13/5/18

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Απέραντοι προβληματισμοί και σκέψεις δίχως τέλος…




Όλον αυτόν τον καιρό κάνω προσπάθειες να θυμηθώ τι διδάχτηκα εγώ, στα δικά μου μαθητικά χρόνια, στο μάθημα των Θρησκευτικών. Δε θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι όμως το πνεύμα που μας μεταδιδόταν στο μάθημα αυτό. Κι ενώ μιλώ για πολλά χρόνια πριν, σχεδόν σαράντα, θυμάμαι τον σεβασμό που το μάθημα «προσπαθούσε» να φυτέψει εντός μας. Ήταν χαρακτηριστικό αυτό που μας λεγόταν πάντα: όπως εμείς δε θέλουμε να θίγουν την πίστη και τα ιερά μας, έτσι να μην θίγουμε και προσβάλλουμε την πίστη των άλλων εμείς.
Αργότερα το ενέταξα στον βασικό γενικό κανόνα της κοινωνικής ζωής όλων μας: το χριστιανικό επίγραμμα «Ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσης». Διδάσκοντας αργότερα εγώ με τη σειρά μου είδα πως, ενώ τα παιδιά εύκολα ανακαλούν τον συγκεκριμένο βασικό κανόνα στα λόγια, δυσκολεύονται πολύ να τον εφαρμόσουν. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, αφού αυτό που βλέπουν να συμβαίνει γύρω τους, κάθε άλλο παρά με τη ρήση του Ιησού συμφωνεί; Αλλά, μολονότι ο περίγυρος προς την αντίθετη κατεύθυνση σπρώχνει τα παιδιά, το σχολείο με τα όσα διδάσκει οφείλει να επιμένει, να μην παραιτείται από τον αγώνα του να φτιάχνει σωστούς και υπεύθυνους πολίτες, αυτούς που τόσο πολύ χρειάζεται ο τόπος για να πάει επιτέλους μπροστά.

Διδάσκοντας, εδώ επικεντρώνεται η προσπάθεια. Αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα. Αυτό και μπορεί να στεγάζεται σε αρκετά μαθήματα, μα είμαστε πολλοί αυτοί που πιστεύουμε πως η ιδανική του στέγη είναι το μάθημα των Θρησκευτικών, το μάθημα αυτό που έχει τη δυνατότητα να βάζει θεμέλια όχι μονάχα στις προσωπικότητες των μαθητών μία μία, μα και στην ίδια την κοινωνία ολόκληρη.

Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: είναι αλήθεια πως δεν είχαμε τα καλύτερα βιβλία Θρησκευτικών. Κι ούτε το μάθημα γινόταν όπως θα ‘πρεπε. Τα Θρησκευτικά, μπορεί λόγω των βιβλίων μπορεί και όχι, ανήκαν στα μαθήματα που «θυσιάζονταν» άνετα για την πολύτιμη Γλώσσα και τα πολύτιμα Μαθηματικά. Κι όμως…

Θυμάμαι ακόμη τον σημαντικότατο και ξεχωριστό μας Πανεπιστημιακό Δάσκαλο, τον κ. Δεληκωσταντή, θεολόγο μα προπαντός φιλόσοφο, να τεκμηριώνει, σε μαθήματα που έκανε σ’ εμάς τους εν ενεργεία δασκάλους, πως στο μάθημα των Θρησκευτικών ταιριάζει περισσότερο και καλύτερα να έρχεται σ’ επαφή ο μαθητής με τον πολιτισμό του Γένους του και να τον γνωρίζει βαθύτερα. Κι εννοείται πως στην ώρα αυτού του μαθήματος θα μπορούσε άνετα ο δάσκαλος να συζητά με τους μαθητές του για τα προκύπτοντα προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις, να ακούει τις δικές τους απόψεις, να αναλύει όλες τις λεπτές αποχρώσεις που υπάρχουν πάντα σε κάθε τέτοια περίπτωση. Επειδή μάλιστα αυτό απαιτεί αρκετό από τον χρόνο που μονίμως μας λείπει, η ώρα αυτού του μαθήματος θεωρείται η ιδανικότερη για τα θέματα αυτά που μας καίνε και μας τσουρουφλίζουν μέσα στα σχολεία, αλλά κι έξω από αυτά.

Θυμάμαι τον ψυχολόγο Ματθαίο Γιωσαφάτ να λέει σε συνέντευξή του πως έχει οργανώσει ομάδες ψυχολόγων που θα ήταν πολύ χρήσιμο να μπαίνουν στα σχολεία για να διδάσκουν στους μαθητές μαθήματα για τη ζωή. Είναι πράγματι πολύ σημαντικό το θέμα και πολύ αναγκαίο και επείγον και, μολονότι τα σχολεία αναστενάζουν από προβλήματα που με τη συμπεριφορά έχουν σχέση, εμείς…
Εμείς ετοιμαζόμαστε να διδάξουμε στα παιδιά άλλα πράγματα. Στα μικρά παιδιά, που ακόμη δεν πρόλαβαν να μάθουν τα της δικής τους πίστης και παράδοσης. Στα μικρά παιδιά που μπορεί να βλέπουν τους δρόμους και τα μαγαζιά στολισμένα από τον Νοέμβριο ακόμα, αλλά δεν ξέρουν τι ακριβώς γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Κι ούτε το Πάσχα ξέρουν τι ακριβώς γιορτάζουμε κι αυτό δεν το ισχυρίζομαι, αλλά το ξέρω, αφού, κάθε φορά που κάνω το απλό αυτό «τεστ» στους μαθητές μου, διαπιστώνω δυστυχώς πόσο λίγο γνωρίζουν την πίστη τους.

