9/1/19

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Θρησκεία: Η θρησκευτική ζωή στην αρχαία πόλη [I]


ΟΔΟΣ 13.9.2018 | 951

Ὅλες οἱ κοινωνίες, σὲ κάθε ἱστορικὴ ἐποχή, διαμορφώνουν τοὺς διαφόρους θεσμοὺς τους ἀνάλογα μὲ τὸ ἰδεολογικό τους πιστεύω, ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ ἔχουν μιὰ ἀλληλεξάρτηση. Ἡ θρησκεία, ὡς ἕνας ἀπό τούς κοινωνικοὺς θεσμούς, διαμορφώνεται καὶ αὐτή ἀνάλογα, σὲ συνάρτηση μὲ τοὺς ἄλλους κοινωνικοὺς θεσμούς. Διαφορετικὴ εἶναι ἡ θρησκευτικὴ ἄντιληψη στοὺς πρωτόγονους λαοὺς ἀπό τούς πολιτισμένους, ἄλλη σ̓ ἕνα μορφωμένο περιβάλλον καὶ ἄλλη στὶς ἀμόρφωτες μάζες. ἀλλιῶς ἐκδηλώνεται σ̓ ἕνα ἀπολυταρχικὸ καθεστὼς ἀπὸ ἕνα δημοκρατικὸ κ.ο.κ.

Ἡ θρησκευτικὴ ἀντίληψη στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἀκολούθησε καὶ αὐτή τὶς διάφορες ἀλλαγὲς τῆς δομῆς τῆς κοινωνίας. Διαφορετικὴ ἦταν κατὰ τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους, ἀλλιῶς διαμορφώθηκε μετὰ τὴν κάθοδο τῶν Δωριέων καὶ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἐξελίχθηκε, ἀκολουθῶντας τὶς πολιτικὲς καὶ ἰδεολογικὲς ἀλλαγές τῆς κοινωνίας, γιὰ νὰ καταλήξει, τὴν περίοδο τῆς κλασσικῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς διαμορφώσεως τῆς πόλεως - κράτους, στὴν ἐπίσημο κρατικὴ θρησκεία ἑκάστης πόλεως μὲ τὰ ἔντονα τοπικιστικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ τὰ πολιτικο-κοινωνικὰ ἰδανικά της.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίσημη θρησκεία τῆς πόλεως, ὁ ἁπλός λαὸς διετήρησε τὶς παραδόσεις του καὶ τίς δοξασίες του ὅσον ἀφορᾶ τὶς θρησκευτικές του ἀντιλήψεις ἔναντι τοῦ θείου ἢ τῶν ὑπερτάτων δυνάμεων τὶς ὁποῖες δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἐξευμενίσει μὲ διάφορες λατρεῖες. Ἔτσι στὴν κλασσικὴ Ἑλλάδα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίσημη θρησκεία, ἔχουμε καὶ τὴν λαϊκὴ θρησκεία, γιὰ τίς ὁποῖες θὰ μιλήσουμε πάρα κάτω καὶ θὰ δοῦμε πῶς διαμορφώθηκαν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου.


Ἐπίσημη κρατικὴ θρησκεία

Ἀπ̓ ὅ,τι μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ἀπὸ τίς διάφορες πηγές, δηλαδὴ τὰ ἀρχαιολογικὰ εὐρήματα, τὰ διάφορα ἀποσπάσματα στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, ὅπως καὶ τίς παραδόσεις, πού διατήρησε ὁ ἁπλός λαὸς, γιατί δὲν ἔχουμε γραπτὰ μνημεῖα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, φαίνεται ὅτι κατὰ τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους καὶ τὴν μινώϊκη καὶ μυκηναϊκὴ ἐποχή ὑπῆρχε μιὰ μορφὴ ἐπίσημης κρατικῆς θρησκείας, ἀλλά περισσότερο γνωστὴ εἶναι ἡ λαϊκὴ θρησκεία. Οἱ θεοὶ τους ἦταν χθόνιες θεότητες καὶ θεοὶ τῶν φυσικῶν φαινομένων.

