11.9.19

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Δουλεύοντας έρχεται η ευχαρίστηση…



Εκφράζοντας τη βαθιά ευγνωμοσύνη μου προς την εφημερίδα θα ήθελα να αρχίσω το σημερινό μου κείμενο· προς το έντυπο αυτό που, όταν είναι σοβαρό, μας προσφέρει τόσα καλά που οι άμοιροι οι οποίοι νομίζουν πως τα βρίσκουν αυτά τα καλά στο Διαδίκτυο είναι πολύ γελασμένοι· το Διαδίκτυο απλή πληροφόρηση προσφέρει, όχι στους αναγνώστες του, αλλά στους πλοηγούς του κι αυτό μονάχα με τις έγκυρες αναρτήσεις και με τα κείμενα που έχουν την τιμή να υπογράφονται από σοβαρούς συγγραφείς.

Η σοβαρή και έγκυρη εφημερίδα καταφέρνει σοβαρότερα πράγματα· καλλιεργεί την κριτική σκέψη του αναγνώστη-ήδη προστέθηκε ένα ακόμη πλεονέκτημα: άλλο η ανάγνωση και τελείως άλλο η πλοήγηση, κατά τη διάρκεια της οποίας τα παραθυράκια που ανοίγουν και σε προκαλούν να τα κοιτάξεις (όχι να τα διαβάσεις) συχνά σε κάνουν να ξεχνάς από πού ξεκίνησες και πού ήθελες να φτάσεις, αλλά ποτέ δεν έφτασες.

Καλλιεργεί, λοιπόν, η σοβαρή εφημερίδα την κριτική σκέψη του αναγνώστη, γιατί του παρέχει βαθύτερη ανάλυση της όποιας είδησης. Σε παίρνει δηλαδή από τη φλούδα της είδησης, το περιτύλιγμά της, και σε πάει βαθύτερα, διεισδύεις στην ουσία της. Αυτό είναι που ωφελεί τελικά, η ουσία και το γιατί του γεγονότος. Αυτό είναι που κάνει τον βαθιά ενημερωμένο να ξεχωρίζει από τον απλώς πληροφορημένο.

Βέβαια, η εποχή μας όπου κυριαρχεί το επιφανειακό και η ρηχότητα, δεν ευνοεί το ουσιαστικό και το βάθος των πραγμάτων. Στην εποχή μας μπορεί να εντυπωσιάζει όποιος είναι καλά πληροφορημένος, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου αρκετό· η βαθύτερη προσέγγιση των πραγμάτων μετράει και θα μετράει πάντα, οπότε…*

Γι’ αυτό θα ευγνωμονώ πάντοτε την εφημερίδα, που την αγάπησα από μικρό παιδί, όταν φεύγοντας από τα χέρια του πατέρα μου κατέληγε πάντα στα δικά μου. Μάλλον η όρεξή μου να διαβάζω ό,τι έπεφτε στα χέρια μου σε συνδυασμό με το πρότυπο του πατέρα που ήθελε να ενημερώνεται και να έχει άποψη έφταιξαν και δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τις στήλες και τα άρθρα της, χωρίς το τόσο ωφέλιμο ξεφύλλισμά της.

Έτσι, λοιπόν, αφού της εξέφρασα την ευγνωμοσύνη μου, θέλω να εκφράσω και τη βαθιά μου λύπη, γιατί εδώ και κάμποσα χρόνια, όποτε στο σχολείο για διάφορους λόγους ζητώ να φέρουν οι μικροί μαθητές εφημερίδες , μονάχα αθλητικές εφημερίδες φέρνει μια ισχνότατη μειοψηφία παιδιών. Είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας: τι να την κάνεις την εφημερίδα, όταν από το Ίντερνετ «μαθαίνεις» τόσα άχρηστα πράγματα που σου φαίνονται ενδιαφέροντα; Κι αν σας φαίνεται πως υπερβάλλω, θα σας πω ότι κάποια χρονική στιγμή είχαν κατακτήσει την κορυφή της δημοφιλίας βίντεο πρόβαλλαν τις Καρντάσιανς και κάτι γάτες-τα συμπεράσματα δικά σας…






