23.9.19

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Τα μνήματα ως μαρτυρία


Νώντας Τσίγκας: Τα μνήματα ως μαρτυρία | Εφημερίδα ΟΔΟΣ
ΟΔΟΣ 20.6.2019 | 991


Για το βιβλίο του Θρ. Παπαστρατή 

«Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ»¹



Επισημαίνει στο βιβλίο του ο Παπαστρατής: «Η έρευνα αυτή παρέμεινε αρκετό καιρό στο συρτάρι και υπό επεξεργασία επειδή βαδίζει σε δύσβατα μονοπάτια και αγγίζει ευαίσθητες χορδές και επειδή σκοπός της ήταν να ενημερώσει και να προβληματίσει και όχι να προκαλέσει».
Πράγματι, ύστερα μάλιστα από την περίεργα εσπευσμένη υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, πολλά από τα ζητήματα που έρχονται από το μακρινό παρελθόν φαίνεται ότι συνεχίζουν να μας απασχολούν, άλυτα και μετά την –κατ’ επίφασιν– διευθέτησή τους…
Ο Θρασύβουλος Παπαστρατής, έχει να παρουσιάσει ως τώρα πλούσιο συγγραφικό έργο, ιδιαίτερα συγκροτημένων μονογραφιών ή βιβλίων που αφορούν στο πεδίο της ιστορικής έρευνας. Αντικείμενο του ενδιαφέροντός του αποτελούν οι τύχες του Εβραϊκού στοιχείου στην Ελλάδα (Καστοριά, Διδυμότειχο, Σουφλί, Ξάνθη, Καβάλα, Κομοτηνή, Ρέθυμνο κ.ά.) όπως και του ελληνισμού της Πόλης, οι οποίες εν πολλοίς καθορίστηκαν από την σαρωτική άνθηση του φυλετικού μίσους και του εθνικισμού τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην Ευρώπη κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα.

Ο τίτλος Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ, μας παραπέμπει νοσταλγικά στις πηγές της κλασικής ρώσικης λογοτεχνίας. Δεν πρόκειται όμως εδώ για μια λογοτεχνική επινόηση αλλά για ένα καθ’ όλα ικανό ιστορικό πειστήριο. Το βιβλίο αυτό έλαβε την τελική του μορφή ύστερα από τις ιδιαίτερα φροντισμένες δημοσιεύσεις στην εφημερίδα ΟΔΟΣ της Καστοριάς² οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις αρχές του 2017 κι αφού ήδη είχαν μείνει με μπόλικες επιφυλάξεις –για αρκετό καιρό– «στο συρτάρι».
Στις 94 σελίδες του βιβλίου ο Παπαστρατής μας εντυπωσιάζει με τον τρόπο που προσεγγίζει αυτό το πρωτότυπο όσο και ιδιαίτερο θέμα. Η «ανακάλυψη» του βουλγαρικού νεκροταφείου Φερίκιοϊ, με τις ιδιαιτερότητες που αυτό παρουσιάζει, μέσα στην πλειάδα των Ορθοδόξων Χριστιανικών και άλλων κοιμητηρίων της Κωνσταντινούπολης [το Τσάριγκραντ των Σλάβων] τα οποία ο Παπαστρατής έχει συστηματικά περιδιαβεί, η ταυτοποίηση τάφων και ονομάτων, η έρευνα που πραγματοποίησε, η κατάρτιση πινάκων, η αξιοποίηση των στοιχείων και τεκμηρίων, η συζήτηση, ο υπομνηματισμός-σχολιασμός με αναδρομή στην εκτενή σχετική βιβλιογραφία όπως και η παράθεση στοιχείων από μαρτυρίες που συνέλεξε, έγιναν με τρόπο υποδειγματικό όπως συμβαίνει σε όλες τις εργασίες του φιλόπονου συγγραφέα. Η εργασία αυτή χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη «ψυχρή ματιά», στοιχείο το οποίο περισώζει την αξιοπιστία κάθε ιστορικής έρευνας. Σχεδόν τη μισή έκταση του βιβλίου καταλαμβάνουν οι υποδειγματικά λεπτομερείς σημειώσεις του συγγραφέα.



