15/1/19

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Θρησκεία: Η θρησκευτική ζωή στην αρχαία πόλη [IV]


ΟΔΟΣ 4.10.2018 | 954

Ἄλλη μιὰ λατρεία καὶ τελετὴ καθαρμοῦ ἦταν ὁ καθαρμός, πού γίνονταν σὲ μεγάλους κινδύνους, μὲ τὸ νὰ φορτώσουν ὅλα τὰ κρίματα σ’ ἕναν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἀποδιώξουν ἀπὸ τὴν πόλη. Τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς τούς ὀνόμαζαν “φαρμακούς“, “καθάρματα“, ἢ “συβάκχους” (συκοβάκχους). Στὴν Ἀθήνα γιόρταζαν κάθε χρόνο τὸν καθαρμὸ αὐτόν στὰ Θεργήλια. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἔτρεφαν αὐτούς τούς ἀνθρώπους ὅλο τὸ χρόνο καὶ τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοὺς βγάζανε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι σὲ πομπή, ἀφού τούς κρεμοῦσαν στὸ λαιμὸ ἀρμαθιές ἀπὸ σύκα, ἐκεί τούς δέρνανε μὲ κλαριὰ ἀγριοσυκιᾶς ἢ λυγαριᾶς, καὶ ἐν συνεχεῖα τοὺς καίγανε καὶ τὴν στάχτη τους τὴν σκόρπιζαν στὴ θάλασσα καὶ στούς ἀνέμους. Στὰ ἱστορικὰ χρόνια φαίνεται ὅτι δὲν φθάνανε μέχρι θανατώσεως τοῦ φαρμακοῦ ἀλλά μόνο στὴν μαστίγωση καὶ τὸ διώξιμό του ἀπὸ τὴν πόλη. 


Οἱ λαϊκὲς δοξασίες καὶ δεισιδαιμονίες ἦταν βαθειὰ ριζωμένες στὸ λαὸ καὶ διατηρήθηκαν στὶς παραδόσεις του καὶ μετὰ τὴν ὑποδούλωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ τὴν κατάρρευση τῶν ἀνεξάρτητων Ἑλληνικῶν πόλεων-κρατῶν. Ὅταν ἐπεκράτησε ὁ Χριστιανισμὸς προσπάθησε νὰ τὶς καταργήσει καὶ νὰ τίς ἀποβάλει ἀπὸ τὸν λαό, ὄχι ὅμως πάντοτε μὲ ἐπιτυχία. Ἀναγκάσθηκε πολλὲς ἀπὸ αὐτές νὰ τὶς ἀποδεχθῆ καὶ νὰ τὶς προσαρμόσει μὲ τὴν ἠθική του διδασκαλία. Κατάλοιπα αὐτῶν μποροῦμε νὰ βροῦμε ἀκόμη καὶ σήμερα στὴ λαογραφία καὶ τὶς λαϊκὲς παραδόσεις. 


Ἐπίλογος 

Τρία ἀπὸ τὰ κυριώτερα χαρακτηριστικά τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ εἶναι, ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ δημοκρατικὴ διακυβέρνηση, ὁ ἀνθρωπομορφισμὸς τῆς θρησκείας καὶ ἡ ἀνάπτυξη τοῦ φιλοσοφικοῦ πνεύματος. 

Οἱ Ἕλληνες ἀπό τούς προϊστορικοὺς ἀκόμη χρόνους ἀνέπτυξαν τὸ αἴσθημα τῆς μετριοπάθειας καὶ τοῦ κριτικοῦ πνεύματος καὶ κατόρθωσαν νὰ προσαρμόσουν ὅλα τὰ πράγματα σύμφωνα μὲ τὰ δικά τους μέτρα. 

