27.4.19

ΤΑΣΑΣ ΣΙΟΜΟΥ: «Η δική της λίμνη, ο τόπος της»



Το κείμενο που ακολουθεί, προέρχεται από την παρουσίαση του δευτέρου βιβλίου της κ. Χρυσούλας Πατρώνου-Παπατέρπου, Οι σημαδούρες, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου Καστοριάς, το Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018.

* * *

Η ΡΑΔΙΝΗ ΜΟΡΦΗ της κας Χρυσούλας Πατρώνου-Παπατέρπου που απηχεί και την προσωπικότητά της μου εντυπώθηκε χρόνια πριν στις ελάχιστες φορές που την είδα, στην Καστοριά.
Στη συνέχεια δεν παρακολούθησα τα βαθιά χνάρια που άφηνε αποτυπώνοντας τον κόσμο που την περιέβαλε είτε ζωγραφίζοντας, είτε γράφοντας. Την ευχαριστώ λοιπόν για την τιμή που μου έκανε να μετάσχω στην παρουσίαση του 2ου βιβλίου της. Την ευχαριστώ επί πλέον για την ευκαιρία που μου δίνει να ξαναβρεθώ στον τόπο που πρωτοδιορίστηκα κι αγάπησα πολύ τις ομορφιές και τους ανθρώπους του (θυμάμαι ακόμα το τσαρσί, το τσαρδάκι, τα πρεμεντιά και τα ραγκουτσάρια).

Άρχισε να γράφει στην τελευταία δεκαετία της ζωής της, θυμίζοντάς μας τη Μαρία Ιορδανίδου και υπερβαίνοντας τη γενιά της που δικαιώνεται μόνο με τη συνέχιση της ζωής, τους απογόνους της. Είναι διηγηματογράφος· εάν στα μυθιστορήματα έχεις να διαχειριστείς τον όγκο των σκέψεων και να στήσεις την πλοκή, στα διηγήματα πρέπει να πετάξεις, να αφαιρέσεις στο καίριο, στο μεστό και στο απέριττο. Μας το λέει στον τίτλο της: Οι Σημαδούρες και άλλες μικρές ιστορίες. Μας κάνει όμως και τον πρώτο υπαινιγμό για τόπο που κυριαρχεί το υδάτινο στοιχείο. Οι σημαδούρες μικρό σύμβολο στο νερό αγκυροβολίων, ή προστασίας των κολυμβητών ή των δυτών. Σύμβολο προμηνύματος και σήμα ορίου. Το υπερβαίνει άραγε η συγγραφέας και πάει στα άπατα και στα βαθιά; Θα το δούμε.

Είκοσι τρία διηγήματα, ταξινομημένα από την ίδια σε 4 θεματικούς κύκλους. Φύση, παιδιά, ξενιτιά, ερημία. Στην προσπάθειά μου για επαρκή ανάγνωση αναζήτησα το αρμολόι που συνδέει όλες τις κατηγορίες: Είναι η λίμνη αυτή καθαυτή, ως παραλίμνιος δρόμος, παραλίμνια πόλη, θέα στη λίμνη, δόμηση που κρύβει τη λίμνη, παραλία της λίμνης, τα ανατριχιασμένα νερά της λίμνης κι ο φτερωτός της πλούτος! Δεν την ονοματίζει, έτσι αποκτά καθολικότητα. Παραμένει όμως, η δική της λίμνη, ο τόπος της, δηλαδή οι ρίζες της που καλλιεργούν την τοπικότητα ως καταφύγιο, ως φωλιά, ως αίσθημα του ανήκειν απέναντι στην καλλιεργούμενη ανασφάλεια των μεγεθών της παγκοσμιοποίησης! Την τοπικότητα, ως διαφορετικότητα, ως αντίσταση και ανυπακοή απέναντι στην ομοιομορφία της παγκοσμιοποίησης. Είναι οι ιδιαίτερα πολιτισμικές ταυτότητες που καλλιεργούν το διάλογο και ομορφαίνουν τον παγκόσμιο πολιτισμό.




