12/1/19

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Θρησκεία: Η θρησκευτική ζωή στην αρχαία πόλη [II]


ΟΔΟΣ 20.9.2018 | 952

Ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα, πού χρησιμοποίησαν γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, ἦταν καὶ ἡ θρησκεία. Τὸ ἄφθονο χρῆμα ἀπὸ τὶς εἰσφορὲς τῶν συμμάχων, πού συνέρρεε στὴν Ἀθήνα, ἔδωσε στοὺς Ἀθηναίους τὴν δυνατότητα νὰ κτίσουν μεγαλοπρεπεῖς ναούς, νὰ δημιουργήσουν ἀγάλματα ἀνυπέρβλητης τέχνης καὶ νὰ διοργανώσουν τελετὲς ἀφάνταστης μεγαλοπρέπειας. Ἦταν ἕνας τρόπος ἐπιδείξεως τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἰσχύος τῆς πόλεως γιατί «μόνο σὲ σχέση μὲ τοὺς θεοὺς μποροῦσαν νὰ ἐπιδειχθοῦν»⁶.  

Ὑποχρέωναν τίς συμμάχους πόλεις νὰ συμμετέχουν στὶς μεγάλες ἐθνικές τους γιορτές, στέλνοντας σφάγεια γιὰ τὶς θυσίες καὶ πρεσβεῖες. Οἱ πομπὲς πού σχηματίζονταν ἦταν μεγαλοπρεπέστατες, οἱ δρόμοι, ἀπό τούς ὁποίους περνοῦσαν, ἐπισκευάζονταν καὶ στολίζονταν, συμμετεῖχε δὲ σ’ αὐτές ὅλος ὁ πληθυσμός. Τὸ κράτος ἀναλάμβανε ὅλα τὰ ἔξοδα καὶ πρόσφερε στοὺς πολίτες τὸ γεῦμα. Τὰ ποσὰ πού διέθετε τὸ κράτος ἦταν τεράστια.


Γιὰ νὰ λάβει κανεὶς τὴν ἰδέα τῶν χρημάτων, πού ξοδεύονταν, ἀναφέρω ὅτι, ὅταν τὸ κράτος ἄρχισε νὰ πουλάει τὰ δέρματα τῶν ζώων πρὸς κάλυψη μέρους τῶν ἐξόδων του, τὸ ἔτος 334-333 εἰσέπραξε ἀπὸ τὴν πώληση αὐτὴ 5.549 δραχμές. Ἕνα βόδι κόστιζε τὴν ἐποχή ἐκείνη 200 περίπου δραχμές. Πόσο κόστιζε τὸ δέρμα, δὲν ξέρουμε, ὅμως τὰ ποσὰ φαίνονται σημαντικά⁷. Τὸ κρέας τὸ μοίραζε στοὺς πολίτες, μάλιστα μέρος ἀπ’ αὐτό μποροῦσαν νὰ τὸ πάρουν καὶ στὸ σπίτι τους. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ ἦταν πιθανῶς ἡ μόνη εὐκαιρία νὰ φᾶνε ψητὸ κρέας, ὅπως γίνονταν παλαιότερα καὶ σ’ ἐμᾶς μὲ τὴν γιορτὴ τοῦ Πάσχα. 

Ἡ Δημοκρατία βρῆκε τὸν τρόπο αὐτό, δηλαδὴ ἐν ὀνόματι τῶν θεῶν, γιὰ νὰ βοηθήσει τίς ἀσθενέστερες τάξεις μὲ τὴν παροχὴ τῶν κρεάτων τῶν θυσιῶν καὶ ἀργότερα καὶ μὲ τὴν παροχὴ χρημάτων στοὺς πολίτες (τὰ θεωρητικὰ) ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἀγοράσουν εἰσιτήριο καὶ νὰ παρακολουθήσουν τὶς θεατρικὲς παραστάσεις οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦσαν ἐπίσης μέρος τῆς λατρείας. 

Ὅταν ξέπεσε ἡ Δημοκρατία, ἔγινε κατάχρηση τῆς συνήθειας αὐτῆς καὶ κατάντησε ἁπλή διανομὴ ἐλεημοσύνης⁸. Αύτό εἶχε ὡς συνέπεια ἀπό τὴ μιὰ μεριὰ νὰ ἐξαντλοῦνται τὰ οἰκονομικά τοῦ κράτους γιατί οἱ πολίτες ζητοῦσαν ὅλο καὶ περισσότερες παροχές, ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲ ἐξασθένιζε τὸ παραγματικὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα καὶ ἡ λατρεία τῶν θεῶν χρησίμευε μόνο σὰν πρόσχημα γιὰ νὰ καλοπερνοῦν εἰς βάρος τῆς δυνάμεως καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ κράτους τους. 

