30.4.19

ΔΩΡΑΣ ΤΕΛΛΙΔΟΥ: «Μικρές ιστοριούλες με σπουδαία μηνύματα»



Το κείμενο  που ακολουθεί προέρχεται από την παρουσίαση του τρίτου βιβλίου της κ. Ουρανίας Μπάγγου “Το κοτσύφι, το κοτφυφάκι!”, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου Καστοριάς, το Σάββατο 1η Δεκεμβρίου 2018.

* * *

ΕΝΟΙΩΣΑ ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ, συγκίνηση, τιμή! όταν μου πρότεινε η Ουρανία Μπάγγου να μιλήσω για το βιβλίο της! Έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου και άρχισα να το ξεφυλλίζω δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβω ότι η συγγραφέας γράφει για την πρώτη της εγγονή, τη Βικτώρια. Θυμήθηκα τη φράση που λέει ο ελληνικός λαός «του παιδιού μου το παιδί, το χω δυο φορές παιδί.

Το βιβλίο αυτό είναι το αποκύημα της αγάπης, η οποία είτε εκφράζεται με λέξεις είτε με πράξεις αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο της εξελικτικής μας πορείας συνυφασμένο μέσα από μια σειρά πολλαπλών συναισθημάτων. Ένα ισχυρό συναίσθημα που περικλείει αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια και ορίζεται με εκδηλώσεις στοργής, αφοσίωσης, συμπόνιας και θυσίας αν χρειαστεί.

Ως γνήσια λογοτέχνης νιώθει την ανάγκη να ερμηνεύει τον κόσμο που την περιβάλλει, εξάλλου έτσι γεννήθηκε η λογοτεχνία, η οποία με τρόπο πάντα έμμεσο, μας δείχνει τις αλήθειες της ζωής και κάνει πιο ασφαλή τα βήματά μας, μέσα απ’ το πέρασμα του χρόνου. Ότι γράφεται με την τέχνη του λόγου είναι μια μορφή αιωνιότητας, είναι το όπλο για ν’ αντικρίσουμε με διαφορετικό τρόπο την υπερβολικά υλιστική εποχή μας. Είναι η πρόταση απελευθέρωσης του νου μας από τα δεσμά του αυτονόητου και του πνευματικού εφησυχασμού. Μέσα από τις ιστορίες και τους μύθους, έννοιες, αξίες και γνώσεις γίνονται πιο χειροπιαστές, κατανοητές και αποδεκτές, αφού ταυτόχρονα απευθύνονται στο μυαλό, την ψυχή και την καρδιά των ανθρώπων.

Αφήνεται η λογοτέχνης στην προσωπική της μέθεξη, εκτίθεται στη συγκίνηση, μια ελεγχόμενη συγκίνηση, που είναι και η αιτία της συγγραφής αυτού του έργου. Με εντιμότητα και ειλικρίνεια απέναντι στο πολύτιμο υλικό έμπνευσής της κάνει την εμπειρία μας ουσιαστική με τον ρεαλισμό μιας πηγαίας καταγραφής μεταξύ της γέφυρας του παρόντος και της φαντασίας. Μετουσιώνει τις έννοιες σε ιστορίες, τις επενδύει με τα συναισθήματά της, την αγωνία της να προσφέρει. Πόσο συναρπαστικά μας αλλάζει τη ζωή μας ένα παιδί, τι ενέργεια μας δίνει, δύναμη και κίνητρα να γίνουμε καλύτεροι, στόχους να κάνουμε καλύτερη τη ζωή μας. Ένα γέλιο, ένα βλέμμα τους έχουν μια απρόσμενη λυτρωτική δράση.

Για να ανταποκριθεί στην πρόκληση της συγγραφής η συγγραφέας γίνεται η ίδια παιδί, μπαίνει στη σκέψη της εγγονής της και προσπαθεί να μιλάει γι αυτήν: «η γιαγιά μου τα γράφει κι αλίμονο, όχι πάντα όπως τα νιώθω…». Σίγουρα μια Απαιτητική δουλειά, έργο, δραστηριότητα, τονώνει την προσοχή, ενεργοποιεί το άτομο, καλλιεργεί την ικανότητα αναστοχασμού μια μάλλον ξεχασμένη ικανότητα στη εποχή του ηλεκτρονικού γραμματισμού. Τους μεγαλύτερους, μας κάνει να στοχαστούμε τις δικές μας εμπειρίες υπό το φως των όσων ξεδιπλώνονται μπροστά μας. Η δύναμη της λογοτεχνίας μεταβάλλει τις νοητικές μας διαδρομές, δημιουργεί νέες σκέψεις, μας ταξιδεύει ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, μας κάνει να αναρωτιόμαστε για τα δικά μας βιώματα, αν μπορούμε να κάνουμε την νοερή εικόνα βίωμά μας.

