8/5/18

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Καθώς πλησιάζει η 11η Νοεμβρίου…



Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ο νους μας στρέφεται σε μια άλλη εικόνα της Καστοριάς, της πόλης μας ντυμένης στα ασπρογάλαζα. Τη θυμόμαστε όλοι πια, θέλω να πιστεύω, τη μέρα αυτή που μετά από 527 ολόκληρα χρόνια σκλαβιάς οι Καστοριανές της εποχής εκείνης άνοιξαν τα μπαούλα με τα προικιά τους και έβγαζαν τα πανιά από τα προσκέφαλα για τις λευκές ρίγες της σημαίας, έκοβαν σε λωρίδες ό,τι γαλάζιο έβρισκαν, ακόμη και τα νυφικά τους που φύλαγαν ενθύμιο, τα έραβαν και νάτες οι σημαίες! Θαυμαστές ψυχές κι ακούραστα σώματα, τόσο αλλιώτικα από τα τωρινά…

Σήμερα τις σημαίες τις αγοράζουμε και δεν είναι ακριβές. Κι όμως ξεχνάμε να τις βάλουμε στα μπαλκόνια μας για να τιμήσουμε αυτούς που αγωνίστηκαν για τη δική μας λευτεριά. Ξεχνάμε ή απαξιώνουμε… Υπακούοντας ακόμη στη στρέβλωση πως η ύψωση της σημαίας εθνικισμό φανερώνει. Ακόμα εκεί είμαστε; Τα έχουμε πει και ξαναπεί πολλές φορές τον σπουδαίο ορισμό του Σαρλ Ντε Γκωλ: «Πατριωτισμός είναι όταν η αγάπη για τους δικούς σου ανθρώπους έρχεται πρώτη. Εθνικισμός είναι όταν το μίσος για τους άλλους έρχεται πρώτο». Και αυτός ο ορισμός τα ξεκαθαρίζει όλα…

Αλλά δε σας κρύβω πως το θέμα μου δεν είναι αυτό σήμερα. Το θέμα μου είναι ο τρόπος που φέτος ορίζονται οι σημαιοφόροι στο δημοτικό σχολείο. Έγραψα τη γνώμη μου για το ζήτημα αυτό αμέσως μόλις ψηφίστηκε το Π.Δ.:

«Γράφω την άποψή μου πριν διαβάσω την εξήγηση που έδωσε το Υπουργείο για το θέμα. Το κάνω γιατί έχω το δικαίωμα, μα και την υποχρέωση να έχω τη δική μου άποψη. 34 χρόνια στην Εκπαίδευση, δε μας αιφνιδίασε η απόφαση. Είχαμε ξανακούσει αυτή την ιδέα από υψηλόβαθμο στέλεχος της Εκπ/σης πριν από 30 περίπου χρόνια. Προχωρημένος; Όχι, λαϊκιστής, σπεύδω να διευκρινίσω. Ήταν ακριβώς τότε που ξαναλέγανε οι λαϊκιστές που μας κυβερνούσαν πολλά και τρελά. Ανάμεσά τους και για κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων μιλούσαν, την υπόσχονταν οι υποψήφιοι βουλευτές τους σε προεκλογικές συγκεντρώσεις τους και μαλώναμε εμείς μεταξύ μας για το αν θα γινόταν ή όχι.

Και, ξανανακατεύοντας οι τωρινοί κυβερνώντες τα χαρτιά εκείνα, το ανακοίνωσαν πάλι, αλλά τους σταμάτησαν αυτή τη φορά. Στο θέμα των σημαιοφόρων όμως δεν τους σταμάτησε κανείς. Και το μπουμπούνισαν. Κι έτσι το αντιμετωπίζουμε τώρα. Το ξέρω, δεν ξεγελιέμαι. Θα συμβεί ό,τι συμβαίνει πάντα, εξαιτίας της ακρισίας που μας διακρίνει ως λαό: οι γονείς των παιδιών που δεν τα καταφέρνουν ή δεν τα κατάφερναν στα μαθήματα θα είναι σύμφωνοι με την απόφαση, θα τη βρουν και πολύ δίκαιη. Βλέπετε, οι πάντες ή σχεδόν οι πάντες στη χώρα μας κρίνουν με άκρα υποκειμενικότητα τα συμβαίνοντα. Όπως ακριβώς «κρίνουν» και ψηφίζουν αυτόν που τους υπόσχεται να τακτοποιήσει τα παιδιά τους κι όχι αυτόν που θεωρούν άξιο να κυβερνήσει τη χώρα. “Ε, ναι”, θα πουν, “γιατί να μην κρατήσει τη σημαία το δικό μου παιδί; Ελληνόπουλο δεν είναι;”.