ΟΔΟΣ | Καστοριά | Παπαστρατής | Τσίγκασ | σλαβόφωνοι
ΟΔΟΣ 3.11.2016 | 858


Ο Βουλγαρικός εθνικισμός εκδηλώθηκε νωρίς, περί τα μέσα του 19ου αιώνα, σχεδόν ταυτόχρονα με την διακήρυξη της «Μεγάλης Ιδέας» του Κωλέττη. Ενισχύθηκε με την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878, και έλαβε επιθετικότερο χαρακτήρα, συγκρίνοντας με τη στάση που διατήρησε το Ελληνικό Κράτος, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Η Κρητική Επανάσταση παρείχε ίσως το «άλλοθι» για τις κινήσεις των Βουλγάρων εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Εθνικιστικός και αυτονομιστικός αγώνας των Βουλγάρων μοιραία κάποτε έλαβε τα χαρακτηριστικά εξέγερσης, απελευθερωτικού αγώνα, επανάστασης κατά των Οθωμανών και δυνάμωσε τις φίλιες φωνές στην Ευρώπη προς όφελος της Βουλγαρίας. Η απόφαση των Ευρωπαίων να συμφωνήσουν στην διάλυση και τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μάλλον είχε σαν άμεσο αντίκτυπο την αναζωπύρωση του τουρκικού εθνικισμού προκαλώντας μοιραία την εκτροπή της Επανάστασης των Νεοτούρκων ή οποία υιοθέτησε την κατάπνιξη κάθε μειονωτικού εθνοτικού στοιχείου στην τουρκική επικράτεια δια της προσφιλούς (και στα Βαλκάνια) μέθοδου της Εθνοκαθάρσεως.

Η σύγχυση σχετικά με το ταυτοτικό στοιχείο των πληθυσμών της Μακεδονίας για το αν αυτό καθορίζεται από ειδικά πολιτιστικά κριτήρια ή αν αποτελεί ζήτημα αυτοπροσδιορισμού (ελεύθερης επομένως επιλογής), συνεχίζεται φυσικά ως τις μέρες μας. Πάντως από την μεριά της Βουλγαρίας, μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, φαίνεται πως η θρησκεία από μόνη της δεν αποτελούσε και τόσο «ισχυρό χαρτί», γι’ αυτό επιστρατεύθηκε η βουλγαρική - Μακεδονική γλώσσα ενώ σύντομα και η γεωγραφία. Κι έπειτα σφυρηλατήθηκαν εθνική συνείδηση και αλυτρωτισμός…

Στο βιβλίο του ο Παπαστρατής, διατυπώνει την άποψη ότι η απόσχιση από το Πατριαρχείο ήταν η αιτία για τη δημιουργία ενός μικρού ξεχωριστού νεκροταφείου για τον βουλγαρόφωνο και με βουλγαρική εθνική συνείδηση πληθυσμό της Πόλης, που αποτελούσε και το ποίμνιο εκεί της Εξαρχικής εκκλησίας. Η λεπτομερής εξέταση των επιγραφών των τάφων εκ μέρους του συγγραφέα μας δίνει χρήσιμα στοιχεία: Ο συνολικός αριθμός των μνημάτων ορίζεται περί τα 150. Οι δύο αρχαιότεροι τάφοι που εντοπίστηκαν φέρουν χρονολογίες θανάτου 1915 και 1917, ενώ οι ημερομηνίες γένησης των κεκοιμημένων στο Φερίκιοϊ αφορούν περίοδο από το 1870 μέχρι το 1920.


* * *

Ο Παπαστρατής διατυπώνει την άποψη ότι η σκληρότατη διαμάχη και η εχθρότητα μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων δεν μεταναστεύει μαζί με τους ανθρώπους από την Μακεδονία στην Κωνσταντινούπολη.