Και τώρα λιγοστεύουν ακόμη περισσότερο οι ευκαιρίες να τη γνωρίσουν καλύτερα και βαθύτερα. Να γνωρίσουν, όχι τη θεωρία της (από θεωρίες έχουμε πια χορτάσει), αλλά το βίωμά της, ένα βίωμα αγάπης και χαράς, ένα βίωμα ελευθερίας και σεβασμού του εαυτού και του Άλλου ή, όπως εύστοχα το διατύπωσε πριν από λίγα χρόνια η μικρή Νάντια, να αρχίσει ο Παράδεισος από τώρα κι όχι μετά τον θάνατό μας. Στο χέρι μας είναι, αλλά φαίνεται πως δεν μας ενδιαφέρει και τόσο τελικά. Μάλλον επειδή για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτείται κόπος και εμβάθυνση κι εμείς δεν είμαστε διατεθειμένοι και συνηθισμένοι να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε έτσι, κουραζόμαστε με κάτι τέτοια.

Και να ‘μαστε σήμερα εδώ, να συρρικνώνουμε τις ευκαιρίες να γνωρίσουμε καλύτερα τα στοιχεία της δικής μας Παράδοσης και ταυτότητας. Να ‘μαστε εδώ εμείς που δεν είχαμε την ευκαιρία να μάθουμε από νωρίς τα μεγάλα και δυνατά σημεία της ταυτότητάς μας –υπάρχουν και πολλοί που δεν τα έχουν μάθει ακόμα, που δε θα τα μάθουν ποτέ, απλώς γιατί δεν τους ενδιαφέρουν, που δεν τους ενδιαφέρει ο ίδιος ο εαυτός τους, από μειονεξία, καθώς πάντα ήθελαν να ‘ναι σαν κάποιους άλλους, να είναι κάποιοι άλλοι κι όχι αυτοί που είναι… να ‘μαστε εδώ να βλέπουμε πως και τα παιδιά μας θα έχουν την ίδια ή και χειρότερη τύχη να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από τις ρίζες της ύπαρξής τους, μολονότι, όσο περισσότερο ξεμακραίνουμε από τις ρίζες μας, τόσο περισσότερο αποπροσανατολιζόμαστε και ξεχνάμε ποιος είμαστε και πού πάμε. Ή, έστω, πού μας ταιριάζει να πάμε…


ΥΓ1: «Το ρίζωμα είναι ίσως η σημαντικότερη αλλά και η πλέον παραγνωρισμένη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής. Είναι μία από τις πλέον δύσκολες να προσδιοριστούν. Ένα ανθρώπινο ον έχει μια ρίζα μέσω της πραγματικής, δραστήριας και φυσικής συμμετοχής του στην ύπαρξη ενός οργανωμένου συνόλου, το οποίο διατηρεί ζωντανές ορισμένες πολύτιμες παρακαταθήκες του παρελθόντος και ορισμένες προσδοκίες για το μέλλον. Συμμετοχή φυσική, που συνεπάγεται δηλαδή αυτόματα από τον τόπο, τη γέννηση, το επάγγελμα, τον περίγυρο. Κάθε ανθρώπινο ον χρειάζεται να έχει πολλαπλές ρίζες. Έχει ανάγκη να προσλαμβάνει το σύνολο σχεδόν της ηθικής, διανοητικής, πνευματικής του ζωής, μέσα από τα περιβάλλοντα στα οποία εκ φύσεως ανήκει. (Σιμόν Βέιλ, «Ανάγκες για ρίζες», εκδ. Κέδρος). Και όπως σημειώνει ο Στ. Ζουμπουλάκης, «κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να νιώθει κάπου σπίτι του, να νιώθει κάπου οικεία και άφοβα. Να έχει ατομικό και συλλογικό παρελθόν, να παραλαμβάνει κάτι από τους προγόνους, να το συνεχίζει και να το παραδίδει στους απογόνους». Ο σημερινός άνθρωπος, πιστεύει η Βέιλ, δεν νιώθει πουθενά σπίτι του, είναι ξεριζωμένος». Μ. Κατσουνάκη, εφ. Καθημερινή, 29/10/2017