Στὴν ἐπίσημη θρησκεία ἀρχιερεὺς πρέπει νὰ ἦταν ὁ ἡγεμόνας καὶ νὰ ἐκτελοῦσε ὁρισμένες ἱεροπραξίες ἢ στὸ ἀνάκτορό του ἢ σὲ εἰδικοὺς τόπους λατρείας. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται ἐν μέρει ἀπὸ τίς ἀρχαιολογικὲς ἀνασκαφὲς στὰ μινωϊκά ἀνάκτορα τῆς Κρήτης, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλὰ ἱερὰ καὶ ναοὶ στὶς ἑπόμενες ἐποχές βρίσκονται στὶς τοποθεσίες τῶν παλαιῶν μυκηναϊκῶν ἀνακτόρων ἢ τόπων λατρείας, ὅπως ὁ ναὸς πού χτίστηκε στοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους στὴν Ἀκρόπολη τῶν Μυκηνῶν, ἡ παράδοσις ὅτι στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν ἦταν ἡ κατοικία τοῦ μυθικοῦ βασιλέως τῶν Ἀθηνῶν Κέκροπος, ὁ ναὸς τῆς Ἀφαίας Ἀθηνᾶς στὴν Αἴγινα, ὁ ναὸς τῆς Ἥρας στὴν Τίρυνθα κ.λ.π.

Ὅταν κατέβηκαν τὰ βορειοδυτικὰ ἑλληνικὰ φύλα στὴν νότιο Ἑλλάδα, ἡ λεγόμενη κάθοδος τῶν Δωριέων, ὅπως σεβάσθηκαν πολλὲς ἀπὸ τίς παραδόσεις τῶν παλαιοτέρων κατοίκων, ἔτσι σεβάσθηκαν καὶ τίς λατρεῖες τους. Ἔφεραν κι’ αὐτοί τούς δικούς τους θεούς, ὅπως τὴν Ἑστία, θεοὺς καὶ δαίμονες τοῦ φυσικοῦ κόσμου καὶ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν, καὶ τῆς ποιμενικῆς καὶ ἀγροτικῆς ζωῆς. Σιγὰ-σιγὰ οἱ ἐγχώριες καὶ οἱ ἐπήλυδες θεότητες ταυτίσθηκαν καὶ συγχωνεύθηκαν. Ὑπῆρχε ὅμως ἕνα χάος θεοτήτων, δοξασιῶν καὶ ἀντιλήψεων ἀπὸ τὸ ὁποῖο, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος, ἔβγαλαν τοὺς Ἕλληνες οἱ ποιητές Ὅμηρος καὶ Ἡσίοδος. Ὁ Ἡσίοδος μὲ τὴν Θεογονία του καὶ ὁ Ὁμηρος μὲ τὰ Ἔπη του, ἔδωσαν στοὺς θεοὺς μορφὴ καὶ εἰσήγαγαν τὸν ἀνθρωπομορφισμὸ στὴν ἑλληνικὴ θρησκεία, κατένειμαν δὲ τὶς ἁρμοδιότητες ἑκάστου θεοῦ καὶ διεμόρφωσαν τὴν Ὀλυμπιακὴ θρησκεία.

Τὸ Δωδεκάθεο τοῦ Ὀλύμπου διαμορφώθηκε στὰ πρότυπα τῶν βασιλικῶν οἰκογενειῶν τῆς ἐποχῆς, σὰν μιὰ βασιλικὴ οἰκογένεια μὲ ἡγεμόνα τὸν Δία καὶ ἀξιωματούχους τὴν γυναῖκα του, τὰ παιδιά του καὶ τ̓ ἀδέλφια του. Ὅπως ὁ βασιλεῦς ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ κράτους τῆς πόλεως, ἔτσι καὶ ὁ Ζεύς ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ κόσμου.