* * *


Ο Παπαστρατής εξετάζει αρχικά τους λόγους που πυροδότησαν την αθρόα προσέλευση Βουλγάρων (ή βουλγαρόφωνων πληθυσμών) από τη Μακεδονία προς την Πόλη κατά την περίοδο αυτή. Στην αρχή, συνέτρεξαν λόγοι μιας τυπικής οικονομικής μετανάστευσης. Σύντομα όμως, καθώς οι συνθήκες στη Μακεδονία δεν ήσαν ειρηνικές και δεν ενέπνεαν αισιοδοξία, προφανέστατα προστέθηκε στα αίτια της φυγής και η εξεύρεση ασφαλούς καταφυγίου. Ο αμιγής χαρακτήρας (ως προς την εθνοτική ταυτότητα ή την καταγωγή) των κεκοιμημένων του μικρού νεκροταφείου όπως και η συμβολική μνημειακή αφιέρωση του παρεκκλησίου του στα θύματα της Ζαγορίτσανης, αποκτούν σημασία και ο συγγραφέας καλείται να απαντήσει στα εύλογα ερωτήματα που προκύπτουν.

Προβαίνει αρχικά σε μια ευσύνοπτη ιστορική αναδρομή σχετικά με την βουλγαρική παρουσία στην Πόλη. Παραθέτει χρήσιμα δημογραφικά χαρακτηριστικά ή άλλα στοιχεία σχετικά με τους τόπους προέλευσης του πληθυσμού που εγκαταβιοί στην Πόλη, τις επαγγελματικές ενασχολήσεις των μελών της κοινότητας, την εκπαίδευσή τους, τα ευαγή ιδρύματα της παροικίας και παρακολουθεί τον σταδιακό μαρασμό της μέχρι την σημερινή δραματική αριθμητική της συρρίκνωση. Ο Παπαστρατής διατυπώνει την άποψη ότι η σκληρότατη διαμάχη και η εχθρότητα μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων δεν μεταναστεύει μαζί με τους ανθρώπους από την Μακεδονία στην Κωνσταντινούπολη. Οι δυο κοινότητες μάλιστα φέρονται να ζουν εκεί αρμονικά και να συνεργάζονται στον επαγγελματικό − εμπορικό και γενικότερα τον κοινωνικό στίβο...



ΟΔΟΣ | Καστοριά | Παπαστρατής | Τσίγκασ | σλαβόφωνοι
ΟΔΟΣ 10.11.2016 | 859


Στο βιβλίο υπάρχουν πίνακες με τους τόπους γέννησης που αναφέρονται στις επιτύμβιες επιγραφές όπου φαίνεται να «πλειοδοτούν» περιοχές του σημερινού Νομού Καστοριάς, με την Ζαγορίτσανη [από το 1928 Βασιλειάδα] να δεσπόζει. Υπάρχουν και τάφοι με αναγραφή τόπων γέννησης που ανήκουν στους Νομούς Φλώρινας, Πέλλας ή Θεσσαλονίκης ενώ άλλοι φέρουν τοπωνύμια τα οποία ανήκουν στην σημερινή Βόρεια Μακεδονία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία, τη Ρουμανία και την Ανατολική Θράκη. Πάντως δεν αναγράφεται σε όλα τα μνήματα ο τόπος γέννησης.

Ο Παπαστρατής επίσης παραθέτει λίστα επωνύμων με σλαβική προέλευση που εύκολα αντιστοιχίζονται με επώνυμα τα οποία, σε εξελληνισμένη μορφή, συναντούμε σε περιοχές κυρίως της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Παρατηρεί επίσης ότι αρκετοί τάφοι φέρουν τουρκικά επώνυμα και εξηγεί τον λόγο για τον οποίο συμβαίνει αυτό (η υποχρεωτική δια νόμου μετά το 1934 υιοθέτηση τουρκικών επωνύμων από τους πολίτες). Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι λίστες με τα Χριστιανικά βαπτιστικά ονόματα ή με τα αμιγώς σλαβικής προέλευσης καθώς επίσης με τα σχετιζόμενα με το οθωμανικό παρελθόν ή τα «ελληνοπρεπή».