Ἡ τροπὴ αὐτή τῆς κρατικῆς θρησκείας σὲ πολιτικὸ-κοινωνικὸ σύστημα παροχῶν, καθὼς καὶ ἡ κριτικὴ τῶν σοφιστῶν ὡς πρὸς τοὺς θεούς, ὑπέσκαψε τὰ θεμέλια τῆς ἐπίσημης κρατικῆς θρησκείας, ἡ ὁποία μετὰ τὴν κατάργηση τῶν ἀνεξάρτητων πόλεων-κρατῶν μὲ τὴν Μακεδονικὴ κυριαρχία καὶ ἀργότερα τὴν ὑποταγή τους στὴν Ρώμη, κατέρευσε τελείως. 

Λαϊκὴ θρησκεία

Παράλληλα μὲ τὴν ἐπίσημη κρατικὴ θρησκεία καὶ τὴν λατρεία τῶν μεγάλων θεῶν, οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι τῶν πόλεων, λάτρευαν πλῆθος μικρότερων θεῶν ἢ δαιμόνων, καὶ λάβαιναν μέρος σὲ ὀργιαστικὲς τελετουργικὲς λατρεῖες, κυρίως ξένων θεοτήτων, γιατί οἱ μικρότεροι θεοὶ ἦταν πολὺ πιὸ κοντά τους ἀπό τους μεγάλους θεούς, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν μεγάλη σπουδαιότητα καὶ δόξα καὶ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὸν ἁπλό λαό, οἱ δὲ ξένοι θεοί, μὲ τὸν μυστηριακό τους χαρακτῆρα, ἰκανοποιοῦσαν περισσότερο τὸν ἔμφυτο μυστικισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. 

Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἁπλούς ἀνθρώπους τῶν πόλεων ἦταν ἐργάτες ἢ ἀκριβέστερα χειρώνακτες, γιατί οἱ ἀρχαῖες βιομηχανίες δὲν ἦταν τίποτα ἄλλο παρὰ ἐργαστήρια, καὶ στὶς παράλιες πόλεις καὶ ναυτικοί. 

«Ἡ θρησκεία», ὅπως λέγει ὁ J. Frazer⁹, «εἶναι μιὰ ἐξιλέωσις, μιὰ συνδιαλαγὴ ἢ καταπράϋνσις τῶν ἀνωτέρων τοῦ ἀνθρώπου δυνάμεων, οἱ ὁποῖες πιστεύεται ὅτι διευθύνουν καὶ ἐλέγχουν τὴν πορεία τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς». Ἡ θρησκεία λοιπὸν ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο στοιχεῖα, ἕνα θεωρητικὸ καὶ ἕνα πρακτικό. Τὸ θεωρητικὸ εἶναι ἡ πίστις στίς ὑπερφυσικὲς δυνάμεις καὶ τὸ πρακτικὸ ἡ προσπάθεια νὰ ἐξιλεώσουμε ἢ νὰ εὐχαριστήσουμε τὶς δυνάμεις αὐτές. Ἀπὸ τὰ δύο αὐτά στοιχεῖα, ἡ πίστις ἔρχεται πρώτη, γιατί πρέπει πρῶτα νὰ πιστεύουμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς ἀνωτέρας δυνάμεως ἢ ἑνός ἀνωτέρου ὄντος, προτοῦ προσπαθήσουμε νὰ τὸ ἐξιλεώσουμε ἢ νὰ τὸ εὐχαριστήσουμε. 

Οἱ πρωτόγονοι ἄνθρωποι παρατήρησαν τὴν ὕπαρξη ὁρισμένων φυσικῶν φαινομένων, τὰ ὁποία δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ ἐλέγξουν, ὅπως οἱ καταιγίδες, οἱ κεραυνοί, οἱ πλημμύρες, οἱ σεισμοὶ κ.λ.π. Τὰ ἀπέδωσαν σὲ ἀνώτερες δυνάμεις καὶ τὰ θεοποίησαν. Ἔτσι οἱ πρῶτοι θεοὶ τῶν ἀνθρώπων ἦταν θεοὶ τῶν φυσικῶν φαινομένων. Ὅταν ἄρχισε νὰ ἀναπτύσεται ἡ ἔννοια τῆς ψυχῆς καὶ τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς καὶ μετὰ τὸν θάνατο, οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ λατρεύουν καὶ τούς προγόνους τους. 

