29.4.19

Marilena Nik: Του μικρού Βοριά



____________ Α Ν Ε Μ Ο Λ Ο Γ Ι Ο ____________

«Κρυώνω... νοιώθω ένα ψυχρό αγέρι... πονάω παντού, ν’ ανοίξω τα μάτια... σκιές θολές... να φωνάξω δυνατά αλλά δεν βγαίνει η φωνή μου, ας προσπαθήσω πάλι, ποιός βογγάει; κρυώνω... πονάω... πού είμαι; να θυμηθώ... πήγαινα Αράχωβα, το σαλέ... έτρεχα... να θυμηθώ, χτύπησε το κινητό, απλώνω το χέρι... ένας κρότος, βγαίνω απ’ το δρόμο... μαμά μου... πού είμαι; πέθανα... όχι όχι, γιατί; θέλω να ζήσω... είναι άδικο, σκοτώθηκα παραμονή Πρωτοχρονιάς... νοιώθω κάτι ζεστό δίπλα μου... ένα χνώτο... κάτι φαίνεται σαν μουσούδα ζώου, λύκος...όχι φύγε, φύγε... πονάω... με γλύφει, όχι μη με φας... αφού έχω πεθάνει... όχι μη κατασπαράξεις το σώμα μου...ήμουνα πολλή όμορφη...να κλείσω τα μάτια... έχω αρχίσει να παγώνω... αισθάνομαι ένα χέρι να χαϊδεύει το μέτωπο μου..."μην κοιμηθείς, άνοιξε τα μάτια κορίτσι μου, έρχονται να σε πάρουν, κρατήσου"… "μπαμπά θα ζήσει;"».

Το αυτοκίνητο κινείται ήρεμα στο φιδίσιο δρόμο, το χάρτινο ντοσιέ ακουμπισμένο στα πόδια της, την παρατηρώ. Ανοίγει το φάκελλο κι ακόμα μια φορά κοιτάζει τις φωτογραφίες. «Δεσποινίς Μαριάννα, τις έχετε δει, θα τους γνωρίσετε, ηρεμείστε» αναστενάζει «έχω αγωνία κύριε Μανώλη, θέλω να τον δω από κοντά». Τεντώνει το πόδι της «κουραστήκατε να σταματήσουμε σε λίγο στο καφέ;», «ναι θα ήθελα έναν καφέ και νερό παρακαλώ» μου χαμογελάει «δε θέλω να κατέβω, μόνο θ’ απλώσω τα πόδια μου». Πόσο έχει αλλάξει, πιο ανθρώπινη, πιο γλυκιά, ντρέπομαι γι αυτή την σκέψη μου αλλά είναι αλήθεια, χάθηκε ο πλούσιος εγωισμός της. Μετά το ατύχημα πριν δύο χρόνια, βγαίνει απ’ το σπίτι της για πρώτη φορά.
Έχει πάει το κάθισμα πιο πίσω κι έχει κλείσει τα μάτια της. Καημένο κορίτσι, ωρίμασες απότομα. Την σκουντάω απαλά, «ο καφές σας δεσποινίς».

«Ανοίγω τα μάτια μου, λευκά φώτα δυνατά τρέχουν πάνω μου, φωνές μακρινές “γρήγορα στο χειρουργείο, όλα έτοιμα; μήπως και σώσουμε το πόδι της”… δε νοιώθω τίποτα...“νάρκωση, ξεκινάμε”… μια φωνή γλυκιά “πώς σε λένε;”... “Μαριάννα”…σιωπή».