Η κτιτορική επιγραφή στο παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητρίου στο νεκροταφείο Φερίκιοϊ, όπως μας το μεταφέρει ο Παπαστρατής, γράφει σε λόγια βουλγαρική γλώσσα: «Αυτό το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου χτίστηκε το καλοκαίρι του 1921 μετά τη γέννηση του Χριστού, με τη χορηγία του πατριώτη Δίμιταρ Σπίροφ, γεννηθέντος στο χωριό Ζαγορίτσανη, νομού Κόστουρ, Μακεδονία, στη μνήμη των σκοτωμένων στις 25 Μαρτίου 1905 στο χωριό τους Ζαγορίτσανη από έλληνες αντάρτες». Η έρευνα του συγγραφέα καταλήγει εμφατικά στο ότι πολλά από τα μνήματα στο κοιμητήριο ανήκουν σε σλαβόφωνους που κατάγονται από τη Ζαγορίτσανη. Το χωριό αυτό, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ραϋμόνδος Αλβανός, πράγματι «αποτέλεσε από τα μέσα ήδη του 19ου αι. προμαχώνα και πυλώνα φιλοβουλγαρικού προσανατολισμού σε σημείο που να φέρει το προσωνύμιο ”Μικρή Σόφια”».


* * *

Σε κάποια πράγματα στην Πόλη θαρρείς ότι ο χρόνος έχει σταματήσει στις αρχές του 20ου αιώνα, και σε κάνει να αναρωτιέσαι –αναπάντητα βέβαια– πως θα είχε κυλήσει η ιστορία τον αιώνα που πέρασε και πως θα ήταν ο κόσμος, η Ελλάδα, η Τουρκία, τα Βαλκάνια, εάν ενάμιση αιώνα πριν, η Ρωμιοσύνη ως γένος είχε καταφέρει να υπερκεράσει τα έθνη…

* * *


Μετά την εκδήλωση της εξέγερσης του Ίλιντεν σε Μακεδονία και Θράκη, κατά το θέρος του 1903, οι Τούρκοι επιτίθενται κατά του χωριού, πυρπολούν και καταστρέφουν σχεδόν το σύνολο των κατοικιών δολοφονώντας 25 κατοίκους του χωριού. Λίγο αργότερα, στις 12 Ιανουαρίου του 1904, ο Ίων Δραγούμης σημειώνει σε υπηρεσιακή του αναφορά: «Κατά ειδήσεις μεταδοθείσας υπό του κ. Αγγελοπούλου, 60 οικογένειαι εκ του χωρίου Κωστενέτσι, 40 οικογένειαι εκ Μπομπίστης, και ολόκληρον το χωρίον Ζαγορίτσανη, επέδωκαν αναφοράς προς Καϊμακάμην Καστορίας, δι’ ων ζητούσιν να ασπασθώσι τον καθολικισμόν»…

Αυτό μπορεί να σημαίνει πως είτε οι κάτοικοι των χωριών αυτών βρέθηκαν σε απελπιστικά δεινή θέση είτε ότι και πάλι δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα με το οποίο επιχειρήθηκε να ενισχυθούν ακόμα πιο πολύ τα φιλοβουλγαρικά αντανακλαστικά της Ευρώπης ή να απειληθούν με έμμεσο τρόπο οι Τούρκοι. Παρόμοια κίνηση οι Βούλγαροι είχαν κάνει και πριν από την ίδρυση της Εξαρχίας απειλώντας ότι θα προσχωρήσουν στους Καθολικούς εκβιάζοντας εν προκειμένω το Πατριαρχείο. Η κίνηση τους αυτή μάλλον τότε δεν προχώρησε καθώς ό Παπαστρατής σημειώνει: […] η κοινότητα των Βουλγάρων Ουνιτών-βουλγαρόρρυθμων Καθολικών ήταν πάντοτε ολιγάριθμη και σήμερα έχει σχεδόν ολοκληρωτικά εκλείψει. 