Το βιβλίο αυτό έχει τουλάχιστον τέσσερα αναγνωστικά κοινά! γονείς, παππούδες, γιαγιάδες και... «όλα τα παιδιά που κάνουν κουτσό στο ένα πόδι». Το βιβλίο ξεκινά με ένταση πλημμυρισμένη από τα συναισθήματα που φέρνει η προσμονή του ερχομού της εγγονής «περιμένοντας τη μικρή» είναι ο πρώτος τίτλος που συνοδεύεται από το καλωσόρισμα της γιαγιάς που ξεχειλίζει η ψυχή της από χαρά και ευφορία: «καλως μου την καλώς μου την! την ανθρωπούλα τη δυνατή! Καλώς την, την καλόγνωμη! Καλώς την την πολύφερνη! Καλώς μου την που θα ρθει…». Η νεογέννητη εγγονή, το κοτσυφάκι. Το μικρό μαύρο πουλάκι, το όμορφο αυτό ανθρωπόφιλο πουλί που προσαρμόστηκε στη ζωή των πόλεων με τους ανθρώπους και πήρε ίσως και τις συνήθειές τους, (είναι εξαιρετικά απίθανο να εγκαταλείψουν τα μικρά τους).

Μικρές ιστοριούλες αλλά σπουδαία μηνύματα ξετρυπώνουν μέσα από αυτές: τα παιδιά παίζουν με το κοτσύφι και η συγγραφέας επισημαίνει «δεν πειράζει που τα παιδάκια έχουν χεράκια ενώ το κοτσύφι έχει φτερούγες, ούτε τους νοιάζει ποιος θα νικήσει. Σ αυτό το παιχνίδι είναι όλοι νικητές γιατί όλοι είναι χαρούμενοι!» Μηνύματα για τη χαρά, τη δημιουργικότητα, την αυτενέργεια και την αυτονομία, το θυμό, τη γνώση και τη μεταγνώση, που κατευθύνει τη σκέψη και τον στοχασμό ακόμα, και για την αξία της διατροφής: Από μια τόση δα πρόταση μπορεί να κάνει το παιδί εικόνα και βίωμα «η γιαγιά μου λέει ότι τρέχω πολύ γιατί έφαγα σταφίδες και καρυδάκια που μου δίνουν μεγάλη ενέργεια... σταματώ κάπου – κάπου και τρώω μερικά από το χέρι της, όπως τρώνε τα αρνάκια από το χέρι του τσομπάνη».

Αλλά και μηνύματα της σύγχρονης εποχής γραμμένα με χιούμορ, όπως αυτό για τις μοίρες «φορούσαν ακόμα τα χιλιόχρονα ενδύματά τους, χιτώνες και σανδάλια και περπατούσαν με ζωηρό βήμα… παρ’ όλες τις προφυλάξεις που πήραν δεν ξέφυγαν από το βλέμμα τριών εφήβων που πήγαιναν στη λίμνη για να προπονηθούν στην κωπηλασία. Αυθάδεις ως συνήθως οι έφηβοι γέλασαν με την εμφάνισή τους! Η εξέλιξη της ζωής στη γη έδειχνε καθαρά πως ό,τι δεν προσαρμόζεται με τα καινούργια, σιγά σιγά παύει να υπάρχει». Μηνύματα προοπτικής από την αρχαιότητα ως σήμερα για όλα τα παιδιά, όπως αυτό στην ιστορία «Στατιστικολόγος» με ήρωες μυθικούς, με ποιητές και ερευνητές, αλλά και με δικούς μας Καστοριανούς επιστήμονες: «κοιμάμαι συχνά για να αφήσω τον εγκέφαλό μου να ξεκουραστεί και να προετοιμαστεί για τους νέους άθλους που με περιμένουν. Τη Λερναία Ύδρα με πρόλαβε και τη σκότωσε ο Ηρακλής, τη βαρύτητα την ανακάλυψε ο Νεύτωνας, το νόμπελ για την ποίηση το πήρε ο Ελύτης, ο Νανόπουλος και η Μαρία Σπυροπούλου βάζουν τα δυνατά τους στην Αμερική, αλλά δεν το βάζω κάτω – όλο και κάτι θα βρεθεί να κάνω κι εγώ»

