29/4/19

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Αν δεν τ’ αφήσουμε πίσω μας όλα αυτά, δεν πρόκειται να κάνουμε ούτ’ ένα βήμα πιο μπροστά...



“Έσπασαν κράσπεδα πεζοδρομίων και σκαλοπάτια σπιτιών, πέταξαν μολότοφ, ακόμη και από ταράτσες πολυκατοικιών, έκαψαν κάδους και αυτοκίνητα, έστησαν οδοφράγματα, θρυμμάτισαν ιδιωτικά και δημόσια αγαθά, κατά τα συνήθη. Η ρουτίνα της καταστροφής δεν είναι εξέγερση, το γνωρίζουν, δεν υπάρχει τίποτα το επαναστατικό στην επανάληψη της κατερείπωσης, είναι «πόλεμος» για τον έλεγχο των πραγμάτων. Ένας συνεχής κύκλος βίας για τη διατήρηση της καθεστηκυίας ανωμαλίας. Δεν θα αλλάξει κάτι αν δεν αλλάξει πρώτα ο καθένας από εμάς, τους θεατές, τους εθισμένους στην ανομία(…)” έγραφε η Τ. Καραϊσκάκη σ’ ένα από τα τελευταία φύλλα της εφ. Καθημερινή κι ήταν μια γενική περιγραφή της καταστροφής που επικρατεί όχι τον τελευταίο λίγο καιρό, μα τα τελευταία χρόνια.

Καζάνι που βράζει από θυμό η κοινωνία των νέων μας σήμερα, από έναν θυμό που δεν είναι αδικαιολόγητος κατ’ αρχήν. Όμως, έχοντας δουλέψει τόσα χρόνια με παιδιά στην Εκπ/ση, έχω προ πολλού κουραστεί με το να αρκούμαστε στην επισήμανση των λόγων που γίνεται κάτι, των λόγων κάθε συμπεριφοράς και ενέργειας. Κουραστήκαμε να μένουμε στους λόγους και να μην προχωράμε στο πώς να αντιμετωπίσουμε κάθε δύσκολο πρόβλημα, με άλλα λόγια στο ουσιώδες «δια ταύτα» κάθε προβληματικής κατάστασης.

Πιστεύω, επίσης, πως δε φταίει μόνο το «εξέγερση για την εξέγερση» για όλη αυτή την διαρκώς επαναλαμβανόμενη καταστροφή, αλλά κυρίως ο άκριτος μιμητισμός των νέων και το γεγονός πως πιο εύκολα μιμείσαι το κακό παρά το καλό. Γιατί το καλό θέλει κόπο κι εμείς τόσα χρόνια εθίζουμε συστηματικά τα παιδιά μας στον ήσσονα κόπο ή και στον μη κόπο.

Και για να κλείσουμε το θέμα, τον έχει παίξει τον καταστροφικό της ρόλο κι η ατιμωρησία∙ ό,τι κι αν κάνει κανείς, όσο βαρύ κι αν είναι, δεν το πληρώνει. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι πως εμείς εδώ στην Ελλάδα χωρίζουμε τη βία σε δύο κατηγορίες: τη φιλική προς εμάς και την άλλη, την κακή. Η φιλική μας είναι απολύτως δικαιολογημένη κι επιβεβλημένη. Οπότε δεν δημιουργεί κανένα απολύτως πρόβλημα. Η άλλη, η κακή, είναι της αντίθετης ιδεολογίας και, άρα, απολύτως καταδικαστέα. Αυτή τιμωρείται. Γιατί εδώ, στον τόπο μας, ούτε που μας περνάει από τον νου πως η βία είναι καταδικαστέα απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Μαθαίνουν τα Ελληνάκια μας στην Ιστορία τους πως ο Περικλής ανέθεσε στον Φειδία, που ήταν φίλος του, την επίβλεψη των έργων που γίνονταν στην Ακρόπολη και κάνουν αυτόματα την αναγωγή στο σήμερα. Έτσι ακριβώς κάνουν κι αυτοί που μας κυβερνάνε σήμερα. Έτσι κέρδισαν τις υψηλές τους θέσεις ο θρυλικός Καρανίκας κι ο ασυναγώνιστος Πετσίτης. Με την ιδιότητα του φίλου, του ημέτερου. Και τα παιδιά, έχοντας κληρονομήσει από τους μεγαλύτερους το εθνικό μας ελάττωμα της ακρισίας, πιστεύουν πως αυτό είναι το σωστό, αφού το έκανε κι ο Περικλής.