ΟΔΟΣ | Καστοριά | Παπαστρατής | Τσίγκασ | σλαβόφωνοι
ΟΔΟΣ 17.11.2016 | 860


Η «Σφαγή της Ζαγορίτσανης» (όπως πράγματι είναι και όπως επικράτησε να ονομάζεται), τον Μάρτιο του 1905 ύστερα από εντολή του καπετάν Τσόντου-Βάρδα και εκτέλεση από τα σώματα των Καούδη, Γύπαρη, Δούκα, Μακρή κ.ά. αποτελούσε πράξη αντιποίνων εκ μέρους των Ελλήνων και επέφερε αρνητικά αποτελέσματα με την κατακραυγή εναντίον της Ελλάδας την οποία προκάλεσε στην Ευρώπη. Τα ονόματα Ελλήνων ορθοδόξων και άλλων, πλην των βουλγαρικής συνειδήσεως, μεταξύ των 62 θυμάτων της Ζαγορίτσανης, ο άτυπος χαρακτηρισμός του γεγονότος ως «πραξικόπημα» από τον Βασιλιά Γεώργιο τον Α’, η άρνηση του Γερμανού Καραβαγγέλη (σχεδόν επί δύο χρόνια) να δώσει εξηγήσεις ως προς το περιστατικό ακόμα και στο Πατριαρχείο, αποδεικνύουν τον φανατισμό που κίνησε την εν θερμώ αυτή ενέργεια. Ξεχωρίζω εδώ την φρικώδη σχετική στιχουργία του Παύλου Γύπαρη στο βιβλίο του «Πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνα» όπου αυτός κομπάζει και επαίρεται για τον πρωταγωνιστικό του ρόλο τόσο στην «Τιμωρία των λύκων της Ζαγορίτσανης» όσο και στη «Μάχη του Ζέλενιτς» (σημερινό Σκλήθρο Φλώρινας. Σημειωτέον ότι δεν επρόκειτο για κανονική μάχη αλλά για αιφνιδιαστική επίθεση νύχτα σε σπίτι όπου γινόταν γαμήλια γιορτή Εξαρχικών. Ο απολογισμός: 40 με 47 σφαγμένοι ή καμένοι). Θυμίζουμε ότι ο Γύπαρης ορίζεται κατά την περίοδο του Διχασμού διοικητής −των μισθοδοτουμένων από τον κρατικό προϋπολογισμό− αποσπασμάτων ασφάλειας και μέχρι το 1935 προσωπικός σωματοφύλακας του Βενιζέλου. Πρωταγωνιστεί στην δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη το 1920 και απολαμβάνει, κατά τον μακρόν του βίο, δημόσιων αξιωμάτων όπως του Νομάρχη και του βουλευτή καθώς και πλήθος από τιμητικές διακρίσεις.

Στο έγγραφο του Αρχείου Στεφάνου Δραγούμη που φέρει τον τίτλο «Αι εν Ζαγοριτσάνη Σφαγαί» με ημερομηνία 19.4.1905, στο οποίο αναφέρεται ο Παπαστρατής, διατυπώνεται κατηγορηματικά, ότι «ουδεμία συμπλοκή εγένετο προς Βουλγάρους, διότι Βούλγαροι δεν είχον καταφύγει εις Ζαγορίτσανην […] δεν ήτο κέντρον βουλγαρισμού ως παρίσταται […]». Το έγγραφο αυτό είναι γνησιότατο, φυλάσσεται στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη και έχει γραφεί από το χέρι του Στεφ. Δραγούμη. Ο Παπαστρατής επισημαίνει πάντως ότι «Τα περισσότερα από τα επώνυμα των θυμάτων της σφαγής στη Ζαγορίτσανη απαντώνται σε εκσλαβισμένη μορφή στο βουλγαρικό νεκροταφείο Φερίκιοϊ».

