15.11.19

Η Σούλα η Μπάρμπα


Soula Barba | Mparmpa Ioannina - Kastoria 1962-2019
Χρυσαυγή Μπάρμπα 1962 - 2019

Η αλήθεια είναι ότι λίγες Κυριακές  πριν, δεν ήταν στο πρόγραμμά μου να συναντήσω την Σούλα στα Ιωάννινα. Είχα άλλωστε παρακάμψει την ακμάζουσα πόλη της Ηπείρου μόλις δύο μέρες πριν, περνώντας από την Ιονία στην Εγνατία Οδό και έτσι η συνάντηση αυτή με την Σούλα, στις 14 Ιουλίου 10.30 το πρωϊ για την ακρίβεια, ήταν θα έλεγα, κάπως αναπάντεχη.

Και όμως. Είδα την Σούλα. Φορούσε ένα έντονα πράσινο φόρεμα, καφτάνι νομίζω ήταν, με λεπτό αραβικό κέντημα από χρυσή κλωστή στο μπροστινό μέρος να περικλείει τον λαιμό της. Και ένα μαντήλι στο ίδιο χρώμα πράσινο, στο κεφάλι.

Μόνο η φίλη μας η Σούλα, «η Μπάρμπα», όπως συμπληρώναμε, θα φορούσε στα 57 μας χρόνια με ενθουσιασμό και ανεμελιά έφηβης, γυναίκας, συζύγου, μητέρας, κόρης, αδελφής φίλης, αλλά και γιαγιάς ταυτόχρονα, ένα τέτοιο, περίπου εκκεντρικό φόρεμα. Ναι γράφω και γιαγιάς, μιας και η μεγάλη της κόρη, η Βάλια είχε γίνει πλέον και αυτή μητέρα. Κι’ όμως, η Σούλα με το πράσινο της φόρεμα έδειχνε πάντα η Σούλα που γνώρισα.

Την φαντάστηκα ασυναίσθητα να το φοράει και να στριφογυρίζει αεικίνητη και όπως πάντα γελαστή μπροστά στον καθρέπτη της, με το χρυσοκεντημένο καταπράσινο καφτάνι της και αυτό να κυματίζει από την κίνηση της κορμοστασιάς της. Την άκουγα κιόλας να δικαιολογείται για το φανταχτερό της ρούχο λέγοντας μέσα της «ναι καμάρι μου», «Μου πάει». «Μαγκιά μου»

Έτσι έλεγε η Σούλα, «μαγκιά του», όταν μερικές δεκαετίες πριν σε πολιτική "ανάλυση" που είχαμε, υπερασπιζόταν τον πολιτικό που υποστήριζε, ενώ εγώ κατηγορούσα για τις ατασθαλίες του ως πολιτικού και συζύγου. Μας άκουγε όλο το εστιατόριο, με τις κορώνες μας να επιχειρηματολογεί κόβοντας ακαριαία την "συζήτηση" με το «μαγκιά του». Γι’ αυτό και αυτή η φράση «μαγκιά του» –με "τελεία και παύλα" στην συνέχεια– ταυτίσθηκε από τότε με την Σούλα.

Ή αναρωτιόταν αντίστοιχα, αν σε εσένα «καμάρι» της, σ’ αρέσει το πράσινο φόρεμα που πήρε από το Μαρόκο ή από το Βαρανάσι της Ινδίας ίσως να ήταν τελικά, όταν όπως η ίδια αφηγήθηκε, σε μια συζήτηση για τις ταξιδιωτικές μας εμπειρίες, έπεσε μέσα στον ιερό ποταμό Γάγγη, όπου ρίχνουν τα υπολείμματα των νεκρών που καίνε στις όχθες οι πιστοί Ινδουϊστές.

Και ώσπου να διαχειριστώ την εικόνα της εντυπωσιακής Σούλας "της Μπάρμπα" ντυμένης στα πράσινα, ήλθαν αυθόρμητα στις αναμνήσεις μου οι πρώτες στιγμές της γνωριμίας μας.

Κάπου 43 χρόνια πριν θαρρώ ήταν. Είχαν μόλις κυριολεκτικά καταφθάσει στην Καστοριά οικογενειακώς, ο στρατιωτικός πατέρας, η μητέρα, η Σούλα και η μικρή αδελφή της Βάνα.

