



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 27 Ιουνίου 2019, αρ. φύλλου 992



1 σχόλιο:

  1. Πολύ καλό,όπως όλα τα διηγήματα σου.Συγχαρητήρια για την διάκριση.
    Σταύρος Καραμπατσακίδης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.