Τα συμπεράσματα που εξάγει και οι απόψεις που διατυπώνει ο Παπαστρατής στις σελίδες 42-48 (κάτω από τους τίτλους Επισημάνσεις, αντί επιλόγου και Post scriptum) αποτελούν εξαιρετικά ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου καθώς εδώ τίθενται τα ζητήματα σε σύγχρονη βάση και με αναφορές από το διεθνές δίκαιο, τον χάρτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ. Οι συνθήκες όμως αυτές, περί τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, με τις αιματηρές εθνοτικές συγκρούσεις και ιδίως μέσα στο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο γεγονότα όπως αυτά της Ζαγορίτσανης συνέβησαν, είτε δεν ίσχυαν είτε εκ των πραγμάτων παραβιάστηκαν συστηματικά. Η δε εξέταση των γεγονότων αναδρομικά, υπό το πρίσμα των όσων ισχύουν σήμερα, εκτός από την αποδόμηση των εννοιών της πολεμικής αρετής και της ηθικής ή την αμαύρωση ηρωϊκών προτύπων, δεν προσφέρει ωφέλεια.


ΟΔΟΣ Καστοριά
Θρασύβουλου Ορ. Παπαστρατή: Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ
Εκδόσεις "Το Δόντι", Ιούλιος 2018, ISBN 978-960-9772-90-7


Ο Παπαστρατής, στην σύντομη συζήτηση με την οποία κλείνει το βιβλίο του, υπερασπίζεται το δικαίωμα του ατομικού αυτοπροσδιορισμού (σχετικά με την εθνική η εθνοτική συνείδηση, σε ζητήματα γλώσσας ή θρησκείας) και τα δικαιώματα πάνω σε κάθε νόμιμα αποκτηθείσα περιουσία από οποιονδήποτε πολίτη. Στέκεται θαρραλέα στα ζητήματα των μειονοτήτων όμως παραδέχεται ότι «είναι αδιανόητο να υπάρχουν σήμερα πολίτες της χώρας που εξακολουθούν να μη μιλούν επαρκώς την ελληνική γλώσσα ή ακόμη χειρότερα να επιμένουν στο ανύπαρκτο δικαίωμά τους στην άγνοια αυτή» ή […] «αξιώνουν να χρησιμοποιούν διαφορετική γλώσσα στις συναλλαγές τους με τις αρχές» […] «και την ίδια ώρα το επίσημο ελληνικό κράτος να μη λαμβάνει κανένα μέτρο για την επίλυσή του» [αναφερόμενος κυρίως στο παράδειγμα της Θράκης].

Η λίστα που παραθέτει ο συγγραφέας με τους χαρακτηρισμούς τους οποίους οι ελληνικές αρχές κατά καιρούς προσέδωσαν στους ατυχείς εκείνους που γεννήθηκαν στην Μακεδονία χωρίς να μιλούν ελληνικά και τους οποίους με απηνή τρόπο (και αφρόνως όπως αποδείχτηκε) καταδίωξαν, παρουσιάζουν ενδιαφέρον ενώ κάποτε προκαλούν και πικρή θυμηδία: Βουλγαρόφωνοι, βουλγαρίζοντες, βουλγαρόφρονες, μακεδονοσλαύοι, σλαυόφωνοι, σλαβομακεδόνες, ρευστής ή ξένης συνειδήσεως, Εξαρχικοί, σχισματικοί, βουλγαρομακεδόνες, βουλγαροσυνείδητοι, ρευστοσυνείδητοι, σλαυόφρονες, ντόπιοι ή γηγηνείς Μακεδόνες, δίγλωσσοι [...]

Στην τελευταία φράση του post scriptum διαβάζουμε: «Σε κάποια πράγματα στην Πόλη θαρρείς ότι ο χρόνος έχει σταματήσει στις αρχές του 20ου αιώνα, και σε κάνει να αναρωτιέσαι –αναπάντητα βέβαια– πως θα είχε κυλήσει η ιστορία τον αιώνα που πέρασε και πως θα ήταν ο κόσμος, η Ελλάδα, η Τουρκία, τα Βαλκάνια, εάν ενάμιση αιώνα πριν, η Ρωμιοσύνη ως γένος είχε καταφέρει να υπερκεράσει τα έθνη...».