«Στήν Ἑλλάδα δὲν εὐνοήθηκε ποτὲ ἡ ἀνάδειξη μεγάλων θρησκευτικῶν προσωπικοτήτων ὅπως ὁ Μωυσής ἢ οἱ προφῆτες τῆς Παλ. Διαθήκης, οὔτε βρῆκε καθολικὴ ἀναγνώριση κανένα εἶδος ἁγίας γραφῆς, ἰκανὸ νὰ δεσμεύει τὴν σκέψη καὶ τὴν δράση τῶν ἀνθρώπων»¹. Ὁ Ὅμηρος καὶ ὁ Ἡσίοδος δὲν ἔγραψαν θεολογία οὔτε ἰσχυρίσθηκαν ποτὲ ὅτι εἶναι θεόπνευστοι, ἀλλά ἔγραψαν ποίηση, καὶ στὸν ποιητικὸ λόγο ἐπιτρέπονται παρεκκλίσεις, ἀνακρίβειες, διόγκωσις ἢ ἀλλοίωσις καταστάσεων καὶ χαρακτηρισμοὶ προσώπων, ποιητικὴ ἀδεία, πρὸς χάριν τῆς ὡραιότητος τοῦ στίχου, τῆς εἰκόνος καὶ γενικῶς τοῦ λόγου. Γι’ αὐτό καὶ πολλοὶ ἀπό τούς μεταγενέστερους φιλοσόφους, ὅπως ὁ Ἡράκλειτος, ὁ Ἀναξαγόρας κλπ. κατέκριναν τὸν Ὅμηρο καὶ ἔλεγαν ὅτι ὁ Ὅμηρος εἶναι ἐπιβλαβὴς στὴν μόρφωση τῶν νέων.

Μὲ τὴν μετακίνηση τῶν βορειοδυτικῶν ἑλληνικῶν φύλων πρὸς Νότον, τὴν λεγόμενη κάθοδο τῶν Δωριέων, τὶς ἀλλεπάλληλες μετακινήσεις τοῦ πληθυσμοῦ τόσο στὸ ἐσωτερικὸ χῶρο ὅσο καὶ τὸν ἀποικισμὸ καὶ τὴν γνωριμία τῶν Ἑλλήνων μὲ τοὺς Μικρασιατικοὺς λαούς, εἰσήχθηκαν στὴν Ἑλλάδα πολλὲς ἀπὸ τίς θεότητες τῶν λαῶν αὐτῶν, μὲ μυστηριακὸ πολλὲς φορὲς χαρακτῆρα, καὶ συγχωνεύθηκαν μὲ τίς ἐγχώριες θεότητες καὶ τὴν τοπικὴ λατρεία. «0ἱ τοπικὲς λατρεῖες ἀποτελοῦσαν τὴν οὐσία τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας, παρέμειναν μάλιστα ὡς τὸ τέλος τῆς ἀρχαιότητος στὸ κέντρο τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων»².

Στὶς μυστηριακὲς θρησκεῖες τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖες εὕρισκαν πρόσφορο ἔδαφος στὸν ἔμφυτο μυστικισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀντιτάχθηκε ἡ ἑλληνικὴ λογικὴ καὶ τὸ γνήσιο ἑλληνικὸ αἴτημα γιὰ μετριοπάθεια. Οἱ Ἕλληνες κατόρθωσαν ὅπως ὅλα τὰ πράγματα, ἀκόμη καὶ σήμερα, νὰ τὰ κατεβάζουν ἢ νὰ τὰ ἀνεβάζουν ἀναλόγως στὰ δικά τους μέτρα, νὰ μετριάσουν καὶ νὰ προσαρμόσουν στὰ δικά τους ἐπίπεδα τούς ξένους μυστηριακοὺς θεούς. Σ’ αὐτό συνετέλεσαν σοφοὶ ἄνθρωποι ὅπως οἱ λεγόμενοι “ἕπτα σοφοί”, ἡ βελτιωμένη οἰκονομικὴ κατάστασις, ἡ διεύρυνση τῆς πολιτικῆς καταστάσεως καὶ ἡ ἔξαρσις τοῦ ἐθνικισμοῦ, ἰδίως μετὰ τοὺς περσικοὺς πολέμους.