ΥΓ2: Εν κατακλείδι και σύμφωνα πάντα με τη δική μου άποψη, τη διαμορφωμένη από όσα έχω ζήσει στο σχολείο τόσα χρόνια: είναι πραγματικά ωραία τα της δικής μας πίστης κείμενα που περιέχονται στον φάκελο –και όχι βιβλίο- των Θρησκευτικών. Όμως, το μεγάλο κι αξεπέραστο λάθος είναι πως τα κείμενα αυτά είναι ανακατεμένα με τα σχετικά με τις διάφορες θρησκείες κείμενα και αυτό είναι το μεγάλο μείον των φακέλων, μολονότι στη διδασκαλία πηγαίνουμε από το γνωστό στο άγνωστο και από το κοντινό στο πιο μακρινό , πράγμα που, δυστυχώς, στα φετινά Θρησκευτικά δεν ισχύει κι αυτό είναι αδιανόητο. Δεν είναι δυνατόν να συναντά το Ελληνόπουλο –είμαστε στην Ελλάδα και κυρίαρχη πίστη εξακολουθεί να είναι η ορθόδοξη- από την πρώτη του επαφή με την πίστη του, από την Γ’ τάξη, οπότε και εισάγεται στην πίστη του, να τη συναντάει ανακατεμένη με τις διάφορες θρησκείες, που βεβαίως τις συναντούσε έτσι κι αλλιώς σε μεγαλύτερες τάξεις. Ας ξεκαθαρίσει μέσα του τα δικά του αρχικά κι έπειτα έχει χρόνια μπροστά του να γνωρίσει και τα άλλα. Η επαφή του μαθητή με διάφορες θρησκείες του επιφυλάσσει ένα μπέρδεμα και μια σύγχυση τελείως αδικαιολόγητα, λόγω της βίας και της σπουδής να μπουν από την πρώτη στιγμή που το παιδί ασχολείται με το μάθημα των Θρησκευτικών. Εμείς οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί της τάξης ξέρουμε πόσο ελκύεται το παιδί από το οικείο και πόσο ενδιαφέρεται να γνωρίσει καλύτερα το δικό του, όσο είναι μικρό ακόμη. Έχει καιρό μετά να έρθει σ’ επαφή και με το αλλότριο, γιατί όλη αυτή η ανυπομονησία; 

ΥΓ3: Σέβομαι την πίστη των άλλων, τόσο όσο θα ήθελα να σέβονται και οι άλλοι τη δική μου πίστη. Όμως επειδή πολλά από τα διαμάντια της δικής μας πίστης και παράδοσης τα ανακάλυψα μετά που μεγάλωσα, έχω θυμώσει με αυτούς που όφειλαν να μας τα διδάξουν και δεν το έκαναν, χαίρομαι που τα ανακάλυψα έστω και τώρα, έχω κάποιον χρόνο να τα μοιραστώ με τους νεότερους γιατί αξίζει να τα ξέρουν. Χαίρομαι επίσης όταν στα διαβάσματά μου συναντώ τεκμήρια σχετικά με το πόσο καταλυτικά υπήρξαν αυτά τα στοιχεία της πίστης και της παράδοσής μας ώστε να καταφέρουν οι πρόγονοί μας να παραμείνουν χριστιανοί και Έλληνες σε εποχές όπου εχθροί της Πατρίδας μας πάλευαν να ξεριζώσουν τα δύο αυτά βασικά χαρακτηριστικά του Γένους μας. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, πρέπει να επαγρυπνούμε και να ‘χουμε τον νου μας ώστε να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας και στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης όπου ζούμε. Και αυτό να το κάνουμε όλοι με τον απαιτούμενο σεβασμό στον άλλον, πράγμα που είναι τελείως αυτονόητο. 

ΥΓ4: Θυμάμαι πάντα την εκπαιδευτικό από την Κοζάνη που είχε σταλεί για να μας επιμορφώσει σχετικά με τα νέα βιβλία. Όταν ήρθε η ώρα να μας συστήσει το περίφημο βιβλίο Ιστορίας του συνωστισμού και της Ρεπούση, επέλεξε να είναι έντιμη όχι με τον εργοδότη της, το Υπουργείο, αλλά μαζί μας και αυτό φάνηκε από την πρώτη φράση που μας είπε: «Συνάδελφοι, φοβάμαι πως το συγκεκριμένο βιβλίο παρουσιάζει πολλά προβλήματα». Προσωπικά εντυπωσιάστηκα όταν το είπε κι όχι αργότερα, όταν δικαιώθηκε. Τώρα, δυστυχώς, με εντυπωσιάζει αρνητικά η σιωπή. Γι’ αυτό επιλέγω να μιλήσω, για να ‘μαι τουλάχιστον ήσυχη πως εκφράστηκα… 

Φωτογραφία: Γ. Κόρδης, "Ο καθένας μπορεί να είναι άγγελος".


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16 Νοεμβρίου 2017, αρ. φύλλου 910

1 σχόλιο:

  1. Αναγνώστης14/5/18

    Στο μεταξύ: https://www.liberal.gr/arthro/195896/epikairotita/2018/ste-antisuntagmatiki-i-apofasi-fili-gia-ta-thriskeutika.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.