Το βιβλίο καλογραμμένο, με θέματα δικά της, δικά μας, πλοκή, παραστατικές περιγραφές. Μας κάνει να αναλογιστούμε τη σχέση μας με τους δικούς μας ανθρώπους, με τους άλλους ανθρώπους, τον τόπο μας, τον χρόνο, τη δημιουργική μας ικανότητα, να αναρωτηθούμε ίσως για τις δικές μας κρυφές δεξιότητες. Οι χαρακτήρες αποτελούν ένα σημαντικό στοιχείο του βιβλίου. Την πρωταγωνίστρια και την συμπρωταγωνίστρια πλαισιώνουν ζώα, ως συμπληρωματικό στοιχείο μεταφοράς μηνυμάτων. Η παρουσία ζώων και ανθρώπων με λίγα και ξεκάθαρα χαρακτηριστικά είναι ένα «προνόμιο» της παιδικής λογοτεχνίας. Η συγγραφέας φαίνεται να έχει μελετήσει την παιδική λογοτεχνία, αλλά και την ψυχοπαιδαγωγική επιστήμη, έχει γνώσεις και καταλαβαίνει. Το κοτσύφι, το κοτσυφάκι έχει και επιστημονική αξία, αφού στις ιστορίες του προβάλονται όλες οι αναπτυξιακές δεξιότητες του συναισθηματικού, οπτικού, γλωσσικού, κοινωνικού, ψυχοκινητικού τομέα, κατά την περιγραφή των δρώμενων της μικρής Βικτωρίας.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των παιδιών αυτής της ηλικίας, επιστημονικά είναι το εγωκεντρικό στάδιο, τους ενδιαφέρει πολύ ο εαυτός τους το σπίτι τους, οι φίλοι τους και η οικογένειά τους. Τα αγαπημένα τους βιβλία, είναι αυτά που περιγράφουν μία κατάσταση που τους είναι οικεία, που μπορούν να ταυτιστούν με τον ήρωα της ιστορίας. Προτιμούν βιβλία που παρουσιάζουν φανταστικές καταστάσεις και χαρακτήρες, επειδή σε αυτήν την ηλικία υποδύονται ρόλους, παίζουν διάφορα φανταστικά παιχνίδια, βιβλία και ιστορίες που έχουν καλό τέλος. Όπως αυτή με την κομμένη ουρά της αλεπούς που πιάστηκε στην παγίδα από ανθρώπους που ήθελαν να αιχμαλωτίσουν τα ζώα του δάσους. Και δίπλα της το αλεπουδάκι στεναχωρημένο, αλλά για καλή τύχη περνούσαν από εκεί η Βικτωρία με τη γιαγιά της που είχε μια αλοιφή και κόλλησε την ουρά της αλεπούς! «λίγη αλοιφή ανακατεμένη με μια στάλα αγάπης από τις καρδιές της γιαγιάς και της Βικτωρίας έκαναν το θαύμα τους» πριν λίγες μέρες με λίγη αλοιφή και λίγο χάδι είχε γιατρευτεί και το δικό της γόνατο.

Αναρωτιόμαστε για το καλό ποιοτικό παιδικό βιβλίο, μα δεν χρειάζεται. Δείκτης ποιότητας είναι τα ίδια τα παιδιά ως αναγνώστες: τους άρεσαν οι ιστορίες; Έδειξαν ενδιαφέρον; Είχαν απορίες; Τους συγκίνησαν οι ήρωες; Η αξιολόγηση λοιπόν για το συγκεκριμένο βιβλίο έγινε δια ζώσης στο σχολείο μου, όπου οι μικροί μαθητές υποδέχθηκαν τη συγγραφέα. Θέλαμε να γνωρίσουμε από κοντά τη συγγραφέα του κοτσυφιού και έτσι την προσκαλέσαμε στο σχολείο μας να μας μιλήσει για το κοτσύφι, το κοτσυφάκι! Τα παιδιά είχαν ήδη διαβάσει τις ιστορίες και είχαν ετοιμάσει τις ερωτήσεις – απορίες. Και όχι μόνο, είχαν ετοιμάσει με τη βοήθεια της δασκάλας τους και δραματοποίηση κάποιας ιστορίας με το βατραχάκι. Η συγγραφέας τους μίλησε για τα μηνύματα του βιβλίου και μετά αφέθηκε στον χείμαρρο των ερωτήσεων και αποριών των παιδιών που δεν θα σταματούσαν αν δεν επενέβαινε άκαρδα η κ διευθύντρια.

