28/9/18

ΝΙΚΟΥ ΤΣΕΜΑΝΗ: Παναγία Σουμελά [I]




Ένα ταξιδιωτικό προσκύνημα

στις χαμένες πατρίδες



Α' ΜΕΡΟΣ

Πάντα είχα αρχιτεκτονικές αδυναμίες στις παραδοσιακές ορθόδοξες εκκλησίες. Κάθε φορά που με ενοχλεί η πολεοδομική ασχήμια γύρω μου, αναζητώ αισθητικό καταφύγιο σε εικόνες μνήμης από όμορφες βυζαντινές εκκλησίες. Τα πανέμορφα αυτά οικοδομήματα λατρείας προς τον Θεό πού όχι μόνο δεν καταστρέφουν αλλά συμπληρώνουν την ομορφιά του φυσικού τοπίου με γεμίζουν αισιοδοξία.

Πρώτα η σκέψη μου περνάει από την Ομορφοκκλησιά της Καστοριάς, μετά πετάει στην μονή της Χοζοβίωτισσας στην Αμοργό, στην Αγία Ειρήνη της Ίου, ανεβαίνει στη μονή Εσφιγμένου στο Άγιο Όρος, περνάει από τις εκκλησίες στα βουνά της Άρτας, κατεβαίνει ξανά στα Αιγαιοπελαγίτικα μικρά εκκλησάκια, περνάει στη Σπάρτη και τον Μυστρά, σκαρφαλώνει στα Μετέωρα, ατενίζει την Ελλάδα από εκεί ψηλά και ανάμεσα στα σύννεφα περνάει τα σύνορα προσκυνάει την Αγία Σοφιά και σταματάει με κομμένη την ανάσα στην Παναγία Σουμελά στον Πόντο.

Χρόνια πολλά είχα την ταξιδιωτική επιθυμία να επισκεφτώ την Παναγία Σουμελά στον Πόντο. Τελικά τα κατάφερα. Ήταν ένα ταξίδι προσκύνημα στην ιστορία και τις χαμένες πατρίδες στα εδάφη της Μικράς Ασίας. Ξεκινήσαμε η γυναίκα μου και εγώ με το αυτοκίνητο μας από Αθήνα στις τέσσερις το πρωί και πριν προλάβει να δύσει ο ήλιος είχαμε βρεθεί στα τουρκικά σύνορα. Αφήσαμε τον δρόμο που οδηγεί στην Κωνσταντινούπολη και στρίψαμε νότια προς τα Μικρασιατικά παράλια.

Η πορεία ήταν αποφασισμένη. Θα περνάγαμε από την Καλλίπολη αυτό το απέραντο στρατιωτικό νεκροταφείο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, θα πλέαμε ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία μέσα από τα στενά του Ελλήσποντου στο Τσανακαλέ, θα χαιρετούσαμε την Τροία των αρχαιοελληνικών μας σχολικών χρόνων, θα ανεβαίναμε την ακρόπολη της Περγάμου των Μακεδόνων, θα διασχίζαμε την Αιολική και Ιωνική γη, το Αιβαλί, την μαρτυρική Σμύρνη, το Τσεσμέ, το Κουσάντασι, θα φιλοσοφούσαμε Ελληνορωμαικά στην Έφεσο, την Μίλητο, τα Δίδυμα, την Αλικαρνασσό.

Θα συνεχίζαμε την πορεία μας στα λημέρια του Κροίσου στα μεσογειακά παράλια της Τουρκίας, περνώντας από την Φετχιγέ με τους λαξευμένους στα κατακόρυφα βράχια τάφους και τους νεκρούς να μας κοιτάνε από ψηλά, τα Μύρα την πατρίδα του Αγίου Νικόλαου του δώρα φέροντος Santa Claus, την Αττάλεια με την όμορφη παραλιακή καστρική ελληνική παλιά πόλη, την Άσπενδο των καλοκαιρινών φεστιβάλ με το ρωμαϊκό θέατρο των είκοσι χιλιάδων θεατών, και θα ανηφορίζαμε προς την ενδοχώρα, περνώντας από το Ικόνιο την μουσουλμανική καρδιά της Τουρκίας, την Σινασό την ελληνική ψυχή της Καππαδοκίας, την Καισάρεια την γενέτειρα του Αη Βασίλη μας και θα καταλήγαμε στην Σεβάστεια το ιστορικό προπύργιο των Σελτζούκων τούρκων. Από εκεί θα αρχίζαμε να κατεβαίνουμε τα βουνά του Πόντου προς την Παναγία Σουμελά.

