24/4/19

Wagner | Parsifal | Solti




Το εναρκτήριο πρελούδιο της α' πράξης.
Την Φιλαρμονική της Βιέννης διευθύνει ο sir Georg Solti. 1971

Ο "Πάρσιφαλ" είναι ρομαντική όπερα τριών πράξεων του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Βασίζεται εν μέρει στο επικό ποίημα του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ "Πάρτσιφαλ", το οποίο γράφτηκε τον 13ο αιώνα για τον αρθουριανό ιππότη Πέρσιβαλ και την αναζήτησή του για το Άγιο Δισκοπότηρο, καθώς και στο ποίημα του Κρετιέν ντε Τρουά "Πάρσιφαλ ή Το Έπος του Γκράαλ".

Ο Βάγκνερ συνέλαβε το έργο τον Απρίλιο του 1857 αλλά δεν το ολοκλήρωσε παρά 25 χρόνια αργότερα. Αυτή έμελλε να ήταν η τελευταία ολοκληρωμένη όπερα του Βάγκνερ και στην οποία ο συνθέτης εκμεταλλεύτηκε τα πλεονεκτήματα της ακουστικής της Όπερας του Μπαϊρόιτ. Ο "Πάρσιφαλ" παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο δεύτερο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ το 1882. Το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ διατήρησε το μονοπώλιο στις παραγωγές του Πάρσιφαλ μέχρι το 1903, όταν η όπερα παρουσιάστηκε στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης.

Ο Βάγκνερ προτιμούσε να περιγράφει τον "Πάρσιφαλ" όχι ως όπερα αλλά ως «φεστιβαλικό έργο για τον καθαγιασμό της σκηνής». Στο Μπαϊρόιτ έχει προκύψει μία παράδοση σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει χειροκρότημα μετά την πρώτη πράξη της όπερας.

Η γραφή του τίτλου από τον Βάγκνερ ως "Πάρσιφαλ" (Parsifal) αντί για "Πάρτσιφαλ" (Parzival), τίτλος που χρησιμοποιούσε μέχρι το 1877, οφείλεται σε μία εσφαλμένη ετυμολογία του ονόματος Πέρσιβαλ (Percival), κατά την οποία υποτίθεται ότι το όνομα είχε αραβική προέλευση συνδυάζοντας δύο λέξεις: το "φαλ" (Fal) που σημαίνει "αγνός" και το "παρσί" (Parsi) που σημαίνει "αγαθός". Η εκδοχή αυτή του ονόματος ταίριαζε και στην πλοκή της όπερας, αφού ο Πάρσιφαλ ήταν "αγνός" και "αγαθός".

Στην αυτοβιογραφία "Η ζωή μου" (Mein leben), ο Βάγκνερ αναφέρει ότι εμπνεύστηκε τον "Πάρσιφαλ" το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, τον Απρίλιο του 1857, στο "Άσυλο", το μικρό εξοχικό σπίτι στο κτήμα του Όττο φον Βέζεντονκ στη Ζυρίχη, το οποίο ο Βέζεντονκ -ένας πλούσιος έμπορος μεταξιού και γενναιόδωρος προστάτης των τεχνών- είχε θέσει στη διάθεση του Βάγκνερ. Ο συνθέτης και η σύζυγός του, Μίνα, είχαν μετακομίσει στο εξοχικό σπίτι στις 28 Απριλίου:

«... την Μεγάλη Παρασκευή ξύπνησα και βρήκα τον ήλιο να λάμπει έντονα για πρώτη φορά σ' αυτό το σπίτι: ο μικρός κήπος ήταν φωτεινός με το πράσινό του, τα πουλιά τραγουδούσαν, και επιτέλους μπορούσα να καθίσω στην οροφή και να απολαύσω την πολυπόθητη ειρήνη με το μήνυμα της υπόσχεσης. Γεμάτος από αυτό το συναίσθημα, ξαφνικά θυμήθηκα ότι η μέρα ήταν Μεγάλη Παρασκευή και επανέφερα στο νου μου τη σημαντικότητα που υποτίθεται ότι είχε αυτός ο οιωνός όταν διάβαζα το "Parzival" του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ. Από την παραμονή μου στο Μαρίενμπαντ [το καλοκαίρι του 1845], όπου εμπνεύστηκα τους "Αρχιτραγουδιστές" και τον "Λόενγκριν", δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά μ' εκείνο το ποίημα. Τώρα οι ευγενείς του δυνατότητες με χτύπησαν με συντριπτική δύναμη, και από τις σκέψεις μου για τη Μεγάλη Παρασκευή συνέλαβα γρήγορα ένα ολόκληρο δράμα, από το οποίο με γρήγορες πινελιές έκανα ένα σκετς, διαιρώντας το σε τρεις πράξεις».

Ωστόσο, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο συνθέτης στη δεύτερη σύζυγό του, την Κόζιμα Βάγκνερ, η ανωτέρω περιγραφή είχε αρκετή δόση ποιητικής αδείας αφού ομολόγησε ότι η μέρα δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή και ότι απλά η ευχάριστη ατμόσφαιρα της φύσης τον έκανε να σκεφτεί ότι «έτσι έπρεπε να είναι η Μεγάλη Παρασκευή».

Το έργο μπορεί πράγματι να το είχε συλλάβει ο Βάγκνερ στο εξοχικό σπίτι του Βέζεντονκ την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου του 1857, αλλά η Μεγάλη Παρασκευή εκείνο το έτος έπεσε στις 10 Απριλίου, όταν η οικογένεια Βάγκνερ έμενε ακόμα στην οδό Zeltweg 13 στη Ζυρίχη. Αν αυτό το σκετς, που αναφέρει ο Βάγκνερ στην αυτοβιογραφία του, ήταν χρονολογημένο (τα περισσότερα από τα σωζόμενα έγγραφα του Βάγκνερ είναι χρονολογημένα), θα μπορούσε να διευθετήσει το ζήτημα μια για πάντα, αλλά δυστυχώς δεν έχει σωθεί.

Ως η τελευταία όπερα του Βάγκνερ, ο "Πάρσιφαλ" είχε μεγάλη επιρροή αλλά ήταν και αμφιλεγόμενος. Η χρήση χριστιανικών συμβόλων στον "Πάρσιφαλ" (το Δισκοπότηρο, η Λόγχη, αναφορές στον Λυτρωτή) μαζί με τον περιορισμό του στο Μπαϊρόιτ για περίπου 30 χρόνια οδήγησε μερικές φορές την παράσταση να θεωρείται σαν θρησκευτική τελετή. Ωστόσο στην πραγματικότητα ο Βάγκνερ δεν αναφέρει ποτέ το όνομα του Ιησού Χριστού στην όπερα, προτιμώντας να χρησιμοποιεί τη λέξη "Λυτρωτής".

Στο δοκίμιο "Θρησκεία και Τέχνη" ο ίδιος ο Βάγκνερ περιέγραψε τη χρήση χριστιανικών εικόνων ως εξής: «Όταν η θρησκεία γίνεται τεχνητή, η τέχνη έχει την υποχρέωση να τη σώσει. Η τέχνη μπορεί να δείξει ότι τα σύμβολα που οι θρησκείες μάς κάνουν να τα πιστεύουμε κυριολεκτικά, στην πραγματικότητα είναι παραστατικά. Η τέχνη μπορεί να εξιδανικεύσει αυτά τα σύμβολα και να αποκαλύψει τις βαθιές αλήθειες που περιέχουν».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.