Τὸ κὺριο μέλημα τῆς πρωτόγονης κοινωνίας ἦταν ἡ ἐξασφάλιση τῆς τροφῆς καὶ ἡ προστασία της ἀπό τούς ἐξωτερικούς της ἐχθρούς. Ἐπειδὴ τὰ διάφορα φυσικὰ φαινόμενα, πού ἀνέφερα παραπάνω, ἐπηρέαζαν ἀπόλυτα τὴν ἐξασφάλιση τῆς διατροφῆς τους προσπαθοῦσαν νὰ τὰ ἐξευμενίσουν, ὥστε νὰ μὴ προκαλέσουν καταστροφὲς στὶς καλλιέργειες ἢ νὰ τὰ προκαλέσουν, ὅταν τὰ χρειάζονταν, ὅπως τὴν βροχή. Οἱ ἀρχηγοί τους δέ, ἐπειδή τούς προστάτευαν ἀπό τούς ἐχθρούς, πίστευαν ὅτι καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους, μὲ τίς ἀνάλογες τιμὲς καὶ τὴν λατρεία, πού τοὺς ἀπέδιδαν, θὰ συνέχιζαν νὰ παραμένουν κοντά τους γιὰ νὰ τοὺς προστατεύουν. 

Οἱ δοξασίες αὐτές εἶναι τόσο βαθειὰ ριζωμένες στὸ λαϊκό αἴσθημα, ὥστε δὲν μπόρεσαν νὰ ἐξαφανισθοῦν παρ’ ὅλο τὸν πολιτισμὸ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τὴν ἀνάπτυξη πνευματικῶν καὶ ἠθικῶν θρησκειῶν, παραμένουν δὲ ἀκόμη καὶ σήμερα ὑπὸ διαφορετικὴ μορφή. Οἱ λιτανεῖες, πού κάνουμε γιὰ νὰ βρέξει ἢ νὰ ἀποφευχθεῖ ἕνα κακό, ἢ τὰ κόλλυβα καὶ τὰ μνημόσυνα πού προσφέρουμε στοὺς νεκρούς μας, εἶναι κατάλοιπα τῶν δοξασιῶν αὐτῶν. 

Οἱ ἁπλοί λοιπὸν ἄνθρωποι τῶν πόλεων, ὅταν ἦλθαν σ’ αὐτήν ἀπὸ τὰ χωριά τους, ἔφεραν μαζί τους τοὺς ἀγροτικοὺς θεούς τους καὶ τὴν λατρεία τῶν προγόνων τους. Καὶ ἡ μὲν λατρεία τῶν προγόνων διατηρήθηκε σχεδὸν ἀναλλοίωτος, ἄν καὶ μεταβλήθηκε σὲ ἐπίσημη θρησκεία τῶν ἡρῶων, ὅπως εἴδαμε στὸ προηγούμενο κεφάλαιο, οἱ ἀγροτικοὶ ὅμως θεοί, ἐπειδὴ δὲν ἐξυπηρετοῦσαν στὴν πόλη κανένα σκοπό, ἔδωσαν τὴν θέση τους στοὺς θεοὺς προστάτες τῶν διαφόρων τεχνῶν. Γιατί καὶ οἱ τέχνες εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ θεϊκή προστασία. 

Μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικότερες τέχνες ἦταν ἡ ἀγγειοπλαστική, στὴν Ἀθήνα μάλιστα ὑπῆρχε ὁλόκληρη συνοικία τῶν ἀγγειοπλαστῶν, ὁ Κεραμεικός. Στὴν ἀρχή οἱ τεχνῖτες εἶχαν ὡς προστάτες τίς μεγάλες θεότητες, ὅπως π.χ. τὴν Ἀθηνᾶ Ἐργάνη, ἀλλά φοβότανε καὶ τοὺς μικρότερους θεοὺς καὶ δαίμονες πού εἶχαν τὴν δύναμη νὰ καταστρέφουν τὴν δουλειά τους. 