Σταματάμε μπροστά σ’ ένα όμορφο μικρό σπίτι με κεραμιδένια σκεπή και κήπο μπροστά του. Εδώ μένουν, μας είπαν απ’ το καφενείο του χωριού. Της ανοίγω την πόρτα να κατέβει απ’ τ’ αμάξι, βγάζει το δεξί της πόδι και με το χέρι της βγάζει και το τεχνητό αριστερό της πόδι. Κουτσαίνει και στηρίζεται στο μπράτσο μου. Ανοίγουμε την αυλόπορτα κι ακούμε γαύγισμα, την νοιώθω να τρέμει «δεσποινίς Μαριάννα όλα καλά;»... με κοιτάζει με μάτια βουρκωμένα. Τα μακριά της μαλλιά ανεμίζουν «φυσάει όπως και τότε, θα τα καταφέρω»... «Μαξ, Μαξ» ακούμε μια αγορίστικη φωνή... ο Μαξ, ένας γερμανικός ποιμενικός, έχει έρθει κοντά μας και την μυρίζει, θυμάται... απλώνει το χέρι της και τον χαϊδεύει, στέκεται δίπλα της, σαν φρουρός. Το μικρό αγόρι μας έχει πλησιάσει, την κοιτάζει σαστισμένο «είσαι εκείνη, ψελλίζει»... στα σκαλοπάτια της εξώπορτας στέκεται η υπόλοιπη οικογένεια που μας κοιτάζει απορημένη.

Κάθομαι στην πολυθρόνα δίπλα στ’ αναμμένο τζάκι, η μυρωδιά της ζάχαρης άχνης και του ροδόνερου με ξελιγώνει. Μας κερνούν κουραμπιέ φρεσκοψημένο, το χριστουγεννιάτικο δέντρο μπροστά στο παράθυρο με τα φωτάκια του να χορεύουν. Όλα μέσα στο σπίτι είναι ξύλινα κι απλά. Τα χαμόγελα στα πρόσωπά τους αληθινά. Θαλπωρή κι αγάπη ολόγυρα μου. Ο Μαξ δίπλα μου, τον φιλάω «εσένα πέρασα για λύκο;» γελάω αυθόρμητα... θεέ μου γελάω πάλι... «τον άφησα κοντά σου να σε φυλάει κι έτρεξα να φωνάξω τον μπαμπά μου» μου λέει τ’ αγόρι... «γιατί δεν ήρθες να με δεις;»... κοιτάζει τον πατέρα του «όταν μάθαμε ότι είσαι η κόρη αυτού του πλούσιου, κομπιάζει, μάθαμε ότι θα γίνεις καλά...δε θέλαμε κάτι, πώς έμαθες για μας;». Χαμογελάω δείχνοντας προς: «ο κύριος Μανώλης, ο σωφέρ του μπαμπά, τα έμαθε όλα για το ατύχημα». Με τις ερωτήσεις για να γνωριστούμε καλύτερα και την κουβέντα, η ώρα πέρασε και τ’ απογευματινό φως λιγοστεύει, «θα ήθελα σας παρακαλώ, να πάμε εκεί, στο δρόμο, τους λέω συγκινημένη».

Το προσκυνητάρι σιμά στο δρόμο, σαν μικρό εκκλησάκι με γαλάζιο τρούλο, είναι αναμμένο. «Το φτιάξαμε για σας, να έχετε υγεία» μου λέει σεμνά ο πατέρας του.
Ο παγωμένος αέρας, η μυρωδιά του τόπου, μου είναι γνώριμα. Βγάζω κρυφά απ’ τη τσέπη του μπουφάν μου την επιταγή, την σκίζω σε μικρά κομμάτια που τα παίρνει ο άνεμος. Δεν θα την εξαργύρωναν ποτέ, τώρα ξέρω.
Αγκαλιάζω τ’ αγόρι απ’ τους ώμους, χώνεται στην αγκαλιά μου. «Αντώνη σ’ ευχαριστώ, του λέω κλαίγοντας... ευχαριστώ Μαξ, ευχαριστώ». Κλαίμε αγκαλιασμένοι κι οι δυο. Ο Μαξ γαυγίζει κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. Σουρουπώνει... μια καινούρια χρονιά θα ξημερώσει αύριο.
Χαμογελάω στη ζωή, χαμογελάω στον Αντώνη. «Θα μείνεις απόψε μαζί μας; με ρωτάει με λαχτάρα»... θα μείνω.

Η αναγνώστρια της ΟΔΟΥ εξέφρασε την επιθυμία να υπογράψει με ψευδώνυμο.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Δεκεμβρίου 2018, αρ. φύλλου 965

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.