Οἱ σοφοὶ αὐτοί ἄνθρωποι, ὡς νομοθέτες τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου, προσπάθησαν νὰ καταστήσουν τὰ κοινωνικὰ καθήκοντα καὶ τὶς κοινωνικὲς ὑποχρέωσεις σύμφωνα μὲ τὴν δικαιοσύνη. Ἔθεσαν ὡς ὄρον τὸ μέτρον σ’ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις ἀκόμη καὶ στὴν θρησκεία. Τὸ ρητὸν «γνώθι σ’ αὐτόν» δηλαδὴ «μάθε ὅτι εἶσαι (μονάχα) ἄνθρωπος», ἦταν μιὰ ἔκφραση τῆς ἰδέας ὅτι ὑπάρχει φράγμα ἀνυπέρβλητο ἀνάμεσα σὲ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους³. «Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀναγνωρίζει τὴν ἀδυναμία του καὶ νὰ ὑποτάσσεται στὶς ἀποφάσεις τῶν θεῶν»⁴. Τὴν ἰδέα αὐτή τῆς ὑποταγῆς στὴν ἀνωτέρα δύναμη τὴν ἐπεξέτειναν καὶ στὴν πολιτεία.

Αὐτή ἡ γνώμη ἐκφράζεται στὴν «Ἀντιγόνη» ἡ ὁποία παῤ ὅλο πού ἐνήργησε βάσει τῶν ἀγράφων ἠθικῶν νόμων, ἀναγκάσθηκε νὰ ὑποταχθεῖ στοὺς νόμους τῆς πολιτείας, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ἀντίληψις τοῦ Σωκράτη περὶ ὑποταγῆς στοὺς νόμους τῆς Πολιτείας τὴν ὁποία ἐπεσφράγησε μὲ τὸν θάνατό του.

Τὸ νὰ ὑπερβαίνει ὁ ἄνθρωπος τὸ μέτρον καὶ νὰ φθάνει στὴν ἀπόλυτο δύναμη τῶν θεῶν καὶ τὴν ἀπόλυτο εὐτυχία τους, ἐθεωρεῖτο «Ὕβρις». Ἐπειδὴ δὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξει ἀπόλυτος εὐτυχία στὸν ἄνθρωπο, ὑπάρχει ἡ «Νέμεσις», πού εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀντισταθμίσεως στὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης ὅταν ὑπερβαίνει κανεὶς τὰ ὅρια. Ὁ ἀνθρωπομορφισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανθέου ἀφήρεσε καὶ ἀπό τούς θεοὺς τὴν ἀπόλυτο δύναμη. Γι’ αὐτό καὶ διαμορφώθηκαν οἱ ὅροι θεός, θεότης, θεῖον, δαίμων ἢ καὶ Δίας ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑπερτάτου ὄντος.

Ἀπὸ τὴν παλαιὰ ἀρχαιότητα οἱ Ἕλληνες ἀνέπτυξαν τὸ αἴσθημα μιᾶς ὑπέρτατης δυνάμεως ἡ ὁποία ἦταν πάνω ἀπό τούς θεοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἦταν ἡ Μοίρα, ἡ ἀναπόδραστη Ἀναγκαιότης. Δὲν εἶχε συγκεκριμένη προσωπικότητα, δὲν ἦταν θεότης, οὔτε δαίμων, ἀλλά μιὰ τυφλὴ δύναμις. Ὀνομάσθηκε «Μοίρα» γιατί ὁρίζει τὸ μεράδι κάθε ἀνθρώπου στὴ ζωή ἢ ὅ,τι ἀναλογεῖ στὸν καθένα ἢ ὅ,τι εἶναι «δίκαιο» ἢ «ταιριαστὸ». Ὡς ψυχρὴ δύναμη ἡ Μοίρα καὶ ἀδιάφορη ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων, ἦταν μάταιο νὰ τιμᾶται μὲ λατρεία.

Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δὲν θέλει μόνο νὰ φοβᾶται τὸν θεό, ἀλλά νὰ ζητάει ἐπίσης τὴν θεία χάρη καὶ βοήθεια. Τὸ θεῖον ἦταν ἀπρόσιτο, ἐνῶ οἱ ἀνθρωπόμορφοι θεοί, οἱ θεοὶ τῶν δένδρων, τῶν ποταμῶν κ.λπ., ἦταν κάτι τὸ προσιτὸ καὶ κατανοητό. Γι’ αὐτό καὶ ἐπεκράτησε καὶ διαδόθηκε σ̓ ὅλο τὸν ἑλληνικὸ χῶρο ἡ λατρεία τῶν Ὀλυμπίων θεῶν. Οἱ Ἕλληνες συγχώνευσαν τοὺς Ὀλυμπίους θεοὺς μὲ τίς τοπικές τους θεότητες. Οἱ διάφορες ὀνομασίες, πού ἔδιναν στοὺς διαφόρους θεοὺς κατὰ περιοχές καὶ περιστάσεις ὅπως Δίας Φράτριος, Δίας Ἐρκείος, Ἀθηνᾶ Ἀφαῖα, Ἀθηνᾶ Ἐργάνη, Ἄρτεμις Λάφρια, Ἀπόλλων Λὺκιος καὶ ἄλλες, δηλώνουν σαφῶς τὴν συγχώνευση αὐτή.

Ἡ ἑλληνικὴ θρησκεία ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ διατηρήθηκε πάντοτε θρησκεία τῆς κοινότητος καὶ τοῦ κράτους. Ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως στοὺς προϊστορικοὺς χρόνους οἱ ἡγεμόνες ἦταν ἀρχιερεῖς τῶν τοπικῶν θεοτήτων καὶ τοῦ πολιούχου θεοῦ τῆς κοινότητος. Ἐπίσης κάθε φρατρία λάτρευε τοὺς θεούς της καὶ τοὺς προγόνους της. Κατὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ πολιτεύματος ἀπὸ τὴν Βασιλεία στὴν Δημοκρατία διατηρήθηκαν οἱ τοπικὲς θεότητες τῆς κοινότητος καὶ τῶν φρατριῶν, ἀλλά ἔγιναν τώρα θεότητες ὅλης τῆς πόλεως-κράτους. Μεταφέρθηκαν ἀπὸ τίς διάφορες περιοχὲς τοῦ κράτους μέσα στὴν πόλη καὶ ἡ λατρεία τους ἔγινε κρατική. Ὁρισμένες οἰκογένειες διετήρησαν τὴν ἐξάσκηση τῶν ἱερατικῶν τους καθηκόντων, ὅπως ἦταν στὴν Ἀθήνα οἱ Βουτᾶδες καὶ οἱ Εὐμολπίδες. Ἡ Ἑστία ἀπὸ θεά, πού λάτρευε κάθε οἰκογένεια χωριστά, μεταφέρθηκε στὸ Πρυτανεῖο καὶ ἔγινε θεὰ τῆς πόλεως, ὁ ἱερέας της ἦταν αἰρετός ἄρχοντας.

Τὰ παλαιότερα χρόνια, ὅταν ἡ λατρεία ἦταν οἰκογενειακή, ὅσοι δὲν ἀνήκαν στὴν φρατρία δὲν μποροῦσαν νὰ λατρεύουν τοὺς θεούς της. Μὲ τίς πολιτειακὲς ὅμως μεταρρυθμίσεις, ἰδίως τοῦ Κλεισθένη, διευρύνθηκε ἡ βάση τῆς φρατρίας γιατί κάθε πολίτης ἔπρεπε νὰ ἀνήκει σὲ μιὰ φρατρία· ὅταν δὲ δημιουργήθηκαν οἱ δέκα δῆμοι τῶν Ἀθηνῶν μὲ τίς δέκα φυλές, καταργήθηκε καὶ ἡ οἰκογενειακὴ λατρεία γιατί οἱ φυλὲς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ πολίτες διαφόρων φρατριῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν βαθειὰ ριζωμένη στὸ λαὸ ἡ ἰδέα τῆς συγγένειας ἐξ αἵματος μιᾶς κοινότητος καὶ ἡ οἰκογενειακὴ λατρεία, ἀναγκάσθηκε ὁ νομοθέτης νὰ δώσει σὲ κάθε φυλὴ τὸ ὄνομα ἑνός ἥρωα τῆς Ἀττικῆς ὁ ὁποῖος θεωρήθηκε σὰν πρόγονος τῆς φυλῆς καὶ σὰν τέτοιον τὸν λάτρευαν. «Ἡ Δημοκρατία δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψει σὲ κανένα νὰ μείνει ἔξω ἀπὸ τὴν κρατικὴ ὀργάνωση τῆς λατρείας. Ἀνέλαβε ἢ διέλυσε τὶς παλιὲς οἰκογενειακὲς λατρεῖες καὶ μεταμόρφωσε, μὲ δημοκρατικὸ πνεῦμα, τὴν παλιὰ ὀργάνωση τῆς λατρείας, πού βασίζονταν στὴν οἰκογένεια»⁵.