Διεπίστωσαν ἀπὸ τὴν ἀρχή ὅτι ἦταν ἄνθρωποι καὶ ὅτι τὸ ἀνθρώπινο εἶναι πεπερασμένο. Ὡς ἄνθρωποι ἀντελήφθηκαν τὴν χαρὰ τῆς ζωῆς, μέσα στὰ ἀνθρώπινα πλαίσια, τὶς ὑπερβατικὲς δὲ ἐκτροπές ἀπ’ αὐτά τὰ θεωροῦσαν ὡς “Ὕβριν”, δηλαδὴ κάτι τὸ ὁποῖο ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση, διότι πάει νὰ μοιάσει τὸ ὑπερφύσιν, πράγμα τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τῆς ἀνταποδόσεως, θὰ ἐπιφέρει τὴν τιμωρία, τὴν “Νέμεσιν”. 


Ὅταν ἀπὸ τὸ πρωταρχικὸ κύτταρο τῆς κοινωνίας, τὴν οἰκογένεια, ἄρχισαν νὰ δημιουργοῦν μιὰ ὀργανωμένη κοινωνία, στὴν κοινωνία αὐτήν διετήρησαν σεβαστὴ τὴν ἔννοια τῆς οἰκογένειας, καὶ μὲ βάση αὐτήν σχηματίσθηκαν οἱ κοινωνικὲς ὁμάδες καὶ κατόπιν οἱ πόλεις. Ἡ προσκόλληση στὶς οἰκογενειακὲς παραδόσεις καὶ τοὺς συγγενικοὺς δεσμοὺς τῆς φυλῆς καὶ τοῦ γένους, δὲν ἐπέτρεψε τὴν δημιουργία ἑνιαίου μεγάλου κράτους τοῦ τύπου τῶν ἀπολύτων μοναρχιῶν ὅπως τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Περσίας. 

Καὶ οἱ θρησκευτικές τους δοξασίες διαμορφώθηκαν ἀναλόγως. Ὅταν ξεπέρασαν τὸ στάδιο τῆς μαγείας καὶ ἄρχισαν νὰ λατρεύουν τὶς φυσικὲς δυνάμεις, διεπίστωσαν ὅτι αὐτές εἶναι ἀνεξέλεγκτες καὶ δὲν ἀνταποκρίνονταν στὶς ἀπαιτήσεις μιᾶς ὀργανωμένης κοινωνίας. 

Ἡ μυθολογία τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς Γαίας, τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ρέας, τῶν Γιγάντων καί τῶν Ἑκατόγχειρων, κ.λ.π. ἀντιπροσωπεύει τὴν περίοδο τῆς λατρείας τῶν φυσικῶν δυνάμεων, τὶς ὁποῖες ἐκπροσωποῦσαν οἱ θεότητες αὐτές. Ἦταν ἡ περίοδος, πού δὲν ὑπῆρχε ἀκόμη ὀργανωμένη κοινωνία, δὲν ὑπῆρχε δικαιοσύνη, ἐπικρατοῦσε δὲ ἡ βία καὶ τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυροτέρου. Ὅταν ὅμως ἄρχισε νὰ ὀργανώνεται ἡ κοινωνία ἔπρεπε νὰ τεθοῦν ὁρισμένοι νόμοι πού νὰ διέπουν τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μέσα στὴν κοινωνία. 

Μαζὶ μὲ τὴν ὀργάνωση τῆς κοινωνίας, διαμορφώθηκε καινούργια ἀντίληψη περὶ τῶν ὑπερφυσικῶν ἢ θείων δυνάμεων, οἱ ὁποῖες δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀνεξέλεγκτες ἀλλά νὰ ὑπόκεινται καὶ αὐτές σὲ ὁρισμένους νόμους. Ἔτσι διαμορφώθηκε ἡ νέα τάξις τῶν θεῶν, οἱ Ὀλύμπιοι, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἀπὸ τρομερὸ ἀγῶνα ἐναντίον τῶν παλαιῶν θεοτήτων, ὅπως περιγράφεται στὴν Γιγαντομαχία, ἐπεκράτησαν καὶ ἐπέβαλαν τὸ κράτος τοῦ νόμου. 