Είχαν νοικιάσει ένα διαμέρισμα αρχικά κάπου εκεί στην οδό Παπαθωμά στην Καστοριά και η Σούλα κατέβαινε προς την παραλία από τα απότομα σκαλιά, με την αδελφή της να την ακολουθεί από κοντά στην πρώτη τους έφοδο στην πατρική μου γειτονιά. Και βρέθηκαν μπροστά μου. Αυτό ήταν. Γνωριστήκαμε αμέσως και από εκείνη την πρώτη στιγμή. Και γίναμε αμέσως φίλοι στην εφηβεία. Παραμείναμε φίλοι ακόμη και μετά την αναχώρησή της οικογένειας, τρία, τρεισήμισι, βαρειά τέσσερα χρόνια μετά για τα Ιωάννινα.

Μέχρι όμως να έλθει η ώρα να φύγουν οικογενειακώς από την Καστοριά, η Σούλα είχε κάνει φίλους της, μαζί με εμένα και τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, της ίδιας ηλικίας και τάξης που αυτή ξεχώρισε και επέλεξε. Δεν είχε μέτρο η Σούλα. Δεν είχε προτιμήσεις σε φιλίες ανάλογα με την ομορφιά, την οικονομική τάξη, το κοινωνικό status, την καταγωγή από την πόλη (ή όχι). Είχε φίλους που το μόνο κοινό τους, ήταν η ίδια.

Ζωηρή, πάντα αισιόδοξη, πάντα γελαστή και συναισθηματική, επαναστατική μέσα στην συμβατικότητά της, πρώτη στα γλέντια, η Σούλα μέχρι να φύγει είχε γίνει πασίγνωστη.

Αναρίθμητα τα μαθητικά πάρτυ που πήγαμε μαζί, οι έξοδοι στην θρυλική J&B, οι άπειροι γύροι της λίμνης, τα ποδήλατα, οι μπουγάτσες κάτω από το νέο σπίτι (διαμέρισμα) στην οδό Μητροπόλεως, όπου μετακόμισε αργότερα η οικογένεια, οι καλοκαιρινές έξοδοι στον ΝΟΚ και οι χειμερινές στο Πνευματικό, οι κρυφές από τον αυστηρό πατέρα αθώες συναντήσεις στα πίσω παράθυρα, η Ραφαέλα Καρά της, η Αμάντα Λήρ, οι Μπόνεϊ Εμ, οι Άμπα, η Σούλα η Μπάρμπα, υπήρξε τότε κεντρικό πρόσωπο στην μαθητική κοινωνία της Καστοριάς και ειδικά στην ηλικία μας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, δεκάδες τα αγόρια που την ερωτεύθηκαν, αλλά δίσταζαν να το παραδεχθούν. Άλλωστε η ίδια είχε την καρδιά και την σκέψη της μόνο σε ένα. Ακόμη και σήμερα το S+P=Love είμαι σίγουρος ότι υπάρχει κάπου χαραγμένο στα φρέσκα τότε τσιμέντα της παραλίας Βόρειας και Νότιας.

Όταν έφυγε λοιπόν η Σούλα για τα Ιωάννινα, η εφηβεία όλων μας επανακαθορίστηκε. Είχε προηγηθεί άλλωστε ο θάνατος σε τροχαίο ατύχημα του Στέργιου, συμμαθητή μας και φίλου της και είχαμε κάπως σοβαρέψει όλοι απότομα. Έτσι επανακαθορίστηκε και η δική της ζωή. Χωρίς να χαθεί η επικοινωνία η Σούλα η Μπάρμπα με το όνομα (Χρυσαυγή ήταν το κανονικό της) πριν τα 18 χρόνια γνώρισε τον κατοπινό σύζυγό της, τον λίγο μεγαλύτερο Κώστα με τον οποίο παρέμειναν ως τώρα 40 χρόνια μαζί και αγαπημένοι.

Μοντέρνα-μοντέρνα η Σούλα, γλεντζού και εξωστρεφής, χειραφετημένη ως προσωπικότητα αλλά ήταν πάντα πιστή και αφοσιωμένη στους ανθρώπους της. Όσο εύκολα κι αν έκανε γνωριμίες, τόσο δύσκολα ξεχνούσε τους ανθρώπους που τελικά διάλεγε:

Αυτό αφορά όλο τον κύκλο της: Τους φίλους της εφηβείας της Καστοριάς και των Ιωαννίνων, φυσικά την οικογένεια και την αδελφή της Βάνα Μπάρμπα που παρακολούθησε να διακρίνεται ως ηθοποιό αλλά και για την ομορφιά της, και τα παιδιά της. Και προπαντός τον αγαπημένο της σύζυγο.