Κατ’ αὐτόν τὸν τρόπο θεμελιώθηκε ἡ ἐπίσημη θρησκεία τοῦ τόπου -ἡ κρατικὴ θρησκεία- καὶ κάθε πόλις υἱοθέτησε τοὺς Ὀλύμπιους θεοὺς καὶ τοὺς συγχώνευσε μὲ τοὺς τοπικούς της. Καὶ ἐνῶ δόθηκε ἡ ἐντύπωση ὅτι ὅλα τὰ ἑλληνικὰ φύλα, Ἰωνικά, Ἀχαϊκά, Δωρικά, Μακεδονικά, Αἰολικά, εἶχαν τὴν ἰδια θρησκεία, ἄν μελετήσει κανεὶς προσεκτικὰ τὶς τοπικὲς δοξασίες καὶ τὸν τρόπο λατρείας κάθε περιοχῆς, θὰ παρατηρήσει τεράστιες διαφορὲς πού ἔχουν ὡς βάση τὶς παλαιότερες τοπικὲς θεότητες. Ὡς μία διαμαρτηρία πρὸς τὶς τοπικὲς αὐτές λατρεῖες ἦταν ὁ μυστικισμὸς καὶ τὰ διάφορα θρησκευτικὰ ρεύματα, ὅπως π.χ. ὁ Ὀρφισμός. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ πόλεις-κράτη ἐπεδίωκαν, μὲ κάθε μέσο, νὰ διατηρήσουν τὴν ἀνεξαρτησία τους δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐπικράτησή τους. Σ’ αὐτό συνέβαλε κατὰ μέγα μέρος καὶ τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν, τὸ ὁποῖο ἦταν ὁ θεματοφύλακας γιὰ ὅλες τίς πόλεις καὶ αὐτό συμβουλεύονταν γιὰ τὴν ὀργάνωση ἢ τὴν διοργάνωση τῶν λατρειῶν.

Τὴν ἑνότητα, πού βρίσκουμε στὴν Ἑλλάδα, ἀνάμεσα στὸ κράτος καὶ τὴν θρησκεία, δὲν τὴν βρίσκουμε πουθενὰ ἀλλοῦ. Αύτό πού ἀπαιτοῦσαν οἱ πόλεις ἀπό τούς πολίτες τους ἦταν ἡ ὑποταγὴ στοὺς θεοὺς καὶ τὸ κράτος. Ἡ πρακτικὴ εὐλάβεια ἀφοροῦσε τὴν τήρηση τῆς λατρείας. Ὅποιος πίστευε στοὺς θεοὺς τῆς πόλεως, ἐκτελοῦσε τακτικὰ τὶς καθιερωμένες ἱεροπραξίες καὶ δὲν παρέβαινε τοὺς κανόνες τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης, αὐτός ἦταν ὁ ἀρεστός στοὺς θεοὺς ἄνθρωπος. Αὐτό πρέσβευε τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν καὶ αὐτό προσπαθοῦσαν νὰ τηρήσουν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες.