Και βέβαια Ελληνόπουλο είναι και ως Ελληνόπουλο θα μπορούσε να την κρατήσει. Δεν ξέρω πώς γίνεται στον στρατό, όταν αυτός παρελαύνει (κι όχι παρελάζει). Κάνουν κι εκεί κλήρωση ανάμεσα σε όλους τους στρατιώτες ή κάνουν μια κάποια επιλογή; Αλλά στα σχολεία η σημαία ήταν η σπουδαιότερη αμοιβή των μαθητών που κοπιάζουν, η σημαία ήταν η πιο δυνατή επιβράβευσή τους∙ η δυνατότερη απ’ όλες τις «εξωτερικές» αμοιβές. Αυτή και η «εσωτερική» αμοιβή, που είναι και βαθύτερη: η ικανοποίηση που νιώθουν μαθαίνοντας, η χαρά της μάθησης. Αυτή, βεβαίως, είναι και η ισχυρότερη αμοιβή. Αλλά τα παιδιά του δημοτικού είναι μικρά. Δεν έχουν αποκτήσει ακόμη την ωριμότητα των μεγαλύτερων παιδιών, που έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τα πράγματα βαθύτερα.

Θυμάμαι σπουδαγμένη μητέρα που δεν είχε άλλον τρόπο να στρωθεί το παιδί της να μάθει την καθημερινή του ορθογραφία και το πλήρωνε! Της είπα την ένστασή μου, δεν ξέρω αν συνέχισε την πληρωμή. Προσωπικά διαφωνούσα και με τ’ αυτοκόλλητα που συνηθίζουν οι δάσκαλοι των μικρών τάξεων αντί για μπράβο. Θεωρούσα σημαντικό και τα πρωτάκια ακόμα να αναγνωρίζουν την αξία του μπράβο. Βλέπετε πίστευα και πιστεύω πάντα πως εμείς οι μεγάλοι συχνότατα υποτιμούμε τα παιδιά, αντιμετωπίζοντάς τα σαν μωρά, ενώ δεν είναι.

Όμως η σημαία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, είναι ένα σύμβολο. Δεν είναι χρήματα, δεν είναι καραμέλες, δεν είναι αυτοκόλλητα. Είναι κάτι ιερό, το διδάσκονται τα παιδιά από το νηπιαγωγείο ακόμα, το ξέρουν. Γι’ αυτό εδώ αλλάζουν τα πράγματα. Και μπορεί να λειτουργήσει λιγότερο σαν κίνητρο, περισσότερο ως αμοιβή του μαθητή που πάλεψε, που κόπιασε, που αγωνίστηκε∙ ως ένα μεγάλο μπράβο, ως μια αμοιβή που τη χρειάζεται αυτός που κοπιάζει πολύ.

Και κάτι ακόμα: Η νέα απόφαση δεν είναι ξεκάρφωτη. Έχει τη ρίζα της στην ισοπεδωτική αντίληψη που έχουν κάποιοι σημερινοί Έλληνες, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι. Πρόκειται για εκείνους που ακούν για αξιολόγηση και παθαίνουν αλλεργία (κι ας ψάχνουν να βρουν τον καλύτερο γιατρό, όταν η υγεία τους αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα), είναι εκείνοι που ταυτίζονται πάντα με τον χειρότερο υπάλληλο, τον πιο επαναπαυμένο (γιατί μ’ αυτόν μοιάζουν περισσότερο), είναι εκείνοι που σ’ όλη τη ζωή τους εφαρμόζουν την τακτική της ήσσονος προσπάθειας∙ είναι εκείνοι που αρκούνται στη μικρότερη προσπάθεια, γιατί ξέρουν ότι αυτή (στο δημόσιο τουλάχιστον) αμείβεται όσο ακριβώς και η μεγαλύτερη, εκείνοι που μονάχα την υλική αμοιβή γνωρίζουν, κάθε άλλη αμοιβή, η δημιουργικότητα, η πληρότητα, τους είναι παντελώς άγνωστες.

Η νέα απόφαση έχει τη ρίζα της στην προκρούστεια αντίληψη που επικρατεί σε διάφορα πεδία σήμερα, ιδίως στις περιπτώσεις όπου το κεφάλι κάποιου είναι ψηλότερα από τα κεφάλια των γύρω του∙ έχει τη ρίζα της στην άποψη πως η αριστεία είναι ρετσινιά, οπότε όχι μόνο δεν την επιδιώκουμε, αλλά την αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι. Γιατί για μια υπόληψη κι ένα όνομα ζούμε, προσέχουμε λοιπόν μην το σπιλώσουμε.