Δεν αντέχω στον πειρασμό να αντιστοιχήσω με την παρακάτω (εν έτει 1912−τουτέστιν: στιγμή των Βαλκανικών Πολέμων…) πικρή διαπίστωση του Ίωνα Δραγούμη:
[…] Είναι εποχή εθνικισμού. Σαν πνοή δυνατή περνάει από πάνω από τα έθνη και τα συνταράζει. Σφίγγει κάθε άλλη αντίληψη και πάει να την πνίξει. Στη Ρωμιοσύνη η εκκλησία που ως τον 19οναιώνα βαστούσε στην αγκαλιά της λογιών λογιών εθνών ανθρώπους, τώρα πιέζεται και στενοχωριέται από τον εθνικισμό, που από παντού περνά και τα χαλνάει όλα. Και έτσι η εκκλησία η Ελληνική (γιατί πάντα Ελληνική, χωρίς όμως εθνικιστική αντίληψη και τάση, ήταν η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία) σούρνεται πότε από δω και πότε από κει, πολεμά με τον εθνικισμό που θέλει να της αφαιρέσει την οικουμενικότητα και την ορθοδοξία της και πάει να την κάνει μονάχα, για τους Έλληνες μονάχους εκκλησία […]³

1. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο διακτυακό περιοδικό fractal. Σε μια αρχική μορφή διαβάστηκε κατά τη παρουσίαση του βιβλίου στις 12 Μαΐου 2019, κατά την διάρκεια της 16ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη.
2. Το σύνολο των περιεχομένων του βιβλίου πρωτοδημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα ΟΔΟΣ της Καστοριάς (σε δεκατρείς συνέχειες από τον Νοέμβριο 2016 μέχρι τον Φεβρουάριο 2017).
3. Ίωνος Δραγούμη, Φύλλα ημερολογίου, τόμος Δ’, εκδόσεις Ερμής 1985. Στην εγγραφή με ημερομηνία: Ιούλιος 1912, σελ.231.



Papastratis - Tsigas - Odos - Kastoria - slavofonoi
Θρασύβουλος Ορ. Παπαστρατής
[φωτό: Ν. Τσίγκας]

Ο Θρασύβουλος Ορ. Παπαστρατής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και δικηγορεί στη Χαλκίδα από το 1991. Μελετά την ιστορία των λαών της Βαλκανικής και της Ανατολής. Έχει γράψει βιβλία για τη Θράκη, καθώς και για τον ελληνισμό και τον εβραϊσμό της Κωνσταντινούπολης. Μελετά επίσης την ιστορία του εβραϊκού ελληνισμού. Έχουν εκδοθεί τα παρακάτω βιβλία του: Στην πόλη και στη Θράκη, Ρήσος (1994), Επταλόφου Βοσπορίδος οδοιπορία, Ηρόδοτος (1998), Οι Εβραίοι του Διδυμοτείχου, Εκδόσεις Τσουκάτου (2001), Γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Τσουκάτου (2003), Γειτονιές του Βοσπόρου, Εκδόσεις Τσουκάτου(2005), Στάχτες και δάκρυα στη λίμνη-Ιστορία των Εβραίων της Καστοριάς, Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος (2010), Από την Γκιουμουλτζίνα στην Τρεμπλίνκα – Ιστορία των Εβραίων της Κομοτηνής, ΠΑΚΕΘΡΑ (2010), Οι Εβραίοι της Καβάλας, Συλλογές (2010), Γειτονιές της Χαλκηδόνας, Εκδόσεις Τσουκάτου (2012), Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ, Το Δόντι (2018).


Σχετικά:

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Ιουνίου 2019, αρ. φύλλου 991


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.