Τὰ ἑλληνικὰ κράτη στὴν ἀρχαιότητα βρίσκονταν συνεχῶς σὲ πόλεμο μεταξύ τους. Οἱ Ὀλύμπιοι θεοὶ οἱ ὁποῖοι συγχωνεύθηκαν, ὅπως εἴδαμε πάρα πάνω μὲ τοὺς τοπικοὺς θεοὺς κάθε πόλεως καὶ ἦταν οἱ αὐτοί, ἀνεξάρτητα μὲ τὶς διάφορες προσωνυμίες, πού τοὺς ἔδιδαν σὲ κάθε πόλη, δὲν μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς προστᾶτες κατὰ τίς πολεμικὲς ἐπιχείρησεις τοῦ ἑνός κράτους ἐναντίον τοῦ ἄλλου γιατί δὲν μποροῦσε π.χ. ἡ Ἀθηνᾶ τῶν Ἀθηνῶν νὰ μάχεται ἐναντίον τῆς Ἀθηνᾶς τῶν Θηβῶν κ.τλ. Οἱ Ἕλληνες ὅμως λόγω τῆς μετριοπάθειας τους καὶ τοῦ φόβου τῆς «Ὕβρεως», ἀπέδιδαν τίς πολεμικές τους ἐπιτυχίες στοὺς θεούς. Αὐτό τὸ βλέπουμε καὶ στὴν ἐνεργό συμμετοχὴ τῶν θεῶν στὸν Τρωϊκὸ πόλεμο, πού ἀναφέρει ὁ Ὅμηρος, ἀλλά καὶ ἀργότερα στὴν μάχη τοῦ Μαραθῶνος οἱ Ἀθηναῖοι ἀπέδιδαν τὴν νίκη τους στοὺς ἥρωες τῆς Ἀττικῆς.

Γιὰ νὰ καλύψουν λοιπὸν οἱ Ἕλληνες τὴν ἀδυναμίαν αὐτή τῶν θεῶν τους, ἀνέπτυξαν τὴν λατρεία τῶν τοπικῶν τους ἡρῶων. Ὅπως παλαιότερα, ὅταν ὑπῆρχε ἡ οἰκογενειακὴ δομὴ τοῦ κράτους κάθε οἰκογένεια εἶχε τοὺς ἐφέστιους θεοὺς προστᾶτες της, οἱ ὁποῖοι πολλὲς φορὲς θεωροῦνταν καὶ ὡς πρόγονοί τους, καὶ λατρεύονταν οἱ νεκροί τῆς οἰκογένειας, ἔτσι καὶ τὸ κράτος ὅταν ἄλλαξε τὴν δομὴ τῆς πολιτείας ἀπὸ οἰκογενειακὴ σὲ κρατική, ἀντικατέστησε τὴν λατρεία τῶν οἰκογενειακῶν νεκρῶν μὲ τὴν λατρεία τῶν ἡρῶων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνταν ὡς κοινοὶ πρόγονοι ὅλης τῆς φυλῆς ἢ καὶ ὅλης τῆς πόλεως. Ἀνέγειραν πολυτελεῖς ναοὺς πρὸς τιμὴν τῶν ἡρῶων, ὅπως τὸ Ἐρεχθεῖον στὴν Ἀθήνα, καὶ τιμοῦσαν τὴν μνήμη τους κατὰ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα μὲ πολυτελέστατες γιορτὲς καὶ ἀγῶνες. Τιμοῦσαν τούς τάφους τους καὶ πολλὲς φορὲς μετέφεραν ἀπὸ ἄλλες περιοχὲς τὰ ὀστά τους μέσα στὴν πόλη γιὰ νὰ τὴν φυλάγουν, ὅπως γίνεται σήμερα μὲ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων.

