23/2/19

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Πανηγυρικός 11ης Νοεμβρίου 2018



Το κείμενο που ακολουθεί είναι ο πανηγυρικός που εκφώνησε η εκπαιδευτικός-συγγραφέας κ. Σόνια Ευθυμιάδου Παπασταύρου, στον μητροπολιτικό ναό Καστοριάς την Κυριακή 11η Νοεμβρίου 2018· επέτειος της απελευθέρωσης της πόλης της Καστοριάς.


* * *

Αν αληθεύει πως μια διάφανη κλωστή ενώνει τον κόσμο των θνητών μ’ αυτόν των τεθνεώτων, σήμερα η άλλη άκρη αυτής της κλωστής καταλήγει σε ηρωικές μορφές που κατοικούσαν στον τόπο αυτόν πριν από έναν αιώνα. Και αν πιστεύουμε στα όσα πρεσβεύει η Εκκλησία μας, σήμερα, εδώ, μέσα στον ναό της Μητρόπολης, η οποία ήταν τότε η καρδιά και το κέντρο των γεγονότων, έχουμε ήδη συναντηθεί με τις ψυχές όλων των πρωταγωνιστών της Ιστορίας, όπως συναντιόμαστε σε κάθε Θεία Λειτουργία με τις ψυχές των αγαπημένων μας νεκρών.

Η διάφανη αυτή κλωστή που μας ενώνει μαζί τους είναι η αγάπη· πιότερο η δική τους αγάπη για μας τους απογόνους που οι ίδιοι δε γνώριζαν όταν πάλευαν για την Πατρίδα και για τη Λευτεριά βάζοντας εμάς πολύ πιο πάνω από τους εαυτούς τους, λιγότερο η δική μας για εκείνους, αφού η δική μας αγάπη δεν εμπεριέχει κάποια θυσία. Σήμερα, εδώ, αυτοί οι ξεχωριστοί μας πρόγονοι, οι Έλληνες που έγραψαν Ιστορία, στέκονται πάνω μας αγκαλιασμένοι σ’ ένα φωτεινό νέφος ηρώων. Στέκονται πάνω μας προβάλλοντας το φωτεινό τους παράδειγμα, που περιμένουν ν’ ακολουθήσουμε. Αν βέβαια είμαστε αυτό που ευχόμαστε και προσευχόμαστε στη δοξολογία που ψάλλεται σε κάθε εθνική μας γιορτή: αν είμαστε άξιοι της ελευθερίας που άλλοι μας έχουν χαρίσει θυσιαζόμενοι για μας.

Πάνω από 500 χρόνια κράτησε η σκλαβιά της όμορφης Μακεδονίας μας-100 ολόκληρα χρόνια παραπάνω από την Ελλάδα που απελευθερώθηκε με την Επανάσταση του 1821. Κι ας είχαν αγωνιστεί μαζί με τους άλλους Έλληνες κι οι Μακεδόνες κι ας είχαν θυσιαστεί μαζί τους. Δυο γενναία Καστοριανά παλικάρια έχυσαν το αίμα τους τότε μαζί με τον Ρήγα Βελεστινλή, τα αδέρφια Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ, που το αρχοντικό τους στέκεται αγέρωχο στην κοντινή μας πλατεία που έχει τ’ όνομά τους. Μα εδώ στη Μακεδονία συνέβη το εξής πολύ παράξενο: όσο περισσότερο αργούσε η λευτεριά τόσο περισσότερο θέριευε η λαχτάρα της λευτεριάς! Και θεριεύει, ακόμα και σήμερα, η αγάπη μας για τη Μακεδονία και ξεσηκώνει εμάς τους Μακεδόνες που, ακριβώς επειδή εξαγοράσαμε τη λευτεριά μας με περισσότερο αίμα μιας που ο εχθρός μας δεν ήταν ένας μονάχα, ακριβώς γι’ αυτό αρνούμαστε να χαρίσουμε το παραμικρό που της ανήκει σ’ αυτούς που την επιβουλεύονται, χωρίς να μας το κρύβουν μάλιστα.

Σε κάθε εθνική επέτειο υπάρχουν τα γεγονότα, υπάρχουν όμως και οι πρωταγωνιστές. Σήμερα, λοιπόν, εδώ, σ’ αυτούς επέλεξα να εστιάσω· στους πρωταγωνιστές, η στάση των οποίων έχει πολλά να διδάξει σε όλους εμάς που σήμερα, δυστυχώς, μαθήματα αβάσταχτης ελαφρότητας κυρίως παίρνουμε από την κοινωνία και την τηλεόραση. Από τα πεπραγμένα των πρωταγωνιστών, άλλωστε, προκύπτουν και τα γεγονότα που με τη σημερινή μεγάλη επέτειο έχουν σχέση.