Άλλωστε τα τελευταία χρόνια στην Πατρίδα μας είμαστε τυφλοί οπαδοί της ισότητας∙ όχι της άγιας ισότητας όπως τη διδάσκει η άγια μας Πίστη («Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»), αλλά της ισότητας που αντιμάχεται τη βελτίωση του ανθρώπου, την άγια αυτοβελτίωση και την αριστεία, της ισότητας που κρατάει τον άνθρωπο καθηλωμένο στα χαμηλά, ανήμπορο να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει ψηλά, όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί κάποιοι τον έπεισαν πως δεν πρέπει να το κάνει…

Συνοψίζοντας την άποψή μου, εφόσον το σχολείο εμφανίζεται με τη σημαία του σε παρελάσεις και άλλες εκδηλώσεις, τη σημαία πρέπει να την κρατάει ο αξιότερος. Και αν, ο μη γένοιτο, αυτό καταργηθεί στα σχολεία, δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν οι σημαιοφόροι, οι εκλεκτοί και ξεχωριστοί σε διάφορα πεδία της ζωής. Δε θα πάψουν να ξεχωρίζουν κάποιοι όσο κι αν περισσέψουν οι Προκρούστηδες, όσο κι αν πολλαπλασιαστούν οι οπαδοί του “Η αριστεία είναι ρετσινιά”, όσο κι φαίνεται να κυριαρχούν αυτοί που προσπαθούν λιγότερο. Με άλλα λόγια δεν πρόκειται ποτέ να εξαφανιστούν και να εκλείψουν οι άριστοι σε οποιοδήποτε επίπεδο και θα υπάρχουν μόνο για να παραδειγματίζουν τους άλλους και να τους δείχνουν τον δρόμο. Γι’ αυτό και αξίζουν την ευγνωμοσύνη όλων μας.


ΥΓ: Διάβαζα προχτές για έναν σπουδαίο βασιλιά μας που μαχόταν με τους εχθρούς της χώρας μας. Ένα πέρασμα χρειαζόταν για να διασχίσει το ποτάμι που χώριζε τους Έλληνες από τους αντιπάλους και να τους επιτεθούν. Αγωνιώντας για την έκβαση της επιχείρησης, έταξε χρήμα και αξίωμα σε όποιον θα ‘βρισκε το πολυπόθητο πέρασμα. Ώσπου εμφανίστηκε ένας στρατιώτης και του πρόσφερε το ποθούμενο, χωρίς να δεχτεί ούτε χρήματα ούτε αξίωμα. «Το κάνω για σένα και για την Πατρίδα» είπε κι οδήγησε τον βασιλιά του στη νίκη.
Αυτόν θα διάλεγα εγώ για σημαιοφόρο αν θα μου ζητούσαν να διαλέξω. Κι ο Βασιλιάς θα τον διάλεγε, είμαι σίγουρη, μόνο που δεν το ‘κανε, γιατί, δυστυχώς, ο γενναίος στρατιώτης σκοτώθηκε σε κείνη τη μάχη. Κι ο Βασιλιάς του τον θρήνησε όπως του άξιζε…»

Όμως…
Όμως είναι μεγάλο αίσχος και προκαλεί αποτροπιασμό σε κάθε υγιώς σκεπτόμενο Έλληνα η επίθεση κατά του μικρού Αμίρ που, ενώ αρχικά ήταν ο τυχερός που ανέδειξε η κλήρωση για τη σημαία του σχολείου του, έφτασε να είναι πραγματικά άτυχος, εξαιτίας κάποιων θερμοκέφαλων Ελλήνων, όπως είναι φανερό∙ δυστυχώς Ελλήνων, γιατί δεν χωράει στον νου μας πως είναι Έλληνες αυτοί που τα έβαλαν μ’ ένα παιδί που δε φταίει καθόλου που του ‘τυχε η σημαία. Και δε χωράει στον νου μας πως τα έβαλαν μαζί του τόσο άγρια. Ήταν απαράδεκτοι οι ίδιοι κι όχι μόνο η πράξη τους. Όσο κι αν δε συμφωνεί κανείς με τον τρόπο της επιλογής του στη θέση του σημαιοφόρου, το παιδί είναι αθώο κι είναι ντροπή που κάποιοι τα έβαλαν μαζί του. Μεγάλη ντροπή που την ξέπλυνε κάπως το δάκρυ της Ελληνίδας που καταδίκασε την πράξη τους μπροστά στη δημοσιογραφική κάμερα. Δείχνοντας την αμέριστη συμπάθειά της στο θύμα της βάρβαρης επίθεσης αυτών που αγνοούν παντελώς το σοφό που έλεγε ο Νομπελίστας συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ: «Αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής».

Κλείνοντας, θέλω να εκφράσω την πεποίθησή μου πως δεν είναι παρά ελαχιστότατοι όσοι δεν καταδικάζουν την επίθεση κατά του μικρού Αμίρ, του μόνου εμπλεκόμενου στην όλη υπόθεση που δεν έχει φταίξει σε τίποτε κι όμως την πλήρωσε τόσο άσχημα. Και τόσο άδικα…

Φωτογραφία: Σαρλ Μαρτέλ  | Charles Martel  (1869-1922) Palais et lac de Kastoria (Αρχοντικά και λίμνη της Καστοριάς) 1919.Centre Pompidou, MNAM-CCI, Dist. RMN-Grand Palais / Philippe Migeat 

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9 Νοεμβρίου 2017, αρ. φύλλου 909


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.