Το δεύτερο συνδετικό στοιχείο είναι ο παρελθοντικός χρόνος. Τα μετακατοχικά χρόνια, ίσως οι τρεις πρώτες δεκαετίες, στερημένα χρόνια, σφραγισμένα από τον αδελφοκτόνο πόλεμο. «Αδελφοφάγος σπαραγμός» όπως λέει στο “Άλογο το κανελί” όπως αναφέρεται στους αντάρτες στα “Πέρατα του κόσμου” και στα διηγήματα παλιννόστησης των πολιτικών προσφύγων στο “Σκάφος σε χρώμα λουλακί”, από Βουλγαρία, στο “Μοναχικός καουμπόης” από την Ανατολική Γερμανία.


  • Η λειτουργία των ενοτήτων

Η φύση, δηλ. Ο κόσμος της λίμνης είναι ο καταλύτης για τον εξανθρωπισμό των ξένων στη “Θύελλα”, η πνιγμένη στους φακέλους πρωτοδίκης που από το στρόβιλο καταφεύγει στη ζωγραφική και στοχάζεται τις χαρές της ζωής, αλλά και των «ντόπιων» στο “Μελισσοφάγο”. Ο νεαρός ιστορικός ο βουτηγμένος στο βιβλίο βουτάει στη γνώση των φτερωτών. Στην κατηγορία των «παιδιών». Είναι η ίδια η φύση της Καστοριάς που το μικρό ορφανό Κοσμά στο “Τρύπα στον ουρανό” τον οδηγεί από την τρύπα στον ουρανό άκαρπα στον ουρανό της λίμνης, από αντικατοπτρισμό για να πετύχει μια χαραμάδα να δει τον πατέρα του, αλλά ως αστροφυσικός αργότερα πέτυχε την ανακάλυψη της τρύπας του όζοντος, σημείο τομή για τη δημιουργία οικολογικής συνείδησης. Η διδασκαλία της φύσης για το σεβασμό αντανακλάται και στη λειτουργία της Ορνιθολογικής Εταιρίας, μοναδικής στη Δυτική Μακεδονία (αναφέρεται 3 φορές).

Τα παιδιά κινούνται στην αντίφαση να θεωρούνται το μέλλον της ζωής και ταυτοχρόνως να γίνονται τα πιο εύκολα θύματα. Είναι φτωχά, στερημένα από γονείς είτα από την ξενιτιά (“Τα Πέρατα του κόσμου”) είτε από ορφάνια (“Τρύπα στον ουρανό”) χτυπημένα από τις κοινωνικές διακρίσεις (“Ο Φελίππα”) ή από τη μοίρα (“Η Μοτοσυκλέτα”). Το βλέπουμε στους σύγχρονους πολέμους και στην προσφυγιά που συνεπάγονται (ασυνόδευτα παιδιά). Στα πέντε διηγήματα, τρία αφανίζονται, ένα εξαφανίζεται Ο αφανισμός τους αποκορύφωμα της τραγικότητας της ζωής και ταυτόχρονα μαστίγιο αφύπνισης για το αγκάλιασμα τους, τη φροντίδα τους.




  • Ξενιτιά 

Σύμφυτη με τόπους κακοτράχαλους κι ορεσίβιους κατοίκους η ξενιτιά σε Καστοριά, Σιάτιστα και Κοζάνη, βαρύτερα είν’ τα ξένα για τους πραματευτάδες στα μέσα του 18ου και 19ου αιώνα, που ξενιτεύονται στα Βαλκάνια και στη Μεσευρώπη στην ιστορία μας και στη Ρουμανία. Αρχές του 20ου αιώνα στην Αμερική. Δεκαετίες του ‘50 - ’60 στη Γερμανία. Σύγχρονη ξενιτιά της κρίσης και των μνημονίων σήμερα. Στην “Κοστάντσα” έρχεται η έκπληξη: ένα διήγημα σε τρία. Μάνα, γιος, κόρη. Διαφορετική οπτική. Οι αλήθειες των άλλων, τα βάσανα από την απουσία του άντρα, διαψευσμένοι έρωτες, παράλληλες σχέσεις στην ξενιτιά, η απώλεια της έννοιας της πατρίδας.


