19/9/18

ΚΟΣΜΑ ΡΕΚΑΡΗ: «Το Χριστός Ανέστη» ήρθε από την Τσεχία


Νεστορίτες στην Μακρόνησο μετά τον νικηφόρο πόλεμο στην Αλβανία και τον αγώνα τους να διώξουν τους κατακτητές
Είχαμε δοκιμάσει το πρωί του Πάσχα την πατροπαράδοτη μαγειρίτσα. Το πασχαλινό και καλοστρωμένο τραπέζι με όλες τις χρωματιστές, φανταστικές, νόστιμες σαλάτες, και το πανέρι με τα κόκκινα καλοβαμμένα αυγά στη μέση του τραπεζιού, έδιναν μία ζωντάνια στην άγια μέρα της Ανάστασης. Το ψημένο κρέας που είχε απομείνει πάνω στο πασχαλινό τραπέζι έστελνε και αυτό τις ωραίες μυρουδιές της πασχαλινής γιορτής. Όλοι μας προσπαθούσαμε να βρούμε μια εναλλακτική αναπαυτική πολυθρόνα για να ικανοποιήσουμε την γαστρονομία.

Οι ευχές από τους συγγενείς και φίλους, μας πρόλαβαν από νωρίς, για να μας ευχηθούν το «Χριστός Ανέστη». Έτσι στρογγυλοκάθισα και εγώ να απολαύσω το υπόλοιπη της ημέρας του Πάσχα. Ξαφνικά το τηλέφωνο χτύπησε. Αλληλοκοιταχτήκαμε για να δούμε ποιος θα κάνει την κίνηση ν’ απαντήσει. Σαν μεγαλύτερος, είναι και τιμή μου ν’ απαντήσω και να πω, το «Αληθώς Ανέστη». Δεν πρόλαβα ν’ απαντήσω... «Κοσμά είμαι ο Λεωνίδας. Η ώρα εδώ είναι έξι το πρωί. Σε πείρα νωρίς για να σε προλάβω πριν κοιμηθείτε και να σας ευχηθώ για το Πάσχα  «Χριστός Ανέστη». Εσείς εκεί γιορτάζετε το Πάσχα. Εμείς εδώ δεν το γιορτάζομε…» Και ενώ άκουσα τον Λεωνίδα, για μια στιγμή ένοιωσα πως ένα δάκρυ θα κυλούσε στο μάγουλό μου, το συγκράτησα και προσπάθησα να το σκουπίσω με την παλάμη μου. Ήταν δάκρυ που δεν κύλησε.

Με τον Λεωνίδα γνωριστήκαμε το 2016 στο Παγκόσμιο Συναπάντημα Νεστοριτών. Ή καλύτερα θα έλεγα ξανασυναντηθήκαμε μετά από 71 χρόνια. Ήταν τότε που η υφήλιος είχε τα πάνω-κάτω της, ήταν τότε που δεν αισθανόσουν ασφαλής πουθενά. Με τον Λεωνίδα χωρίσαμε μετά που οι Ιταλοί βομβάρδισαν, λεηλάτησαν και έκαψαν το χωριό και το όμορφο δημοτικό μας σχολείο (όπως έχω ξαναγράψει). Πηγαίναμε με τον Λεωνίδα στην ίδια τάξη, και ξανασυναντηθήκαμε τυχαία στο ηλιοβασίλεμα της ζωής μας. Χωρίσαμε τότε που οι καλοί μας πατριώτες ήθελαν την Ελλάδα να την κάνουν μόνο δική τους. Τότε που πετάξανε έξω από τα ελληνικά σύνορα και τον μικρό και αθώο Λεωνίδα, και τον στείλανε στο «Σιδηρούν Παραπέτασμα».

Ήταν τότε που μία αθώα ύπαρξη πετιόταν στα ξένα χέρια, ήταν τότε που για να δείξουν ορισμένοι την δήθεν δύναμη και τον πατριωτισμό τους, ήταν τότε που οι δήθεν καλοί Έλληνες έδειχναν τον βλαβερό πατριωτισμό τους. Ήταν τότε που ο πατριωτισμός είχε χτυπήσει πολλούς στο κρανίο τους, ήταν τότε που όλοι αυτοί που για πολλά χρόνια άφησαν την πατρίδα να αιμορραγεί. Και αυτό, γιατί; Γιατί οι ίδιοι ήταν ευκαιριακοί και όχι πραγματικοί πατριώτες.

Γνωριστήκαμε τον Λεωνίδα για δεύτερη φορά το 2016, όταν ένα πρωί τον καλημέρισα στο ξενοδοχείο στο Νεστόριο. Μετά από μια σύντομη γνωριμία μου είπε ότι «Ναι, είμαι Νεστορίτης. Ναι η καταγωγή μου είναι από αυτό εδώ το χωριό, εδώ είναι η πατρίδα μου με μόνη διαφορά υπάρχει ένα μεγάλο κενό». Λείπω από το 1947 από τότε που με βάλανε στο φορτηγό και με διώξανε με την οικογένειά μου έξω από τα ελληνικά σύνορα. Όλα αυτά και πολλά άλλα μου εκμυστηρεύθηκε με πικρία ο Λεωνίδας.

Ο Λεωνίδας ταλαιπωρήθηκε στα δύσκολα αυτά χρόνια. Παρά τις κακουχίες σπούδασε και έγινε ένας αξιοθαύμαστος καθηγητής μαθηματικών και διορίστηκε καθηγητής σε Πανεπιστήμιο της τότε Τσεχοσλοβακίας, ενώ η Ελλάδα έχασε έναν διάσημο καθηγητή. Σήμερα είναι συνταξιούχος, και επισκέπτεται την πατρίδα κάθε χρόνο.

Ο Λεωνίδας αν και του στέρησαν δυο φορές την ελληνική ιθαγένεια, είναι περήφανος για το ελληνικό όνομα που κουβαλάει για 86 χρόνια, είναι περήφανος και για τον λόγο αυτό το πάλεψε εδώ και πολλά χρόνια για να ξανά αποκτήσει την καταγωγή του και την ιθαγένειά του. Επισκέπτεται την Ελλάδα και το χωριό στο οποίο γεννήθηκε κάθε χρόνο.

Όταν πλησίασαν οι μέρες για να τον αποχωρήσω για το μακρινό μου ταξίδι και ειδικά την ώρα που αποχαιρέτησε ο ένας τον άλλο, μου είπε: «Κοσμά θα ήθελα να μη ξεχαστούμε. Να μη ξεχαστούμε έστω και με ένα σύντομο τηλέφωνο. Θα ήθελα να έχουμε μία ζωντανή επαφή». Και αυτό είναι μια θύμηση από την τυχαία, μετά από 69 χρόνια, συνάντησή μας. Τα λόγια του πραγματικά βγήκαν μέσα από την καρδιά του, γιατί πίστευε ότι και οι δυο μας πονούσαμε για την πατρίδα.

Τα υπολείμματα από την εποχή της καταστροφής του 1943 είναι οι μάρτυρες της καταστροφής από τους Γερμανο-Ιταλούς. Οι ευχές να ξανασυναντηθούμε τον επόμενο χρόνο είχαν προηγηθεί. «Άραγε πού θα γίνει η επόμενη συνάντησή μας; Τις οίδε…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 10 Μαΐου 2018, αρ. φύλλου 935


Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.