Κάθε βράδυ σταματάγαμε σε ένα άλλον αξιοθέατο προορισμό και κοιμόμασταν σε κάποιο ξενοδοχείο που βρίσκαμε κάπου εκεί κοντά. Κάθε βράδυ είχαμε διαφορετική παρέα στα όνειρα μας: Πότε βλέπαμε τον Έκτορα να μάχεται τον Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας, πότε παρακολουθούσαμε τους εκατόνταρχους του Μάρκου Αντώνιου να κλέβουν πάπυρους και περγαμηνές από την Πέργαμο για να τα μεταφέρουν στην βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας δώρο στην ξελογιάστρα μακεδόνα βασίλισσα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα, πότε ακούγαμε τους ρωμαίους να γιουχαΐζουν το απόστολο Παύλο στην Έφεσο γιατί κήρυττε ότι πιστεύει σε ένα μόνο Θεό, πότε βλέπαμε τον Κροίσο να μοιράζει απλόχερα χρυσάφια και δώρα κοντά στη Φαχτιγιέ, πότε χειροκροτούσαμε τους περιστρεφόμενους με θρησκευτική έξαρση δερβίσηδες στα λημέρια τους το Ικόνιο, πότε θαυμάζαμε τους ασκητές μοναχούς να χαράζουν με πρωτοχριστιανική πίστη εικόνες στις σπηλιές της Καππαδοκίας, πότε διασταυρωνόμαστε με τους τρείς μάγους με τα δώρα να έρχονται με τις καμήλες τους από την Περσία.

Μοναδική μας πίκρα σε αυτή την πορεία στα μεσογειακά παράλια της ιστορίας ήταν οι χαμένες ελληνικές πατρίδες, η Σμύρνη, το Λεβίσι, τα Αλάσατα, η Αττάλεια. Οι ανάγλυφες εικόνες του ξεριζωμού των ελλήνων της Μικράς Ασίας ήταν χαραγμένες παντού, στα κτίρια, στα δένδρα, στον αέρα και την ψυχή της Αιολικής και Ιωνικής γης. Μνήμες από καταστροφικές για τον ελληνισμό απάνθρωπες ιστορικές στιγμές ζωντάνευαν μέσα μας και μας στεναχωρούσαν.

Μετά δύο βδομάδες αδιάκοπης παρουσίας στο τιμόνι φτάσαμε στην Σεβάστεια, μια όμορφη επαρχιακή πόλη στα 1300 μέτρα υψόμετρο με τα ωραιότερα δείγματα Σελτζούκικης ισλαμικής αρχιτεκτονικής στον κόσμο όλο. Πλησιάζαμε στον τελικό μας προορισμό την Παναγία Σουμελά. Πρωί –πρωί ξεκινήσαμε με χαρά να διασχίσουμε τα βουνά του Πόντου. Μετά την διασταύρωση με τον κύριο δρόμο Ερζερούμ – Αμάσεια το άδενδρο καφέ τοπίο της στέπας της Ανατολίας άρχισε να αλλάζει. Στις πλαγιές των βουνών βλέπαμε δάση πολύχρωμα ντυμένα σε φθινοπωρινά χρώματα.

Ανεβαίναμε από βουνοκορυφή σε βουνοκορυφή, σε υψόμετρο πάνω από 2000 μέτρα όταν στην άκρη του δρόμου εμφανίστηκαν κάτι τρίμετρα κοντάρια με τρεις σειρές φώτα το καθένα που αναβόσβηναν. Στην αρχή νόμισα ότι γίνονταν κάποια έργα στον στενό δρόμο αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι ήταν φώτα ομίχλης. Με έπιασε κρύος ιδρώτας.Είχα εμπειρία από αυτό το απαίσιο συναίσθημα να οδηγείς μέσα στην ομίχλη. Τι θα γινόταν άραγε αν δεν βλέπαμε να προχωρήσουμε σε αυτά τα άγρια χωρίς ανθρώπινη παρουσία βουνά; Ποιος μας διαβεβαίωνε ότι με μια στραβοτιμονιά δεν θα πέφταμε στις απέραντες χαράδρες;