Σε αυτά που κράτησε ανήκει και η Καστοριά. Όχι μόνο για τους φίλους με τους οποίους συνέχισε να έχει επικοινωνία και σχέσεις, όπως τον Παναγιώτη, τον Γιώργο, τον Αλέξη και άλλους πολλούς, την Κία, την Πόλυ και άλλες, αλλά και για την ίδια την πόλη. Ήθελε να έρχεται πιο συχνά απ’ όσο κατόρθωνε· και όταν ερχόταν η Σούλα στην Καστοριά θαρρείς και οι φίλοι της επέστρεφαν στον χρόνο πίσω, στις αναμνήσεις και την θέρμη της εφηβείας, κοντά και μαζί με μια σταρ. Γιατί στην πραγματικότητα, η Σούλα ήταν Σταρ.

Σταρ στην Καστοριά, όπως και στα Ιωάννινα. Όπου διάλεξε στενές φιλίες από το σχολείο που συνέχισε, εκτός από τον Κώστα. Φιλίες που κράτησε ως τώρα. Η δουλειά-δουλειά, τα παιδιά-παιδιά, ο Κώστας μοναδικός και ένας, αλλά και η Σούλα έγινε γνωστή για την εξωστρέφεια, αισιοδοξία και χαρά που ενέπνεε. Και προπαντός τα γλέντια της. Και τις κάποιες υπερβολές. Ένα ποτηράκι παραπάνω, ένας χορός παραπάνω, ένα ξενύχτι παραπάνω και το αγαπημένο της τσιγάρο, η Σούλα τα συνδύαζε όλα. Και τα κέρδιζε όλα.

Ή σχεδόν όλα. Γιατί η Σούλα δεν κέρδισε το στοίχημά της να έλθει και πάλι στην Καστοριά. «Παρασκευή σας έρχομαι», ήταν συχνή επωδός της για την Καστοριά. Το γνώριζαν οι γονείς, ο σύζυγος, οι κόρες, η Βάνα η αδελφή της, οι στενές και υπέροχες φίλες της από τα Ιωάννινα, ότι η Σούλα είχε βάλει στόχο να έλθει στην Καστοριά. Οπωσδήποτε. Μέχρι και αρκετά μετά το Πάσχα, στην Καστοριά ήθελε να έλθει. Μετά απλά ήλθε η σιωπή. Δεν είχε φύγει η θέληση.

Όπως είχε θέληση και είχε βάλει στόχο να είναι αυτή που θα νικήσει στην μάχη της με την ασθένεια. Η αλήθεια είναι ότι ήταν η τρίτη φορά που είχε παρουσιάσει πρόβλημα. Τις δυο πρώτες την περιτριγύρισε. Η Σούλα και η μαγκιά της, τα ξεπερνούσε όλα τα προβλήματα. Με τον Κώστα της και τα παιδιά τους και πάντα με το χαμόγελο στο στόμα. Της τηλεφωνούσες και γύριζε την συζήτηση στην προσοχή που οφείλεις εσύ στην υγεία σου.

Την τρίτη φορά η Σούλα πάλεψε να είναι η πρώτη που θα καταφέρει να νικήσει. Μαγκιά της. Κράτησε περίπου 2,5 χρόνια αυτός ο αγώνας. Όμως…

Και έτσι η Σούλα «η Μπάρμπα» της εφηβείας, της καρδιάς μας, η Σούλα της Καστοριάς που έζησε στα Ιωάννινα, το «καμάρι», περνούσε εκείνη την Κυριακή 14 Ιουλίου το πρωΐ μπροστά μου, με το καταπράσινο καφτάνι της. Ήταν η πρώτη φορά που πέρασε αθόρυβη. Θαρρώ ότι όλοι γύρω μου στην Περίβλεπτο εκκλησία των Ιωαννίνων δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν την λύπη τους.

Ωστόσο μέχρι να περάσει από μπροστά μου, πρόλαβα με τα πράσινα και τα χρυσοκεντημένα της, να την ξανακούσω και να την ξαναδώ να κατεβαίνει τα σκαλιά εκεί στον δρόμο για την παραλία της Καστοριάς. Και την ίδια να οδεύει πια στα 57 της χρόνια στον Αχέροντα κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα της, και όχι στον Γάγγη. Πάντα εντυπωσιακή και πάντα σταρ. Περίβλεπτος η ίδια.

Στα πράσινα και χρυσοκεντημένα ήσουν ακόμη η Χρυσαυγή. Μαγκιά σου Σούλα και καλό ταξίδι.

Α.Λ. 



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 1 Αυγούστου 2019, αρ. φύλλου 997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.