Μετά, λοιπόν, από αυτόν τον πρόλογο έρχομαι στο θέμα μου. Πριν από λίγο καιρό διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Π. Μανδραβέλη με τον τίτλο «Το διάβασμα ως τιμωρία». Η είδηση αφορούσε έφηβους μαθητές στις ΗΠΑ που έγραψαν ρατσιστικά σε βάρος των μαύρων συνθήματα, τους οποίους υποχρέωσε το σχολείο τους να διαβάσουν λογοτεχνικά βιβλία με αντιρατσιστικό περιεχόμενο. Όπως ήταν φυσικό, η τιμωρία αυτή προκάλεσε αντιδράσεις. Όμως, δύο σημεία του άρθρου τραβούν την προσοχή μας και αξίζει να μας απασχολήσουν ιδιαιτέρως· η ομολογία ενός από τους τιμωρημένους μαθητές πως τα βιβλία της τιμωρίας τού έμαθαν πράγματα που ως τότε αγνοούσε, άρα η τιμωρία τον ωφέλησε πολύ, γιατί, όπως δήλωσε, δεν πρόκειται να ξανακάνει το ίδιο λάθος! Και το δεύτερο, επίσης αξιοπρόσεχτο σημείο, είναι η άποψη του σύγχρονου φιλοσόφου, ο οποίος υποστηρίζει ότι κακώς πιστεύουμε ότι τα παιδιά μαθαίνουν ό,τι τα ενδιαφέρει· αντιθέτως, τα παιδιά ενδιαφέρονται για εκείνα τα οποία μελετούν.

Ως παιδαγωγός, επί 35 συναπτά έτη μάλιστα, ομολογώ πως η συγκεκριμένη άποψη παραξενεύει όλους εμάς που επί χρόνια διδάσκουμε έχοντας ως αξίωμα το «τα παιδιά μαθαίνουν ό,τι τα ενδιαφέρει», οπότε εμείς κάναμε τα πάντα για να τραβήξουμε την προσοχή τους, να τα σαγηνεύσουμε, προκειμένου να τα κάνουμε να ενδιαφερθούν πρώτα και μετά να μάθουν. Κι όμως! Και η πράξη διαψεύδει το «αξίωμα» αυτό, αλλά και ο Πλάτων το έχει πει ρητά: «Παιδείας αι μεν ρίζαι πικραί, οι δε καρποί γλυκείς». Πώς το ξεχάσαμε αυτό; Πώς πιστέψαμε πως προηγείται η ευχαρίστηση και ακολουθεί η μάθηση; Πώς δεν εκπαιδεύσαμε τα παιδιά μας να αντλούν την ευχαρίστηση από τη μάθηση, τη στιγμή μάλιστα που, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από την πνευματική;

Θα έλεγα λοιπόν πως «δουλεύοντας έρχεται η όρεξη για διάβασμα». Δεν είναι ξεπερασμένος ο Πλάτων, καθόλου μάλιστα. Το επιβεβαιώνει και η κινέζικη παροιμία που λέει πολύ σοφά: «Κράτα το παιδί σου πάντοτε λίγο λυπημένο», πράγμα που θα λέγαμε αλλιώς: «Φρόντισε κάτι να λείπει πάντα από το παιδί σου, μην του τα δίνεις όλα. Το αίσθημα του κορεσμού μόνο καλό δε φέρνει».

Αυτονόητα πράγματα, που εδώ και δεκαετίες, από τότε που είχε αρχίσει η κρίση αλλά εμείς το καταλάβαμε όταν χρεοκοπήσαμε, τα έχουμε ξεχάσει. Κάναμε ιδανικό μας την ευκολία, το πληρώσαμε και το πληρώνουμε ακόμη πολύ ακριβά. Κάναμε οδηγό μας την αρχή της ήσσονος προσπάθειας, του όσο το δυνατόν λιγότερου κόπου: κόπιασε το λιγότερο που μπορείς για να φτάσεις όσο ψηλότερα γίνεται. Με του κισσού το πλάνο ψήλωμα, με του ερπετού το σύρσιμο, καμία σημασία δεν έχει. Άλλωστε, για μας δε μετρούσε ο τρόπος, παρά μονάχα το αποτέλεσμα. Εφαρμόζαμε, βλέπετε, το ανήθικο «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και τίποτε δε μας πτοούσε, προκειμένου να πετύχουμε τους στόχους μας, που και αυτοί δεν ήταν πάντα οι αγνότεροι κι οι καλύτεροι. Και, πάνω απ’ όλα, θέλαμε να φτάσουμε χωρίς να έχουμε στο μεταξύ κουραστεί, αφού μόνο οι χαζοί κουράζονταν.

Θυμάμαι ακόμη πόσο είχα σοκαριστεί, διαβάζοντας την ιστορία που είχε γράψει ένα 8χρονο αγόρι ακολουθώντας πιστά το πνεύμα της εποχής μας: πως ήταν κάποτε ένα ευτυχισμένο κοριτσάκι που οι γονείς του το αγαπούσαν πολύ και δεν το άφηναν να κάνει τίποτε, μα αυτό τα είχε όλα. Κι όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε έναν άνθρωπο που κι αυτός της τα πρόσφερε όλα, γιατί την αγαπούσε πολύ. Κι έτσι το κοριτσάκι αυτό, ευτυχισμένη γυναίκα πια, τα είχε όλα στη ζωή του, χωρίς ποτέ της να έχει κουραστεί ποτέ της-η τέλεια ενσάρκωση του άρρωστου πνεύματος της εποχής μας.