Στὸ βίο τοῦ Ὁμήρου, πού ἀποδίδεται στὸν Ἡρόδοτο, σ’ ἕνα τραγούδι τῶν ἀγειοπλαστῶν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν θεὰ Ἀθηνᾶ, ἀναφέρονται καὶ κακοποιοί δαίμονες πού μποροῦν νὰ καταστρέψουν τὴν δουλειά τους. Εἶναι ὁ Σμάραγος πού τὰ ραγίζει, ὁ Σύντριβας πού τὰ σπάζει, ὁ Ἄσβεστος πού τὰ σβήνει, ὁ Σαβάκης πού τὰ θρυμματίζει καὶ ὁ Ὠμόδαμος πού ἀναφέρεται μᾶλλον στὸν ἄψητο πηλό¹⁰. Ἡ θεὰ Ἀθηνᾶ, ὡς Ἀθηνᾶ Ἐργάνη, ἦταν ἡ προστάτιδα θεὰ ὅλων τῶν τεχνῶν. Προστάτευε τὴν ὑφαντικὴ τῶν γυναικῶν καὶ τὴν τέχνη αὐτῶν πού δούλευαν τὸ χαλκὸ καὶ τὸ χρυσάφι. Τὰ χαλκεῖα πρέπει νὰ ἦταν μιὰ γιορτὴ τῶν χαλκέων πρὸς τιμὴν τῆς Ἀθηνᾶς στὴν ὁποία γυρνοῦσαν στοὺς δρόμους οἱ τεχνῖτες χτυπώντας τὰ διάφορα ἐργαλεῖα τῆς δουλειᾶς τους. 

Ἐκτὸς ἀπὸ τούς τεχνῖτες, πού εἶχαν τοὺς προστᾶτες θεούς τους, ὁ λαὸς λάτρευε καὶ ἄλλους μικρότερους θεούς, πού βρίσκονταν πιὸ κοντά του. Μιὰ μορφὴ τέτοιας λατρείας ἦταν τοῦ Δία Ἔρκειου, πού λάτρευαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὰ σπίτια τους στὸ βωμὸ πού εἶχαν στὴν αὐλή τους. Καὶ οἱ Ἐρμές, πού ἦταν στὰ σταυροδρόμια ἦταν λαϊκή θρησκεία. 

Διατηροῦσαν ὅμως καὶ ἀγροτικὲς λατρεϊες στίς πόλεις. Μιὰ ἀπὸ αὐτές ἦταν τὰ Πυανέψια. Γίνονταν κάθε χρόνο στὴν Ἀθήνα τὴν ἑβδόμη τοῦ μηνὸς Πυαναψιῶνος πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀπόλλωνος ἀλλά εἶχε γνήσιους ἀγροτικοὺς χαρακτήρας. Τὸ ὄνομα τῆς γιορτῆς, ὅπως καὶ τοῦ μήνα, παράγεται ἀπὸ τὸ πύαμος, ποῦ εἶναι ἄλλος τύπος τῆς λέξεως κύαμος. Στὰ Πυανέψια ἐσχημάτιζαν μιὰ πομπὴ κατὰ τὴν ὁποία περιέφεραν τὴν Εἰρεσιώνη. 

Ἡ Εἰρεσιώνη ἦταν ἕνα κλαδὶ ἐληάς στὸ ὁποῖο ἔπλεκαν μαλλιὰ καὶ κρεμοῦσαν διάφορους καρποὺς τῆς γῆς, ἦταν μιὰ γιορτὴ τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν. Τὸ κλαδὶ αὐτό τὸ κρατοῦσε ἕνα παιδὶ τοῦ ὁποίου ζοῦσαν καὶ οἱ δύο γονεῖς καὶ οἱ συμμετέχοντες στὴν γιορτὴ τραγουδοῦσαν ἕνα τραγούδι, τοὺς στίχους τοῦ ὁποίου μᾶς διέσωσε ὁ Πλούταρχος καὶ εἶναι οἱ ἐξῆς: 

Εἰρεσιώνη σύκα φέρει καὶ πίονας 
ἄρτους 
καὶ μέλι ἓν κοτύλη καὶ ἔλαιον 
ἀναψήσασθαι 
καὶ κύλικ’εὔζωρον, ὡς ἂν 
θύουσα καθεύδη. 