Συνέχισα την πορεία ανήσυχος. Δεν αργήσαμε να συναντηθούμε με τα πρώτα σύννεφα ομίχλης. Ευτυχώς ήταν ακόμα αραιά και βλέπαμε την άκρη του δρόμου και τις σκιές από τα κλαδιά των δένδρων. Σιγά σιγά προχωρούσαμε από χαράδρα σε χαράδρα μέσα από κινούμενα σύννεφα ομίχλης.

Το τοπίο ήταν συγκλονιστικό. Τα έλατα ήταν καρφωμένα σαν πλατάνια δίπλα στο ορμητικό ποτάμι που μας συνόδευε σε όλη την διαδρομή. Τα βράχια στις χαράδρες ήταν κατακόρυφα, μετέωρα. Ο δρόμος ήταν σαν σχισμή ανάμεσα σε δύο γρανιτένιους γίγαντες. Έτρεμα με την ιδέα ότι μπορεί να μας πιάσει νύχτα με αυτή την ομίχλη σε αυτά τα άγρια βουνά και άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Ένοιωθα ότι κατρακυλούσα προς την θάλασσα ακολουθώντας τα ορμητικά νερά της ρεματιάς.

Ήμασταν μόνοι, αυτοκίνητο δεν μας προσπέρασε ούτε προσπεράσαμε σε όλη την διαδρομή. Κατηγορούσα τον χάρτη που έδειχνε αυτόν τον μικρό επικίνδυνο δρόμο με κόκκινη ένδειξη κύριου δρόμου. Το ράλι αυτό στα βουνά του Πόντου συνεχίστηκε για ώρες. Η Ασπασία φώναζε συνεχώς θα μας σκοτώσεις. Εγώ απαντούσα ότι η Παναγία Σουμελά μας περιμένει, μην φοβάσαι τίποτα.

Ευτυχώς το αυτοκίνητο μας είχε κίνηση στους τέσσερις τροχούς και ήταν κολλημένο στο έδαφος. Ευτυχώς το οδόστρωμα ήταν στεγνό. Ευτυχώς είχε μέρες να βρέξει και δεν υπήρχαν σημάδια από κατολισθήσεις βράχων στο οδόστρωμα. Ευτυχώς κανένα αγριοκάτσικο δεν πετάχτηκε μπροστά στα αναμμένα φώτα του αυτοκινήτου μας. Οδηγούσα με τα μάτια καρφωμένα στον ορίζοντα περιμένοντας να δω την Μαύρη θάλασσα έτοιμος να φωνάξω με αρχαιοελληνική προφορά θάλαττα- θάλαττα αλλά η ομίχλη δεν με άφηνε να δω μακριά. Σε λίγο ο ήλιος σταμάτησε να δίνει φώς στη γη. Μόλις τότε αντικρίσαμε δυο τρία λευκά σπίτια στην άκρη του δρόμου. Καταλάβαμε ότι είχαμε βγει από το φαράγγι του τρόμου και ξεσπάσαμε σε πανηγυρισμούς.

Είχε ήδη βραδιάσει αλλά δεν είχαμε τίποτα να φοβηθούμε πια, στο βάθος διακρίνονταν αχνά τα φώτα της Κερασούντας. Φτάσαμε στην παραλιακή λεωφόρο του Πόντου και κατευθυνθήκαμε ανατολικά προς Τραπεζούντα το πιο σημαντικό λιμάνι της Μαύρης θάλασσας, το φροντιστήριο του ελληνισμού του Πόντου, το μήλο της έριδος των εκατέρωθεν στρατιωτικών επιτελείων στους ρωσοτουρκικούς πολέμους. Ήμασταν πια μόλις λίγα χιλιόμετρα απόσταση από την Παναγία Σουμελά.


- συνεχίζεται -


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 17 Μαΐου 2018, αρ. φύλλου 936


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.