Τόσο πολὺ ἦταν ἑδραιομένη ἡ ἀντίληψη τῆς βοήθειας, πού προσέφεραν οἱ ἥρωες στὴν πόλη, ὥστε πολλὲς φορὲς ἡ μία πόλις δάνειζε τοὺς ἥρωές της σὲ ἄλλη πόλη γιὰ νὰ τὴν βοηθήσει στὶς πολεμικὲς ἐπιχείρησεις της. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἱστορία πώς τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν ἔδωσε χρησμὸ στοὺς Σπαρτιᾶτες, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνακαλύψουν τὰ ὀστά τοῦ Ὀρέστη καὶ νὰ τὰ πάρουν ἀπὸ τὴν Τεγέα, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ κατακτήσουν τὴν Ἀρκαδία. Οἱ Ἀθηναῖοι μετέφεραν τὰ ὀστά τοῦ Θησέα ἀπὸ τὴν Σκῦρο στὴν Ἀθήνα καὶ τὸν λάτρευαν ὡς ἐθνικό τους ἥρωα. Ὅλοι οἱ ἥρωες ἦταν ἡμίθεοι καὶ θεωροῦνταν παιδιὰ κάποιου θεοῦ, κάθε πόλη δὲ ἤθελε νὰ πιστεῦει ὅτι κατήγετο ἀπὸ τὸν ἥρωά της, τὸν ὁποῖο θεωροῦσε ὡς κοινὸ πρόγονό της καὶ ἔτσι οἱ κάτοικοι της εἶχαν μιὰ δόση θεϊκῆς καταγωγῆς. Ἐκεῖ στηρίχθηκε καὶ ὁ μύθος τῆς ἱδρύσεως κάθε πόλεως ἀπὸ ἕναν ἥρωα, ὅπως περιγράφει καὶ ὁ Βιργίλιος ἀργότερα τὴν ἵδρυση τῆς Ρώμης ἀπὸ τὸν Αἰνεία, ὁ ὁποῖος θεωρήθηκε ὡς γυιὸς τῆς Ἀφροδίτης. Ἡ δοξασία αὐτή μεταφέρθηκε καὶ στίς ἀποικίες, ὅπου λάτρευαν τὸν ἱδρυτή τους ὡς ἥρωα καὶ ἔθαβαν τὰ ὀστά του στὴν ἀγορά τῆς πόλεως.

Εἴπαμε πώς ἡ δημοκρατικὴ πόλις ἀντικατέστησε τὴν οἰκογενειακὴ λατρεία τῶν νεκρῶν μὲ τὴν λατρεία τῶν ἡρῶων. Στὴν προσπάθειά της νὰ περιορίσει τὴν ἰσχὺ τῶν μεγάλων οἰκογενειῶν, περιόρισε τὶς μεγαλοπρεπεῖς λατρευτικὲς οἰκογενειακὲς τελετὲς καὶ τὶς ἀντικατέστησε μὲ γιορτὲς καὶ πανυγήρεις πρὸς τιμὴν τῶν ἡρῶων ἢ τῶν πολιούχων θεῶν στίς ὁποῖες προσέδωσε μεγάλη λαμπρότητα καὶ μεγαλοπρέπεια. Ἦταν ἡ ἐποχή πού ὁ ἐθνισμός καὶ ὁ τοπικισμὸς ἔφθασαν στὸ ἀνώτατο ἐπίπεδο τους, ἰδίως μετὰ τοὺς Περσικοὺς πολέμους, γιατί οἱ πόλεις καὶ ἰδίως ἡ Ἀθήνα ἀπέκτησαν μιὰ ὑπερηφάνεια καὶ ὑψηλοφροσύνη ὡς πρὸς τὴν ἀνεξαρτησία τους καὶ ὡς νικητές τοῦ Μεγάλου Βασιλέα τῶν Περσῶν. Ἀνέπτυξαν ἕνα σωβινιστικὸ πνεῦμα καὶ προσπάθησαν νὰ ἡγεμονεύσουν σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα.



-συνεχίζεται-


Υποσημειώσεις
(1) Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν. Τόμος Β σελὶς 70
(2) ὅ.π.π. σελὶς 68
(3) Martin Nilssonι: Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Θρησκείας. Ἔκδοσις Παπαζήση, Ἀθῆναι 1972, σελὶς 238
(4) Σοφοκλή: Οἴδιπους Τύραννος.
(5) Martin Nilsson: ὅ.π.π. σελίς 259




Φωτογραφία: Φειδίας (500-430 πΧ): Η μετόπη XLIV της νοτίου ζωφόρου των γλυπτών του Παρθενώνα. Λεπτομέρεια μιας αγελάδας που οδηγείται σε θυσία από τέσσερις νέους κατά την διάρκεια της πομπής των Παναθηναίων. Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13 Σεπτεμβρίου 2018, αρ. φύλλου 951


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.