Οἱ Ἕλληνες διαμόρφωσαν τὸ Πάνθεον τῶν Ὀλυμπίων θεῶν σύμφωνα μὲ τὴν κοινωνικὴ δομὴ τῆς πολιτείας πού ἐπικρατοῦσε κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνη. Ὁ Ὅμηρος καὶ ὁ Ἡσίοδος, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ ἀπολογηταὶ τοῦ Δωδεκαθέου, ὅταν περιέγραψαν τὶς δικαιοδοσίες καὶ τὶς ἁρμοδιότητες ἑκάστου θεοῦ, εἶχαν ὑπ’ ὄψιν τους τὴν μυκηναϊκή δομὴ τῆς κοινωνίας, στὴν ὁποία ὑπῆρχε ἕνας ἰσχυρὸς βασιλιάς, ἀλλά δὲν ἦταν οὔτε ἀπόλυτος μονάρχης ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν, οὔτε ἀνεξέλεγκτος, διότι ὑπήρχαν καὶ οἱ εὐγενεῖς καὶ οἱ ἀρχηγοί τῶν διαφόρων οἰκογενειῶν, τὴν γνώμη τῶν ὁποίων ἐλάμβανε σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν. 


Ὅταν ἐπεκράτησαν οἱ θεοὶ τοῦ Ὀλύμπου στὴν Ἑλληνικὴ συνείδηση, προσαρμόσθηκαν καὶ συγχωνεύθηκαν μ’ αὐτοῦς οἱ τοπικὲς θεότητες τῶν φυσικῶν δυνάμεων, πού προϋπήρχαν, καὶ ἔλαβαν μιὰ πιὸ ἤπια μορφή. Ἀκόμη καὶ τὸ ὅτι ἔδωσαν στοὺς θεοὺς ἀνθρώπινη μορφή, ἡ ὁποία ἀπὸ μὲν τῆς μορφολογικῆς πλευρᾶς δηλαδὴ τῆς ἐξωτερικῆς ἐμφανίσεως ἦταν τέλεια, ἀλλά παρουσίαζε καὶ ὅλα τὰ προτερήματα καὶ ἐλαττώματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἔθετε αὐτούς κάτω ἀπὸ ὁρισμένους νόμους καὶ περιορισμοὺς καὶ ἀπέκλειε τὴν αὐθαιρεσία τους. «Ἀνάγκα καὶ θεοὶ πείθωνται», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι. 

Οἱ Ἕλληνες δὲν ἔφθασαν ποτὲ στὴν ἔννοια τοῦ ἀπολύτου Ὄντος, τοῦ ὑπέρτατου, τοῦ πανίσχυρου, τῆς ἀρχῆς τῶν πάντων. Εἶχαν μόνο μιὰ ἀμυδρὰ ἰδέα περὶ αὐτοῦ, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν θεοποίηση τῆς Μοίρας. Οἰ διάφοροι φιλόσοφοι διετύπωσαν τὴν ἀφηρημένη ἔννοια τοῦ Θείου, τοῦ Δαίμονος ἢ ἀκόμη καὶ τοῦ Δία ὡς ὑπέρτατου θεοῦ, ἀλλά ὁ ἁπλός λαὸς δὲν ἔφθασε ποτὲ στὴν ἀντίληψη αὐτή. 

Ἡ θρησκεία καὶ ἢ λατρεία ἀπαιτεῖ κάτι τὸ χειροπιαστό. Λατρεύω τὸν θεό, τοῦ ἀποδίδω τιμὲς καὶ εὐχαριστίες ἢ τὸν παρακαλῶ γιὰ κάτι καὶ ἀπαιτῶ ἀνταποδώση. Ἐὰν ὁ θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθῆ στὴν ἔμφυτο αὐτή δοξασία τοῦ ἀνθρώπου, δὲν μπορεῖ νὰ ἐπικρατήση στὴν συνείδηση τοῦ κόσμου. Οἱ προσωπικὲς σχέσεις λοιπὸν τῶν Ἑλλήνων μὲ τοὺς θεοὺς τους ἦταν ἁπλές καὶ πιὸ εὔκολες γιατί δημιούργησαν τοὺς θεοὺς τους σύμφωνα μὲ τὰ δικά τους πρότυπα καὶ τὴ δική τους ἰδιοσυγκρασία. 

