14/9/18

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Αφιέρωμα στον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο [IΙ]


ΟΔΟΣ 3.5.2018 | 934

Καστοριά

1.000 χρόνια πριν

(μέσ’ από τη λογοτεχνία)

«Όσοι στρατιώτες ακολουθήστε με...»


Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που είπε ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος στις 15 Δεκεμβρίου 1025, λίγο πριν πεθάνει∙ ο αυτοκράτορας που υπήρξε στρατιώτης σε όλη τη ζωή του, ένας αήττητος πολεμιστής που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην Αυτοκρατορία. «Ποτές, αιώνες τώρα, δεν είχε τόση δύναμη η Ρωμηοσύνη, ποτές δεν ήταν τόσο πλατιά τα σύνορά της», γράφτηκε για το Βυζάντιο στα χρόνια του Βασιλείου Β’, που «είχε ανεβάσει σε ύψη που ανθρώπου βλέμμα δεν εζύγωνε το όνομα της Ρωμηοσύνης». 

Επί 40 περίπου χρόνια πολεμούσαν οι Βούλγαροι με τους Έλληνες, σπέρνοντας αμέτρητο φόβο, καθώς σκότωναν, πυρπολούσαν, κατέστρεφαν όποιον και ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους. Κι ήταν ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος που, με τη δύναμη και την ακατάβλητη θέλησή του, απάλλαξε τους Ρωμηούς από την τρομερή παρουσία τους, συμβάλλοντας και αυτός, με το σπουδαίο έργο του, στο να οδηγηθεί η Αυτοκρατορία στο «Απόγειό» της τον 10ο αιώνα, κατά τον Άγγλο ιστορικό J.J.Norwich ∙ αυτός, ο Βασίλειος, που Σωτήρας ή Καλλίνικος ή Τροπαιούχος θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί από την Ιστορία, Βουλγαροκτόνος όμως μονάχα ονομάστηκε...
Σ.Ε.

Βυζάντιο, 1015:

Από τον Πρίλαπο ο Βασιλέας γύρισε πάλι στη Θεσσαλονίκη. Εννιά του πρώτου μήνα του 6523 (1015 μΧ) ήταν σαν μπήκε από τις δυτικές πύλες στην πόλη του Άγιου του Μυροβλήτη. Δυο μήνες είχε κρατήσει η δεύτερη εκστρατεία.  Μπήκε στην πόλη ο Βασίλειος, έφθασε στο αρχοντικό που του χρησίμευε για ανάκτορο, έβγαλε την αρματωσιά του, έπεσε βαρύς σ’ ένα σελλίο. Ένοιωθε κουρασμένος, μοναχός. Ο μεγάλος του αντίπαλος (ο Τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ) δεν ζούσε πια. Έλεγε πως θα ησύχαζε. Το έλεγε όμως μοναχά, γιατί ήξερε πως, όσο θα κρατούσανε οι Βούλγαροι τις Πρέσπες και την Καστοριά, θα τον πολέμαγαν ακόμα. Θα τους έλειπε, βέβαια, η ψυχή, ο Τσάρος τους, θα τους έμεναν όμως τα χέρια τους, κι όσο θα τα κινούσαν, θάπρεπε να τους πολεμάη.
-Την άνοιξη θα τους χτυπήσω πάλι. Ίσαμε την άνοιξη όμως είναι μήνες. Και η μοναξιά μου… Θεέ μου…
Παίρνοντας απότομα την απόφασή του, σηκώθηκε και φώναξε το σκριβάνιό του…

[...] Εξήντα χρόνων ήταν ο Βασίλειος, σαν κίνησε ξανά τον πόλεμο ενάντια στους Βουλγάρους. Χρόνος το 6525 (1017 μΧ). Μια νίκη ακόμα τρανταχτή, που μεγάλωσε την Αυτοκρατορία, πρόσθεσε κοντά στις τόσες άλλες του χειμώνα. Το αυτοκρατορικό πλώιμο με τον Βάρδα Δούκα στο κεφάλι του έφτασε στη Χαζαρία, την υπόταξε ολόκληρη, την ένωσε με την Αυτοκρατορία.

Άνοιξη ήταν όταν ξεκίνησε από τη Μοσινούπολη ο Βασιλέας. Χιονισμένα ήταν τα γένεια του και τα μαλλιά του. Ακατάβλητα, όπως πάντα η θέληση και το κορμί του. Για την καστρόπολη του Λογγού ξεκίναγε, ενώ δυο στρατηγοί του ξεκινούσαν ξανά για την Πελαγονία. Έπεσε ο Λογγός, γύρισαν από την Πελαγονία οι στρατηγοί. Γέμισε το ρωμέϊκο στρατόπεδο από αιχμαλώτους, από γεννήματα, από πρόβατα, που φέρνανε μαζί τους οι νικητές. Ο αφανισμός συνεχιζόταν. Από το Λογγό στην Καστοριά ετράβηξε το βασιλικό φουσάτο. Την κράταγαν οι Βούλγαροι. Έπρεπε να γίνη κτήμα του Αυτοκράτορα. Καστροτριγυρισμένη ήταν, στενή η διάβασή της. Πολέμησαν γερά οι Ρωμηοί. Γενναία αντιστάθηκαν και οι Βούλγαροι. Ψυχές φτερούγισαν στον Ύψιστο, ρόδισε από το αίμα η λίμνη. Κουφάρια αλόγων, κορμιά πολεμιστών, μπλέχτηκαν στις καλαμιές. Δεν έπεσε η Καστοριά. Την άφησε ο Βασίλειος. Μαντάτα τούρθανε κακά. Ο Ιωάννης* κινούσε σ’ επανάσταση τους Πετσενέγους. Το μήνυμα το έστειλε ο Κατεπάνω του από το Δορύστολο, ο Τζιτζίκιος. Οι Βούλγαροι θέλαν να το χτυπήσουν.