Ώσπου δεν αργήσαμε και περάσαμε από την τακτική της ήσσονος προσπάθειας σ’ αυτήν της μη προσπάθειας ή, αλλιώς, στο επίδομα ανεργίας. Αυτό αρχικά δεν είναι κακό, αλλά γίνεται πολύ κακό όταν οι νέοι μας αποφεύγουν πια την εργασία, αφού το επίδομα της ανεργίας είναι συχνά μεγαλύτερο από την αμοιβή για την εργασία και οπωσδήποτε είναι προτιμότερο, αφού το παίρνεις δίχως να κουνήσεις το δαχτυλάκι σου και χωρίς καθόλου να κοπιάσεις και να κουραστείς. Έτσι, λοιπόν, και δυστυχέστατα, διαβάσαμε στην αγαπημένη μας εφημερίδα και πάλι τον τίτλο: «”Ασθένεια” για τα ροδάκινα τα κοινωνικά επιδόματα» όπου περιγράφεται το μέγιστο πρόβλημα των ροδακινοπαραγωγών του πλούσιου μακεδονικού κάμπου, οι οποίοι χρειάζονται απεγνωσμένα εργατικά χέρια για τις δουλειές τους, αλλά δε βρίσκουν, αφού οι νέοι μας προτιμούν το επίδομα ανεργίας από την κούραση του χωραφιού!!! Τέτοια είναι η κατάντια σε ένα κράτος, εδώ έχουμε κατρακυλήσει, αφού επιδοτείται περισσότερο η ανεργία και πολύ λιγότερο η εργασία, με αποτέλεσμα η ανεργία να γίνεται ιδανικό κι η εργασία να αποφεύγεται με κάθε τρόπο.

Έτσι εξηγείται που τα παιδιά μας τόσα χρόνια επιμένουν να γράφουν «δουλεία» αντί για δουλειά, λαθεύοντας απλώς στον τονισμό, αλλά, άθελά τους, εκφράζοντας το πνεύμα της εποχής μας, όπου η δουλειά σκλαβιά θεωρείται, γιατί το εύκολο και ακοπίαστο κέρδος επιθυμούν οι περισσότεροι. Γι’ αυτό είχαμε κατασκευάσει κι ένα ευφυολόγημα που έλεγε πως αν η δουλειά ήταν ευχαρίστηση, θα έπρεπε να πληρώνουμε για την ευχαρίστηση αυτή κι όχι να πληρωνόμαστε… Κι όμως! Αν θελήσουμε να βρούμε πώς ορίζεται η ψυχική ασθένεια, θα ανακαλύψουμε πως «ψυχικά ασθενής είναι εκείνος που αδυνατεί να ολοκληρώσει τη δουλειά που του ανατίθεται, όσο απλή κι αν είναι». Τρομερό δεν είναι; Να αποφεύγουμε να δουλέψουμε, ενώ η δουλειά είναι αυτή που ξεχωρίζει τους υγιείς από τους αρρώστους!!!

Διαπιστώνοντας, λοιπόν, πόσο έχουμε αρρωστήσει ως κοινωνία, ζητάμε από τους πολιτικούς μας πρώτα να αλλάξουν τα δεδομένα στη ζωή μας κι έπειτα να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τα πράγματα πιο βαθιά και με περισσότερο μυαλό. Επιβάλλεται το γρηγορότερο να δοθούν κίνητρα εργασίας κι όχι ανεργίας, να προστατευτεί η εργασία, όχι η ανεργία. Είδαμε τη λέξη «δουλειά» σε πολλά προεκλογικά μανιφέστα-τους ζητάμε να τη βάλουν στη ζωή τη δική τους και τη δική μας, αλλά και στην καρδιά μας! Γιατί η δουλειά είναι συνώνυμο της δημιουργίας και χωρίς τη δημιουργία οι ζωές των ανθρώπων είναι άχρωμες, άοσμες και άγευστες, είναι κενές και κούφιες. Όσα λεφτά κι αν θα μας έδιναν για να καθόμαστε…


* Για την τηλεόραση ως μέσο ενημέρωσης δεν συζητώ. Οι συζητήσεις μόνο συζητήσεις δεν είναι, αφού ο ένας μιλάει πάνω στον άλλον και γίνεται οχλοβοή, ενώ οι σοβαρές εκπομπές, μεταξύ των οποίων κάποιες σημαντικές συνεντεύξεις, μεταδίδονται πολύ αργά για μας τους εργαζομένους, οπότε μας είναι δύσκολο να τις παρακολουθήσουμε…

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13 Ιουνίου 2019, αρ. φύλλου 990




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.