Ἡ πομπὴ κατέληγε στὸ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνος ὅπου κρεμοῦσαν τὸ κλαδὶ τῆς ἐληάς στὴν πόρτα του.

Μιὰ ἄλλη ἐκδοχή εἶναι ὅτι κάθε Ἀθηναῖος στὰ Πυανέψια κρεμοῦσε μπροστὰ στὸ σπίτι του κλαδὶ ἐληάς ἢ δάφνης πλεγμένο μὲ μαλλιά, στὸ ὁποῖο κρεμοῦσαν ψωμὶ ἢ σύκα. Αὐτή τὴν Εἰρεσιώνη τὴν βαστοῦσαν ὅλο τὸ χρόνο κρεμασμένη καὶ τὴν ἄλλαζαν τὸν ἑπόμενο χρόνο. Τὰ Πυανέψια ἦταν ἡ γιορτὴ ἡ ἀντίστοιχη τοῦ δικοῦ μας τοῦ Μάη. 

Ὅπως λέει ὁ Martin Nilsson¹¹, «ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται θεοὺς πού νὰ στέκονται κοντά του. Στὴν ὕπαιθρο χώρα οἱ ἁπλοί ἀγρότες εἶχαν μικρότερους θεοὺς νὰ προσεύχονται καὶ νὰ τοὺς προσφέρουν θυσίες. Μικρότεροι θεοὶ βρίσκονταν καὶ στὴν πόλη καὶ δίχως ἄλλο εἶχαν κι’ αὐτοί τὴ λατρεία τους. Ὅμως οἱ μικρότεροι αὐτοί θεοὶ ἦταν ἀσήμαντοι πολύ, ὄχι ἄξιοι νὰ ἰκανοποιήσουν τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ θεϊκὴ βοήθεια καὶ προστασία. Ὅταν ὑπάρχει ἕνα τέτοιο χάσμα, τὸ συνηθισμένο εἶναι νὰ γεμίσει, καὶ ἐπειδὴ οἱ Ἑλληνικοὶ θεοὶ δὲν ἀνταποκρίνονταν στὶς ἀνάγκες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἦρθαν ἄλλοι θεοὶ ἀπὸ ἄλλους λαούς, πού βρίσκονταν σ’ ἐπαφή μὲ τὴν Ἑλλάδα». 

Στοὺς πρώϊμους ἱστορικοὺς χρόνους ἦλθε ἀπὸ τὴν Καρία ἡ θεὰ Ἑκάτη. Στὴν ἀρχή προσπάθησαν νὰ τὴν κάμουν μεγάλη θεά, ἀλλά ἀπέτυχαν. Παρέμεινε ὡς θεὰ τῆς μαγείας καὶ τῆς μαγγανείας, γιατί χρειάζονταν στοὺς Ἕλληνες μιὰ θεὰ τῆς μαγείας καὶ τῆς μαγγανείας. Εἶχε καὶ ἄλλα φοβερὰ στοιχεῖα. Τὰ ὀνόμαζαν μὲ τὸ κοινὸ ὄνομα Λαμία, καὶ ἦταν ἡ Γελλῶ ἤ Καρκῶ, ἡ Σύβαρη, ἡ Ἔμπουσα κ.λ.π. Εἶναι οἱ δικές μας Λάμιες οἱ ὁποῖες ἔμειναν στὴν λαϊκὴ δεισιδαιμονία. 



-συνεχίζεται-


Υποσημειώσεις

(6) Martin Nilsson: ὅ.π.π. σελὶς 266 
(7) ὄ.π.π. σελ.267
(8) ὄ.π.π. σελ. 268
(9) J. Frazer : The Golden Bough. Abridged Edition Mc Millan Press 1976 
(10) Martin Nilsson :Ἑλληνικὴ Λαϊκή Θρησκεία. Ἀθῆναι 1966. σελίς 85 

(11) ὄ.π.π. σελὶς 87 



Φωτογραφία: Τμήμα ελληνιστικού αναγλύφου (1ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ.Χ.) που απεικονίζει εν πομπή, τις δώδεκα ολύμπιες θεότητες με τις ιδιότητές τους: (από αριστερά) Εστία, Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δήμητρα, Ήφαιστος, Ήρα, Ποσειδών, Αθηνά, Ζευς, Άρτεμις και Απόλλων. Μουσείο Τέχνης Walters, Βαλτιμόρη ΗΠΑ.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Σεπτεμβρίου 2018, αρ. φύλλου 952


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.