Λύθηκε η πολιορκία. Με γρήγορες πορείες –Θεέ, πού εύρισκε τη δύναμη ο Βασίλειος στα εξήντα του;- κατέβηκε στον Οστροβό, τον γκρέμισε, πέρασε σα θύελλα από το Μολιστό, τον γκρέμισε και κείνον, κι ενώ τραβούσε προς τα επάνω, μαντάτο του ήλθε που του γέμισε χαρά τα στήθια. Οι Πετσενέγοι δεν είχαν επαναστατήσει. Φοβόντουσαν τον Βασιλέα, προτίμαγαν την ησυχία τους…

Από τη Μοσινούπολη στις Σέρρες όδεψε ο Βασιλέας. [...] Από τις Σέρρες για τη Στρούμνιτζα κίνησε το βασιλικό φουσάτο. Σπουδαία πόλη, οχυρή, ήθελε ο ίδιος ο Βασίλειος να την παραλάβη. Πέρασε κάμπους και βουνά, έφτασε μπροστά στη Στρούμνιτζα, σταμάτησε απ’ έξω, γιατί από τις διάπλατες τις πύλες πρόβαλε πομπή μεγάλη, πλούσια, με ιερωμένους στο κεφάλι της. Γέμισε χρυσάφια και ασήμια η δημοσιά, μύρισε θυμίαμα, λιβάνι. Ερχόταν ο Αρχιεπίσκοπος της Βουλγαρίας, ο Δαυΐδ, να πέση ικέτης μπροστά στα γόνατά του.
Δέχτηκε καλά τον γέροντα ο Βασίλειος, τον έβαλε δίπλα του να κάτση, τον άφησε να πάρη την ανάσα του, να πνίξη τη συγκίνησή του, πριν μιλήση.

Αποσταλμένος της Τσαρίνας ήταν ο γέροντας ιεράρχης. Έφερνε γράμματα δικά της. Υποτασσόταν η Μαρία, η χήρα του Ιωάννη Βλαδισλάβου, του χάριζε το θρόνο της, τα δικαιώματά της. Μια χάρη του ζητούσε μοναχά. Την ασφάλεια των παιδιών της, τη δική της την ασφάλεια. Σκίρτησε η καρδιά του Βασίλειου. Ο πόλεμος τελείωνε για πάντα. Το Βασίλειο των Βουλγάρων γινόταν και τυπικά δικό του. Κράτησε κοντά του, στο τραπέζι του, τον γέροντα ιεράρχη, του υποσχέθηκε την ασφάλεια που ζητούσε, στ’ όνομά του, η Μαρία.

Η χαρά του δεν εσταμάτησε εδώ. Πριν πέση ακόμα ο ήλιος, την ώρα που έβαφε κόκκινη τη δύση, ήλθε στο στρατόπεδό του ο Βογδάνος, ο τοπάρχης των ένδω κάστρων της Πρέσπας και της Καστοριάς. Έφερνε και τα κλειδιά μαζί του. Πατρίκιος ονομάστηκε και ο Βογδάνος. Μετά τη Στρούμνιτζα έγιναν δικά του και τα Σκόπια, έπειτα ήθελε νάμπη νικητής, κυρίαρχος της Βουλγαρίας, μέσα στην Αχρίδα [...]. Έξω από την πόλη θα δεχόταν την Τσαρίνα, μέσα στη σκηνή του, όπως αρμόζει στους στρατιώτες [...]. Ψέλνοντας βγήκαν οι κάτοικοι της Αχρίδας[...]. Υποτασσόντουσαν. Τον αναγνώριζαν επίσημα αφέντη τους.

Έξω από τη σκηνή του καθόταν ο Βασίλειος, πάνω σε χρυσό θρονί με τους στρατηγούς και τους Κατεπάνω γύρω του. Γέροντας, πολεμιστής, σιδεροντυμένος, με μόνη διάκριση από τους άλλους τα πορφυρά καμπάγια και το μικρό το στέμμα στο κεφάλι.
Ήρθαν οι παπάδες, πέσανε στα γόνατά τους, τον προσκύνησαν, σηκώθηκαν ξανά, ανοίξαν δρόμο. Πίσω τους ήταν η Τσαρίνα. Χλωμή, με σκυμμένο το κεφάλι. Στο φόρεμά της σμάρο τα παιδόπουλα, αγόρια και κορίτσια. