19.11.19

ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΑΜΑΝΤΑ: Ο Μπέμπης

Ο καθένας καταγράφει ανεξίτηλα στο θυμικό του γεγονότα της ζωής, που τον συγκίνησαν ιδιαίτερα και τα οποία σε τελική ανάλυση αποτελούν και την προσωπική του ιστορία. Αν υπεροπτικά διατεινόμαστε, ότι λόγω μυαλού ο άνθρωπος είναι το κέντρο του κόσμου, τότε όλα τα άλλα όντα μοιραία υπάρχουν απλώς για να μας εξυπηρετούν. Στεκόμαστε στην κορυφή της πυραμίδας και η θεώρησή μας αφορά μόνον την τροφική αλυσίδα, τις σχέσεις δηλαδή του «τρώγω – τρώγομαι» αφήνοντας στην άκρη κι άλλες αρετές ή συμπεριφορές των «παρακατιανών» υπάρξεων.

Αν πάλι δεχθούμε σαν επιστημονικά ορθή τη θεωρία ότι ο άνθρωπος και μόνον κατέχει το προνόμιο του «συναισθάνεσθαι», τότε μάλλον αδικούμε πολλά από τα ζώα οικόσιτα και μη τα οποία, εκτός από τα βασικά ορμέμφυτα, παραδίδουν με τον τρόπο τους μαθήματα άδολης αγάπης, αλληλεγγύης, συντροφικότητας, θαλπωρής και όχι μόνον μεταξύ τους. Άλλωστε όλοι μας λίγο – πολύ έχουμε αντιληφθεί αυτή τη διακεκριμένη συμπεριφορά και κάτι σχετικό έχουμε να διηγηθούμε είτε από μαρτυρίες άλλων είτε από προσωπικά βιώματα.

Κατακαλόκαιρο του 1972 και όπως πάντα, ύστερα από μια κοπιαστική αγροτική ημέρα, συνόδεψα στις σιτοκαλαμιές του κάμπου για βραδινή βοσκή κι ανάπαυση τον Τσέλιο –το γενναίο άλογό μας– και τον Μπέμπη -ένα περήφανο αρσενικό γαϊδούρι, τον πρωταγωνιστή του παρόντος αφηγήματος (το άλλο άλογό μας, –την Κούλα– τη σκότωσε λίγα χρόνια πριν το τραίνο και εκείνη η οιμωγή έχει καταγραφεί σε ένα άλλο σημείωμα ως «το άλογο που έκλαιγε»).

Εδώ επιβάλλεται μια σύντομη βιογραφική παρένθεση, γιατί όπως αντιληφθήκατε πρόκειται για επώνυμο ζώο κι όχι της σειράς. Ο Μπέμπης, που λέτε, ήταν όψιμος γιός της γαϊδούρας μας – της Μάρως– και βέβαια της έμοιαζε στο μπόι, το χρώμα και τη σωματική ρώμη. Επειδή στο σπίτι μας δεν ξεχωρίζαμε ως προς την περιποίηση τα άλογα από τα γαϊδούρια, ο Μπέμπης (νονός ο υποφαινόμενος) μεγάλωσε με περισσή φροντίδα. Βέβαια εκτός από το καμάρι μας (όπως ακριβώς καμαρώνουν σήμερα πολλοί για τα ακριβά αυτοκίνητά τους…) υπήρχε εκ μέρους μας η διαρκής υστεροβουλία για δύσκολες αγροτικές δουλειές. Πάντως ανατράφηκε με νοοτροπία αλόγων και οδηγούσε με υπερηφάνεια πάντοτε τη φορτωμένη αρμάδα.

Γνώριζε όλα τα μονοπάτια που οδηγούσαν στα χωράφια μας και αρκούσε μια συνθηματική λέξη να μας «πετάξει» ως εκεί: «Γκαζέλο», «Παλυόμυλο», «Αμπέλια» κλπ. Αν καμιά φορά ξεχνούσαμε να του μηνύσουμε τον προορισμό, σταματούσε στο σταυροδρόμι και περίμενε εντολή. Για να τον τιθασεύουμε δε, του μειώσαμε δραστικά τις παροιμιώδεις γενετήσιες ορμές, φέρνοντας στο σπίτι τον εμπειρικό μουνούχο –Στρογγυλός ονόματι- και του αφαίρεσε παρουσία μας με πρωτόγονο και άκρως επίπονο τρόπο τους όρχεις! Ήμαρτον Θεέ μου! Σε αντίθεση με τους άλλους συγχωριανούς εμείς του είχαμε ακριβό κι όμορφο σαμάρι και όταν πηγαίναμε επισκέπτες με τη μάνα μας στο χωριό της, του καλύπταμε τα καπούλια με μια υφαντή φανταιζί μπατανία για να φαίνεται ομορφότερο το μεταφορικό όχημα…

Όταν ερχόταν η ώρα για να κορέσει τη δίψα του, συνηθίζαμε για ικανοποίηση να σφυρίζουμε με δεξιοτεχνία σαν παραδείσια πουλιά. Αλλά και την ώρα του φαγητού, ενώ τα άλογα ήταν πολύ λαίμαργα, ο Μπέμπης περίμενε (εγώ πάντως διατείνομαι από τακτ) να απομακρυνθούμε λίγο για να απολαύσει με ευγενικό τρόπο την τροφή του. Ήταν η βολική λύση για όλες τις μικροδουλειές και βέβαια το ΙΧ μας για τις προσωπικές μεταφορές (στον γάιδαρο, λόγω χαμηλότερου ύψους ανεβαίνεις πιο εύκολα).

 Όπως και τα υπόλοιπα οικόσιτα ζώα, τον θεωρούσαμε μέλος της οικογένειάς μας και γι’ αυτό δεν τον ξεχνούσαμε ποτέ νηστικό ή διψασμένο. Ιδιαίτερα εγώ, λόγω της καθημερινής ενασχόλησης με τη φροντίδα του, είχα αναπτύξει μαζί του μια σχέση καρδιάς και θαρρώ πως μου το ανταπέδιδε ποικιλοτρόπως. Κι όταν καμιά φορά τελεμένος από κούραση παραφερόμουν και τον έδερνα λίγο για σωφρονισμό ή από άχτι(!), του ζητούσα ύστερα συγνώμη, τον χάιδευα και τον τάιζα εξτρά. Βέβαια για ένα παιδί που μεγάλωσε στην πόλη όλα τα παραπάνω μοιάζουν αδιανόητα και μάλλον αφελείς αντιδράσεις. Ωστόσο για μας που μεγαλώσαμε με τα ζώα, κάτι κερδίσαμε από την παρουσία τους και τα καμώματά τους.

Σε τούτον τον υπερήφανο γάιδαρο μαζί με τα δυο μας άλογα λίγο – πολύ χρωστάω ίσως και τη ζωή μου, όταν δεκάξι ετών, κατακαλόκαιρο μεσημέρι με φοβερό καύσωνα γυρίζοντας μόνος από το διπλανό χωριό, (όπου είχα μεταφέρει την πανηγυριώτισσα θεία μου με τα παιδιά της) εκεί κοντά στο βάλτο έπεσα κάτω αναίσθητος από εξάντληση λόγω οξείας δηλητηρίασης. Αντί λοιπόν να το σκάσει η τετράποδη παρέα μου για γεύμα ως το κοντινό γρασίδι, παρέμειναν επί ώρες πάνω από το κεφάλι μου κάνοντας σκιά. Αυτή η ακινησία κίνησε την περιέργεια κάποιου συγχωριανού μου που έτυχε να βρίσκεται το χωράφι του λίγο πιο πέρα. Επανέκτησα τις αισθήσεις μου στο νοσοκομείο και ο συγχωριανός έγινε γρήγορα κουμπάρος μου! Τέλος η παρένθεση…

 Πηγαίνοντας λοιπόν το πρωί να φέρω τα ζώα από τις καλαμιές στο χωριό, αντικρύζω τον γάιδαρο τρεμάμενο και εντελώς απρόθυμο να περπατήσει! Με τα χίλια ζόρια τον έσυρα ως το σπίτι δεμένο πίσω από το άλογο. Ο πατέρας μου σαν πιο έμπειρος αποφάνθηκε αόριστα ότι «κλειδοστόμιασε». Αυτή βέβαια η γνωμάτευση είναι το σύμπτωμα κι όχι η αιτία. Προσπαθήσαμε να τον ποτίσουμε με κάποιο γιατροσόφι, αλλά όντως δεν άνοιγε το στόμα του, ενώ τα μάτια του γύρισαν προς τα πάνω. Στενοχωρηθήκαμε πολύ όλη η οικογένεια και παρά την φροντίδα και τα παγανιστικά ξόρκια των γειτόνων δεν υπήρχε βελτίωση της υγείας του, αλλά τουναντίον επιδείνωση.

Στο αγχωμένο οικογενειακό συμβούλιο ο πατέρας μας, πρότεινε να τον αφήσουμε στην τύχη του κι ο Θεός βοηθός. Άλλωστε εκείνη την εποχή περίσσευαν στην πιάτσα τα γαϊδούρια και η οικονομική τους αξία αντιστοιχούσε σε ευτελές ποσό. Αίφνης εμείς τα παιδιά αντιδράσαμε κλαίγοντας: «Μα ο Μπέμπης πατέρα είναι σαν αδελφός μας…». Προτείναμε να προσκαλέσουμε τηλεφωνικά τον κτηνίατρο, όπερ και έγινε.

Ο έμπειρος κτηνίατρος αποφάνθηκε αμέσως ότι πάσχει από προχωρημένο τέτανο (είχε μια πληγή στο πόδι του από ένα ξεχασμένο τσεκούρι) και οι πιθανότητες να ζήσει ήταν μηδαμινές. Εμείς όμως επιμέναμε να τον φροντίσουμε παρά το υψηλό οικονομικό κόστος – και ήμασταν φτωχοί άνθρωποι. Όντως ο γιατρός συνέστησε πολλές ενέσεις και για το φόβο της δικής μας μόλυνσης από το φοβερό μικρόβιο πρότεινε να αναλάβει ένας από την οικογένεια την αποκλειστική φροντίδα, ακολουθώντας ο ίδιος παράλληλα και προληπτικά ατομική θεραπευτική αγωγή. Τη συνολική φροντίδα την ανέλαβα εγώ χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό.

Δεδομένου ότι ήταν Αύγουστος μήνας κι ο καύσωνας επέτεινε τον κίνδυνο της αφυδάτωσης του εκλεκτού μας Μπέμπη, πρώτα πήγα στο βουνό και έκοψα κλαδιά από πλατάνια και τα τοποθέτησα πάνω στις λαμαρίνες, για να μειώσω τη θερμοκρασία στο κουμάσι που τον μεταφέραμε. Επειδή δεν έπρεπε να καθίσει κάτω, τον δέσαμε με τριχιές από τις γριντιές* της στέγης, κάτι σαν μαριονέττα ας πούμε και του έκανα τακτικά ενέσεις σε βαθμό να μη βρίσκω πλέον κρέας για τη σύριγγα.

Έμεινε κυριολεκτικά πετσί και κόκαλο από την αφυδάτωση, αλλά όντας από μικρός καλοταϊσμένος άντεχε στην πάλη με τον χάρο. Πέρασαν περίπου δεκαπέντε μέρες αγωνίας χωρίς ίχνος τροφής και νερού! Μόνο με κοίταζε ικετευτικά με τα εξογκωμένα μάτια του χωρίς να μπορώ να συγκρατήσω κάθε φορά τα δάκρυά μου. Του έλεγα μερικές παρήγορες κουβέντες χαϊδεύοντας τα μετρημένα παΐδια του. Εκείνο τον καιρό από τη στενοχώρια μου δεν έκλεισα καθόλου μάτι. Συνέπασχα, αλλά χαλάλι του!

Να που έπρεπε όμως να φύγω στη Θεσσαλονίκη, να προετοιμαστώ για την εξεταστική περίοδο Σεπτεμβρίου. Έτσι κι αλλιώς η φαρμακευτική αγωγή τελείωσε και περιμέναμε πλέον το θαύμα. Έφυγα με πολύ κρύα καρδιά κι ελάχιστες ελπίδες για τη ζωή του φίλου μου. Κάθε μέρα έπαιρνα τηλέφωνο στο χωριό (η μοναδική συσκευή βρισκόταν στο κοινοτικό μαγαζάκι) μπας και υπήρχε κάποια θετική εξέλιξη.

Ένα πρωινό, στην τηλεφωνική πρόσκλησή μου ανταποκρίθηκε η μικρότερη αδερφή πολύ χαρούμενη, λέγοντας ότι ο γάιδαρος ήπιε νερό και έφαγε λίγο χλωρό τριφύλλι! Πέταξα από τη χαρά μου και κέρασα την έκπληκτη παρέα μου. Κάθε μέρα απαιτούσα αναλυτικό ρεπορτάζ της ανάρρωσης δίνοντας επιτακτικά οδηγίες περίσσειας φροντίδας. Όντως, ο Μπέμπης «πήγε» και «γύρισε» με ιώβεια υπομονή, ενώ άρχισε να το παίρνει γρήγορα πάνω του. Είμαι σίγουρος ότι η αυθόρμητη κι ασυμβίβαστη αγάπη μας, βοήθησε πολύ προς αυτή την κατεύθυνση.

Μετά από ένα μήνα, όταν τελείωσε η εξεταστική περίοδος, κατέβηκα στο χωριό για λίγες μέρες, περισσότερο για να ιδώ τον υγιή πλέον Μπέμπη μας. Τον αναζήτησα αμέσως, αλλά οι γονείς μου, μου είπαν ότι τον δάνεισαν προσωρινά στον γείτονα να κουβαλήσει κοπριά για πάρτη του. Ύστερα πήγα ως συνήθως στην πλατεία να ιδώ τους φίλους μου κι εκεί που χωρατεύαμε ακούω ένα χαρούμενο και άκρως γνώριμο γκάρισμα. Ναι ήταν ο Μπέμπης φορτωμένος, που περνούσε από την πλατεία. Και κουνώντας την ουρά του ήλθε γοργά κατά πάνω μου ξεφεύγοντας πρώτη φορά από το συνηθισμένο δρομολόγιο!!!

Τον αγκάλιασα, τον φίλησα, τον χάιδεψα, ενώ η εμβρόντητη παρέα μου το έριξε στα γέλια μη γνωρίζοντας το τι είχε προηγηθεί. Σπάραξε η καρδιά μου από συγκίνηση. Τέτοια συνάντηση δεν θα μπορούσε να την στήσει κι ο πιο ευφάνταστος σκηνοθέτης. Έκτοτε ακούω βερεσέ απόψεις περί έλλειψης συναισθήματος στα ζώα. Μα εμείς τον Μπέμπη, όπως προείπα, δεν το μεγαλώσαμε σαν ζώο, αλλά σαν μέλος της οικογένειάς μας. Και μας ξεπέρασε σε αγάπη κι ευγνωμοσύνη.

Οι υπερήλικες γονείς μου δεν μπορούσαν πλέον να φροντίζουν τον Μπέμπη, οπότε δόθηκε δανεικός σε κάποιον γέροντα συγχωριανό μας, να τον έχει βολικό για τις μετακινήσεις του.
Πέρασαν αρκετά χρόνια και ανήμερα Πάσχα πήγα ως τον κάμπο του χωριού με τα μικρά παιδιά μου για να κλείσουμε το νερό από το πηγάδι, που πότιζε το τριφύλλι. Αφηρημένος δεν πρόσεξα την παρουσία του Μπέμπη που έβοσκε παρά δίπλα. Με επιτίμησε ή μάλλον με υποδέχτηκε με το χαρούμενο χαρακτηριστικό γκάρισμα.

Ήταν και η τελευταία φορά που αγκάλιασα τον φίλο μου. Αργότερα έμαθα ότι απεδήμησεν εις τόπον χλοερόν. Έχω όμως ένα βάρος στη συνείδησή μου, που δεν φρόντισα εκ των προτέρων για το κουφάρι του. Δεν του άξιζε να τον αποτελειώσουν άσπλαχνα τα όρνια.
Αν λάβουμε υπόψη μας ότι η ηλικία των γαϊδάρων δεν ξεπερνάει τα είκοσι χρόνια, ο ημέτερος και πολύπαθος φίλος μας έζησε τριάντα τρία, με όλη τη σημειολογία της ηλικίας του. Κάθε φορά που βρίσκομαι στο χωριό ανάμεσα στους μύριους συνειρμούς ξεχωρίζει ο Μπέμπης.
Τον συναντώ μπροστά μου κι αναγαλλιάζει η ψυχή μου. Αν υπάρχει άλλη ζωή πολύ θα ήθελα τον συναντήσω, έχοντας αποβάλει κάθε υποτιμητικό λαϊκό χαρακτηρισμό για τα συμπαθέστατα αυτά ζώα.


(*) γριντιά: ο ξύλινος κορμός που κρατάει τη στέγη

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Σεπτεμβρίου 2019, αρ. φύλλου 1000.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.