Ξεκινάμε, λοιπόν, από τον «σημαιοφόρο» της 11ης Νοεμβρίου 1912, τον Καστοριανό στον οποίο ανέθεσε ο Ιωάννης Άρτης τη μέγιστη τιμή να μπει κρατώντας τη σημαία στην επί 527 χρόνια τουρκοκρατούμενη Καστοριά. Είναι ο Φιλόλαος Πηχεών, ο καπετάν Φιλώτας του ιερού Μακεδονικού Αγώνα, γιος του μεγάλου ήρωα Αναστάσιου Πηχεών και βλαστός μιας ηρωικής οικογένειας τις ευεργεσίες της οποίας απολαμβάνουμε ακόμη και σήμερα οι κάτοικοι αυτής της ένδοξης περιοχής. Ίσα που πρόλαβε ο ήρωας πατέρας να χαρεί για το πολυπόθητο νέο της λευτεριάς, για την οποία τόσο πολύ και τόσο σκληρά είχε κι ο ίδιος αγωνιστεί. Ίσα που πρόλαβε να τη ζήσει την ελευθερία. Ήταν, λοιπόν, τιμής ένεκεν, ο καπετάν Φιλώτας αυτός που ανάρτησε στην πόλη της Καστοριάς την πολύτιμη προκήρυξη της απελευθέρωσής της από τον τουρκικό ζυγό και ύψωσε την ελληνική σημαία στον λόφο της Καστοριάς (Αν. Πηχιών, εφ. ΟΔΟΣ, 7/2/2013).

Πριν, όμως, μπει ο ελληνικός στρατός στην Καστοριά, η πόλη κι ολόκληρη η περιοχή της Καστοριάς ζουν ιδιαιτέρως δύσκολες μέρες (στις 2/11/1912 κάηκε η ιστορική Κλεισούρα), αφού οι Τούρκοι δείχνουν ν’ αποσύρονται και ξαναεμφανίζονται, τιμωρώντας τους Έλληνες που δεν κρατήθηκαν και γιόρτασαν νωρίτερα απ’ ό,τι τους επιτρεπόταν τη λευτεριά που πλησίαζε αλλά δεν είχε έρθει ακόμη. Έτσι αιματοκυλίστηκε το ηρωικό Μαυροχώρι, που θρήνησε 26 νεκρούς και όπου κάηκαν πάνω από 50 σπίτια, το Μαυροχώρι που εξαγόρασε με το αίμα που χύθηκε εκεί τη λευτεριά ολόκληρης της περιοχής.

Και, μια που μιλάμε για το Μαυροχώρι και τη συμβολή του στα γεγονότα της Απελευθέρωσης, ένας από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων εκείνων υπήρξε κι ο κάτοικος της Καστοριάς Λεωνίδας Μαυροβίτης, τον οποίο οι ασυγκράτητοι εκ των Καστοριανών κι οι πιο ανυπόμονοι εξέλεξαν πρόεδρο μιας επιτροπής και του ανέθεσαν να επισκεφτεί τον τότε μητροπολίτη Ιωακείμ Λεπτίδη να τον παρακαλέσει να ζητήσει από τους Κρήτες εθελοντές που βρίσκονταν στο Μαυροχώρι να έρθουν να καταλάβουν την Καστοριά, πράγμα που δεν βρήκε σύμφωνο τον μητροπολίτη, που κουβαλούσε επάνω του όλες τις ψυχές που κατοικούσαν στην πόλη κι είχε την ευθύνη για τις ζωές τους.