  • Ερημιά

Από απώλεια, από έλλειψη συγγενών. Δεν είναι η μοναξιά αυτών που τα έχουν όλα, η μοναξιά των ατόμων που είναι το κέντρο του κόσμου, η αποξένωση της κοινωνίας της κατανάλωσης που αντί για ανθρώπινες σχέσεις θεοποιεί τις δημόσιες σχέσεις τους γνωστούς αντί για τους φίλους ή τους συγγενείς. (“Μέλλουσα κρίση”) Η Χρυσούλα Πατρώνου-Παπατέρπου δεν κάνει γυναικεία λογοτεχνία εύπεπτων αισθηματικών ιστοριών. Βαδίζει στα χνάρια της Μ. Αξιώτη, της Μ. Δούκα, της Ζ. Ζατέλη, της Ρέας Γαλανάκη, της Μ. Λυμπεράκη. Απευθύνεται σε όλους, άντρες και γυναίκες, συμπολίτες αλλά και συμπατριώτες, τους συγκαιρινούς αλλά και τους μετέπειτα.

Ως τρίτος, συνδετικός κρίκος υπάρχει μια μητριαρχική γραμμή. Διακριτή η παρουσία της ως μητέρας, μητέρας παιδιού με ειδικές ανάγκες, μητέρας παιδιών ξενιτεμένου πατέρα, ως αγαπημένης ασυνείδητου άντρα, ως ασθενής σύζυγος αναίσθητου συζύγου, ως γιαγιάς, ως εργάτριας στην ξενιτιά. Επανέρχομαι στο ερώτημα των απάτητων νερών: Ναι, βουτάει σ’ αυτά αφού, αποστρέφει το βλέμμα από τους πλαστικούς ανθρώπους των τελευταίων δεκαετιών. Αυτούς της τεχνητής ευμάρειας και ευφορίας. Τους πετυχημένους, τους επιδειξιομανείς, του εύκολου κέρδους κι εστιάζει στον πραγματικό κόσμο. Στους φτωχούς, απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, με αδιέξοδα και συχνά τραγικό τέλος. (Νεορεαλισμός). Τους παίρνει από τη σκιά, από το παρασκήνιο και τους φέρνει στο φως και στη σκηνή.




Οι ήρωές της είναι αντιήρωες. Είναι μια απ’ αυτούς; Όχι, γίνεται ένα μ’ αυτούς από συμπόνια, από συμπαράσταση, από αγανάκτηση, από διαμαρτυρία για τη μοίρα τους και από προσδοκία για την καλυτέρεψή τους. Οι εικόνες έντονες με τη γραφίδα της ζωγράφου. Το ύφος της λιτό, πυκνό, απέριττο, με εσωτερικό ρυθμό. Η αφήγησή της άλλοτε στο πρώτο κι άλλοτε στο τρίτο πρόσωπο μας κρατάει σε εγρήγορση μέχρι το τέλος που άλλοτε είναι τραγικό, άλλοτε τέλος του σοκ (“Κοκάλινο δαχτυλίδι”) ή του αιφνίδιου (“Ευαγγελισμός”)
Οι λέξεις της εύστοχες σαν πρόκες καρφωμένες στον καρπό των διηγημάτων, κατά πως έλεγε ο Μ . Αναγνωστάκης.

Η κ. Χρυσούλα Πατρώνου-Παπατέρπου με το τάλαντό της, με τους στοχασμούς και τις έγνοιές της πλουτίζει και πάλι την καστοριανή γραμματεία και όχι μόνο... Κι αφού το βιβλίο είναι ένα πλοίο, ένα τραίνο μες στη νύχτα φωτισμένο, της ευχόμαστε καλοτάξιδο. Άλλωστε διατίθεται και για καλό σκοπό.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Δεκεμβρίου 2018, αρ. φύλλου 965




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.