Ἡ Ἑλληνικὴ θρησκεία ἔπαιξε τεράστιο ρόλο στὴ ζωὴ τῶν Ἑλλήνων. Παρ’ ὅλο πού δὲν ἀναπτύχθηκε ποτὲ στὴν Ἑλλάδα θεοκρατικὸ κράτος, οὔτε κὰν ὀργανωμένο ἱερατεῖο, οἱ Ἕλληνες σ’ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τους συμβουλεύονταν τοὺς θεούς, καὶ κυρίως τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν τὸ ὁποῖο ὑπῆρξε ὁ θεματοφύλακας τῆς θρησκείας τῶν Ὀλυμπίων, ἦταν εὐσεβεῖς καὶ εὐλαβεῖς καὶ προσπαθοῦσαν πάντοτε νὰ τηροῦν τοὺς τύπους τῆς λατρείας. Οἱ μεγάλοι νομοθέτες, οἱ ὁποῖοι ἦταν καὶ φιλόσοφοι, τοὺς διάφορους νόμους πού ἔθεσαν ἢ τὶς γνῶμες πού διετύπωσαν, τίς ἔθεταν ὑπὸ τὴν κρίση καὶ τὴν ἐπικύρωση τοῦ θεοῦ καὶ κυρίως τοῦ Ἀπόλλωνος, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖτο διὰ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν. 

Τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν προσάρμοζε ὅλες τὶς δοξασίες ὥστε νὰ συμφωνοῦν μὲ τὴν ἔννομο τάξη καὶ τὴν κοινωνικὴ δομή, ἦταν δὲ αὐτό πού δὲν ἄφησε νὰ ἐπικρατήσουν στὴν Ἑλλάδα οἱ μυστηριακὲς θεότητες τῆς Ἀνατολῆς. Δὲν τίς κυνήγησε, οὔτε τίς ἀπαγόρευσε, ἀλλά τὶς προσάρμοσε στὰ ἑλληνικὰ πλαίσια, τὶς κατέστησε πιὸ ἤπιες καὶ τίς συγχώνευσε μὲ τοὺς ἑλληνικοὺς θεούς. Στοὺς ἴδιους τούς Δελφοὺς δέχθηκε καὶ τὴν λατρεία τοῦ Διονύσου, ἡ ὁποία ἀπὸ ὀργιώδης, πού ἦταν ὅταν πρωτοῆλΘε στὴν Ἑλλάδα, ἐξελίχθηκε στὸ ἀνώτερο εἶδος τοῦ πνευματικοῦ λόγου, τὴν τραγωδία καὶ τὴν κωμωδία, μὲ τὰ ἀθάνατα ἔργα τῶν μεγάλων τραγωδῶν. 

Ἕνα ἄλλο ἀξιοσημείωτο γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ θρησκεία στὴν Ἑλλάδα δὲν ἔβαλε ποτὲ φραγμὸ στὴν ἐλεύθερη σκέψη. Σ’ αὐτό συνετέλεσε καὶ ἡ ἔλλειψη ὀργανωμένου ἱερατείου, τὸ ὁποῖο εἶναι πάντοτε συντηρητικό. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι, κατὰ μέγα μέρος, ἡ θρησκεία βοήθησε τὸ πνεῦμα στὴν Ἑλλάδα γιατί σ’ ὅλες σχεδὸν τὶς λατρευτικὲς τελετές, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καθαρῶς τυπικὲς ἱεροπραξίες, ἀναφέρονταν οἱ ἄθλοι τῶν ἡρῶων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζανε ὡς παράδειγμα πρὸς μίμηση, καὶ ἄδονταν ραψωδίες ἀπὸ τὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου, ἀργότερα δὲ στὰ πλαίσια τῶν λατρευτικῶν τελετῶν καὶ ἑορτῶν ἦταν καὶ τὸ ἀνέβασμα τῶν τραγωδιῶν καὶ κωμωδιῶν. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καθολικὴ μόρφωση τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ κριτικοῦ πνεύματος, ἀπαραίτητου γιὰ τὴν ἄνθιση τῆς φιλοσοφίας. 