Τότε ήταν που ο Λεωνίδας Μαυροβίτης, ο γιατρός Φεραίος και δύο δάσκαλοι –ένας τους ο σπουδαίος Αθανάσιος Κοσμάς, του δεύτερου τ’ όνομα δεν το γνωρίζουμε ακόμη -,αφού οπλίστηκαν και όπλισαν και άλλους Καστοριανούς, κατέβασαν την τουρκική σημαία κι ανέβασαν την ελληνική, κηρύσσοντας την Καστοριά ελεύθερη. Κι αν η κίνηση αυτή δεν έφερε την Απελευθέρωση, ο Μαυροβίτης μαζί με άλλους, οπλισμένους πια Καστοριανούς βρέθηκαν να πολεμούν στη Σιάτιστα, φέρνοντας τη νίκη στα ελληνικά όπλα. Είναι όμως κι η μετά την Απελευθέρωση πορεία του Λεωνίδα Μαυροβίτη που κινεί το ζωηρό μας ενδιαφέρον, αφού δε διστάζει καθόλου να ανοίξει το θησαυροφυλάκιο της τράπεζάς του και να βοηθήσει όσους συμπολίτες του βρίσκονταν σε ανάγκη. Ο ξεχωριστός αυτός ήρωας, ο τραπεζίτης των φτωχών, φαντάζει σαν κάτι εξωτικό ιδίως στην εποχή μας, όπου αποδεικνύονται ένοχοι ισχυροί που δεν συγκρατούνται και βουτούν το δάχτυλο στο μέλι , στα χρήματα όλων μας, μεγαλώνοντας τη φτώχια μας και βουλιάζοντας ακόμα περισσότερο τη χώρα μας στο τέλμα.

Μεγάλος πρωταγωνιστής όμως της νίκης είναι ο λαός της Καστοριάς, οι απλοί και πιστοί Καστοριανοί, που, νιώθοντας την κρισιμότητα και τη σοβαρότητα των στιγμών που ζούσαν, κλείνονται μες στην αρχαία εκκλησία του αγαπημένου μας Αη-Μηνά και προσεύχονται ολόθερμα για το θαύμα της Λευτεριάς. Γιατί ήταν πραγματικό θαύμα η Απελευθέρωση της πόλης μας! Αρκεί να θυμηθούμε τη γραμμένη σε ένα κομμάτι μικρού χαρτιού με κυανή μολυβίδα διαταγή του Διαδόχου Κωνσταντίνου, που έλεγε: «Υπάρχουν πολιτικοί λόγοι να καταληφθή η Καστοριά. Προς τούτοις αποστείλατε τμήμα έστω και μικράς δυνάμεως και, εν περιπτώσει αύτη είναι κενή, καταλάβατε ταύτην εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α’ και κηρύξατε τον Στρατιωτικόν Νόμον».

Κι ήταν πολύ κρίσιμες πραγματικά οι στιγμές κι ευτυχώς οι επικεφαλής του Ελληνικού Στρατού έλαβαν την πολύτιμη διαταγή. Γιατί όλα κρέμονταν από μια κλωστή και ευτυχώς η Καστοριά μας στάθηκε τυχερή: λευτερώθηκε και δεν είχε την τύχη που είχε το Μοναστήρι, τα Βιτώλια που τόσο σκληρά αγωνίστηκαν να λευτερωθούν, αλλά δεν λευτερώθηκαν κι έμειναν σε χέρια ξένα. Να δοξάζουμε πάντα λοιπόν τον Θεό για τη λευτεριά που μας χάρισε και να προσευχόμαστε πάντα να την αξίζουμε την πολύτιμη λευτεριά που ούτε δεδομένη ούτε αυτονόητη είναι, άρα πρέπει σαν τα μάτια μας να την προσέχουμε και να την εκτιμάμε.

Αν μου επιτρέπετε, όμως, θέλω να σταθώ σε μια ιδιαίτερη στιγμή των σπουδαίων εκείνων γεγονότων: στον γιατρό Φεραίο, που προαναφέραμε, τον Δημήτριο Φεραίο, που, την ώρα που έμπαινε στην πόλη ο Ελληνικός Στρατός και τον υποδεχόταν σύσσωμος ο λαός της Καστοριάς, παραληρώντας από χαρά κι ενθουσιασμό, έβγαλε από την τσέπη του μια γραπτή προσφώνηση που είχε ετοιμάσει για τη μεγάλη στιγμή, την οποία δεν μπόρεσε να αναγνώσει, αφού «κλείστηκε ολότελα το στόμα του από τη συγκίνηση και δεν κατάφερε να αρθρώσει ούτε μία λέξη». Τον «έσωσε» τότε ο Καστοριανός Κοσμάς Φίλιος, που πήρε το χαρτάκι και το διάβασε για λογαριασμό του κι αμέσως μετά ένα Καστοριανόπουλο, μαθητής του δημοτικού σχολείου, ο Λεωνίδας Τσαμίσης, απήγγειλε στον αξιωματικό Ιωάννη Άρτη ένα μικρό ποίημα το οποίο ευχαριστούσε τον Ελληνικό Στρατό κι έκλεινε με το δίστιχο: «Ήρθατε στην τάλαινά μας Καστοριά/ και μας φέρατε ζωή και λευτεριά».

Θα ήταν μέγιστη παράλειψη να μην αναφερθούν σήμερα εδώ οι σπουδαίες Καστοριανές γυναίκες της εποχής εκείνης, που, έξυπνες και δυναμικές όπως ήτανε, μαθαίνοντας από το Επισκοπείο, την καρδιά τότε του Ελληνισμού, πως πλησιάζει η πολυπόθητη ώρα της Λευτεριάς, ανοίγουν τα μπαούλα τους και βγάζουν από μέσα ό,τι μπόρεσαν να βρουν σε λευκό και γαλάζιο χρώμα. Ξήλωσαν τα γαλάζια νυφικά τους, άλλες ό,τι γαλάζιο είχαν, έκοψαν τις λεμάρες από τα προσκέφαλα των σπιτιών τους και μέσα σε λίγη ώρα είχαν τις γαλανόλευκες έτοιμες! Έριξαν και τις κόκκινες –χαρμόσυνες- φλοκάτες τους στα παράθυρα και ξεχύθηκαν στους δρόμους για να υποδεχτούν τη Λευτεριά όπως της άξιζε! Κι οι ίδιες γυναίκες, ακούραστες και αφοσιωμένες στην Πατρίδα, δοτικές στους άλλους όπως ήταν τότε, ολονυχτίς ζύμωναν ψωμιά για τον Ελευθερωτή Στρατό.

Μα δυναμικοί, γενναίοι και φιλοπάτριδες ήταν κι οι Καστοριανοί της Ομογένειας. Μαθαίνοντας τα ευχάριστα νέα, τις κινήσεις που προηγήθηκαν της Απελευθέρωσης της πόλης, κατέφθασαν στην Πατρίδα από τη Ν. Υόρκη, το Παρίσι, αλλά κι από την Αθήνα, στο άψε-σβήσε στη μαχόμενη Μακεδονία. Τρεις από αυτούς, τέσσερις μήνες μετά την Απελευθέρωση της Καστοριάς, έπεσαν μαχόμενοι στο θρυλικό Μπιζάνι και σήμερα εδώ οφείλουμε να τους μνημονεύσουμε ξεχωριστά: Βασίλειος Παπαδίσκος, Στέργιος Παπαμαντζάρης, Δημήτριος Παπαλαζάρου, «τα τρία λεβεντόπαιδα, της Καστοριάς βλαστάρια», όπως χαρακτηριστικά τούς λέει ο Αργύριος Παπαδίσκος στο ποίημα που τους αφιέρωσε. Σε επιστολή, μάλιστα, του ενός τους, του Βασίλη Παπαδίσκου, περιγράφεται ο γενικός ενθουσιασμός των Ελλήνων «δια τας νίκας του ελληνικού στρατού» και συνεχίζει: «έως απόψε εμάθαμεν ότι ο ελληνικός στρατός εισείλθεν εις Κοζάνην και προχορεί εις Καστορίαν και Βιτόλιαν»-τα καημένα τα Βιτώλια δε λευτερώθηκαν, η Καστοριά ευτυχώς ναι! Και κλείνει η πολύτιμη αυτή επιστολή με τον ομορφότερο επίλογο: «Λοιπόν, Αδέρφια μου, να ίσται φαρδόκαρδι και να ελπίζετε καλάς επιτυχίας και είθε να ανταμοθούμεν εις ελευθέραν Καστορίαν […]».

Και, να ‘μαστε σήμερα όλοι εδώ, εις την ελευθέραν Καστορίαν και παλεύουμε να διδαχτούμε από το ιερό νέφος των ηρώων του 1912. Και, αν θέλουμε να εκπληρωθεί το γρηγορότερο κι η ευχή για «καλάς επιτυχίας», ένας μονάχα τρόπος υπάρχει, που ο Κωστής Παλαμάς τον λέει:

...Ύστερ’ απ’ την αγάπη του Θεού
είναι η αγάπη της πατρίδας. Η πατρίδα!
Να ζεις χωρίς πατρίδα δεν μπορείς.
Ακόμα κι αν την αρνηθείς,
είτε φεγγοβολά στου ονείρου σου τον νου,
τόπος που θα σου ταίριαζε, μια μακρινή Ατλαντίδα,
όπου εσύ πας κι όπου σταθείς,
το ρίζωμα ή τη χίμαιρα πατρίδα θα τα πεις...


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 15 Νοεμβρίου 2018, αρ. φύλλου 960








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.