Με μία τεράστια διαφορά όμως: ο Φειδίας απέδειξε περίτρανα πόσο πολύ άξιζε για τη θέση όπου είχε τοποθετηθεί. Ο Καρανίκας κι ο Πετσίτης αποδεικνύουν το αντίθετο, αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να κατέχουν τις θέσεις που απέκτησαν ελέω φιλίας∙ έχοντας, μάλιστα, και την έμμεση πλην σαφή κάλυψη της κυρίας του Πρωθυπουργού, που σε ανύποπτο χρόνο είχε δηλώσει: «Ποιος απέκτησε χρήματα στην πλάτη του ελληνικού λαού; Αν ξέρετε κάποιον, να μου το πείτε. Πρώτη θα βγω στους δρόμους να διαμαρτυρηθώ». Της δώσαμε τον χρόνο της. Την περιμένουμε φέτος να το κάνει.

Η Ελλάδα του σήμερα γράφει την Ιστορία της. Με την αναξιοκρατία, με τον εξοστρακισμό της αριστείας και μαζί της των πτυχιούχων που ξενιτεύονται πρώτα για την αξιοκρατία που γυρεύουν και δικαιούνται κι έπειτα για την εργασία που επίσης δικαιούνται και γυρεύουν, μα δε βρίσκουν εδώ. Κι είναι η Ιστορία αυτή μια ιστορία παρακμής, μα αυτό δεν ενδιαφέρει αυτούς τους οποίους θα έπρεπε να ενδιαφέρει. Γιατί αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις και καθορίζουν την τύχη αυτού του λαού πάσχουν και στην πράξη και στον τομέα των επιχειρημάτων∙ κάθε φορά που στριμώχνονται ή πάνε να στριμωχτούν καταφεύγουν στο παρελθόν.

«Κι εσείς τα ίδια κάνατε» είναι το επιχείρημά τους και είναι σαθρότατο. Γιατί αυτοί υποσχέθηκαν να αλλάξουν τα πράγματα (αν το έλεγαν πιστεύοντάς το, απλώς διαψεύστηκαν, αν όμως λέγοντάς το ήξεραν πως δεν θα το εφάρμοζαν, τότε είναι δόλιοι και πανούργοι και έκλεψαν την ψήφο που τους έφερε στην εξουσία), αλλά αντέγραψαν τα λάθη των προηγούμενων. Χωρίς προσχήματα και δίχως αιδώ. Πηγαίνοντας τη χώρα από το κακό στο χειρότερο. Κι ας μην της αξίζει καθόλου κάτι τέτοιο.

Κακά τα ψέματα, αφήνουμε το αποτύπωμά μας στην Ιστορία και είναι αυτό το αποτύπωμα σκοτεινό. Κι ας μας αξίζουν τα καλύτερα. Που μπορούμε να τα κερδίσουμε μόνο μ’ έναν τρόπο: αφήνοντας πίσω τον κακό μας εαυτό και δουλεύοντας. Δουλεύοντας για έναν σκοπό που αξίζει κάθε προσπάθεια. Δουλεύοντας χωρίς να φοβόμαστε τον κόπο, έτσι όπως κάποιοι μάς έχουν μάθει.
Κι ας μην ξεχνάμε ποτέ πως αν η εργασία για τα προς το ζην είναι ευλογημένη από τον Θεό, η δουλειά για το κοινό καλό και την προκοπή όλων είναι χίλιες φορές ευλογημένη.

Καλή κι ευλογημένη, λοιπόν, ευχόμαστε να ‘ναι η χρονιά που μόλις ανέτειλε γεμάτη ελπίδες! Γεμάτο προκοπή και πρόοδο να ‘ναι το 2019 γι’ αυτόν τον τόπο, που τα ‘χει απόλυτη ανάγκη και τα χρειάζεται απεγνωσμένα!


Φωτογραφία: Το κεφάλι της Μέδουσας (1962) του Salvador Dalí (1904-1989)
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Ιανουαρίου 2019, αρ. φύλλου 970



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.