Ὅταν οἱ σοφισταὶ ἀργότερα ἄρχισαν νὰ κριτικάρουν τοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου, ἰδίως γιὰ τὸν ἀνθρωπομορφισμό τους, οἱ φιλόσοφοι ἔδωσαν ἄλλη διάσταση στὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ θεῖον. Σύμφωνα μὲ τὸν Frazer(14) «Ἡ θρησκευτικὴ πρακτικὴ δὲν πρέπει πάντοτε νὰ παίρνει τὴν μορφὴ τελετουργιῶν ἢ τυπικῶν, δηλαδὴ δὲν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητο ὁ θεὸς νὰ ἐξευμενισθῆ μὲ θυσίες, ἄσματα ἢ θυμιάματα καὶ ἄλλες ἐξωτερικὲς μορφὲς λατρείας. Ὁ κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ εὐχαριστηθῆ ἡ θεότης. Ἐὰν λοιπὸν ἡ θεότης αὐτή εὐχαριστῆται περισσότερο μὲ τὴν ἁγνότητα, τὴν φιλανθρωπία καὶ τὴν εὐσπλαχνία, παρὰ μὲ τὶς αἱματηρὲς θυσίες, τίς ψαλμωδίες καὶ τὰ θυμιάματα, τότε δὲν εἶναι ἀπαραίτητο ὁ ἄνθρωπος νὰ προσφέρει αὐτά, ἀλλά μὲ τὴν ἠθική του τελειοποίηση ἐξευμενίζει περισσότερο τὸν θεό, γιατί μ’ αὐτόν τὸν τρόπο προσομοιάζει μὲ τὸν θεόν του στὸν ὁποῖο ἀποδίδει τίς ἰδιότητες αὖτες». 

Ἔδωσαν λοιπὸν οἱ φιλόσοφοι ἀνώτερες ἀξίες στοὺς θεούς, ὅπως τὸ ἀγαθόν, ἡ τήρησις τῶν νόμων, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐγκράτεια κ.λ.π. καὶ οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ τοὺς ἐξευμενίσουν καὶ νὰ τοὺς εὐχαριστήσουν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόζουν τίς ἀξίες αὐτές. Καὶ ἡ ὡραιότης τοῦ τέλειου γυμνοῦ σώματος, πού τόσο ἐξυμνήθηκε καὶ λατρεύθηκε ἀπό τούς Ἕλληνες, εἶχε καὶ αὐτό τὴν βάση του στὴν θρησκεία. Ἐπειδὴ οἱ θεοὶ τους ἦταν ἀνθρωπόμορφοι καὶ παρουσιάζονταν ὑπὸ τὴν τέλεια μορφὴ τοῦ σώματος, οἱ Ἕλληνες μὲ τὸ νὰ περιποιοῦνται τὸ σῶμα, νὰ τὸ γυμνάζουν καὶ νὰ ἐπιδεικνύουν τὴν ρώμην του καὶ τὴν τελειότητά του στοὺς ἀγώνας, τιμοῦσαν μὲ τὸν τρόπο αὐτόν τούς θεοὺς τους γιατί πάντοτε οἱ θεοὶ εὐχαριστοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι προσομοιάζουν πρὸς αὐτούς.  Αὐτοί οἱ τρεῖς παράγοντες σὲ ἀλληλεξάρτηση μεταξύ τους, συνετέλεσαν στὴν ἀνάπτυξη τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος τὸ ὁποῖο δημιούργησε τὰ ἀθάνατα ἔργα τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη, τίς τραγωδίες τοῦ Σοφοκλῆ, τοῦ Εὐριπίδη καὶ τοῦ Αἰσχύλου καὶ τὰ ἀσύγκριτα καλλιτεχνικὰ ἔργα τοῦ Φειδία καὶ τοῦ Πραξιτέλη. 



-Τέλος-

Υποσημειώσεις

(14) J. Frazer : The Golden Bough. Abridged Edition Mc Millan Press 1976.


Φωτογραφία: Ο Ποσειδώνας του Αρτεμισίου 460 π.Χ. Πιστεύεται ότι αναπαριστά τον Δία που κραδαίνει μύδρο ή κεραυνό ή τον Ποσειδώνα που κρατά την τρίαινα. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 4 Οκτωβρίου 2018, αρ. φύλλου 954


Σχετικά:



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.