Μέσα από τα τόσα μηνύματα των 22 ιστοριών του βιβλίου, συναισθήματα, εκφράσεις με λέξεις και λόγια που αναδύουν ζωντάνια, χαρά, ευγένεια, ζεστασιά και θαλπωρή για εμένα προσωπικά, ως ενήλικη αναγνώστρια, αυτό που με συγκινεί και επικρατεί είναι η αγάπη της γιαγιάς. Μια αγάπη αλλιώτικη από τις άλλες όπου όλα προσφέρονται επί δύο, κυρίως οι ποσότητες του φαγητού. θυμάμαι τη μαμά μου να εκστασιάζεται από χαρά όταν πεινούσε η κόρη μου! Η Ελληνίδα γιαγιά δίπλα μας να μοιράζει και να δίνει τον εαυτό της, να υπομένει, να κατανοεί, να υποστηρίζει, να βοηθάει και να δίνει λύσεις αφού ξέρει καλύτερα τη μαμά ή τον μπαμπά. Αλλά και να λέει ιστορίες από τα παιδικά χρόνια με συμβουλές όλο περιεχόμενο και νόημα και να μεταβιβάζει τις οικογενειακές ιστορίες, τα ήθη, τις παραδόσεις μας. Γιαγιάδες και παππούδες εν δράσει μπορεί βέβαια να είναι ο τρόμος των γονιών όταν κάνουν όλα τα χατίρια και ανέχονται όλες τις αταξίες των εγγονιών… Το επισημαίνει χιουμοριστικά η συγγραφέας: «μέχρι εκείνη την ώρα παίζαμε μια χαρά… αν και δεν της είχα πει σε όλα ναι» …τα χαλαρά ωράρια ύπνου, τις ιστορίες που δεν τελειώνουν και όλα μοιάζουν απολαυστικά.

Η Ουρανία Μπάγγου επέλεξε να κλείσει με μια ιστορία που βάζει τη γιαγιά σε σκέψεις και βάζει και εμάς σε σκέψεις η φράση της Βικτώριας «δεν σ αγαπώ γιαγιά». η συγγραφέας με απόλυτη ενσυναίσθηση προσδιόρισε το ρόλο της και της θέση της στη ζωή του παιδιού με μια δόση χιούμορ... «γενικώς οι γιαγιάδες είμαστε άνθρωποι καλών προθέσεων. Μέχρις εκεί όμως. Γιατί δεν είμαστε οι πρωταγωνιστές, οι δευτερο αγωνιστές είμαστε και είναι από τη φύση του αρκετά σημαντικό».  Η παρουσία της είναι σημαντική, αναγκαία για την φροντίδα αφού οι γονείς δουλεύουν. Η Βικτώρια την έβαλε σε σκέψεις. Τώρα ξέρει, όλοι ξέρουμε; ότι οι παππούδες και οι γιαγιάδες δεν αντικαθιστούν τη σχέση των γονιών με τα παιδιά, αλλά τη συμπληρώνουν και τη διευρύνουν. Και βέβαια το παιδί έχει ανάγκη να είναι με τους γονείς τους, όμως δίπλα του είναι οι άλλοι γονείς και σε τέτοιες σχέσεις εύκολα βρίσκονται οι ισορροπίες με αγάπη και συνεννόηση. Και το παιδί έχοντας αυτή την διπλή εμπειρία γεμίζει αρμονικά την ψυχή του και βρίσκει χώρο για όλους. Και η γιαγιά νιώθει ικανοποίηση, πληρότητα ακόμα και με τον δεύτερο ρόλο, με το μερίδιο αγάπης που της δίνει και παρηγοριέται με τη σκέψη ότι «και στα όσκαρ στον κινηματογράφο δεν δίνονται βραβεία μόνο για τους πρώτους ρόλους, αλλά και για τους δεύτερους».

Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να ακούω από τη μαμά μου τι έκανα μικρή, πως έπαιζα, πότε άρχισα να μιλάω, να περπατάω, τι μου άρεζε και αχόρταγα ρωτούσα! Η Βικτώρια θα έχει την τύχη να τα διαβάζει σε γραπτές ιστορίες ντοκουμέντα από τη γιαγιά της! Ένα ολόκληρο βιβλίο γι αυτήν!

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13 Δεκεμβρίου 2018, αρ. φύλλου 964

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.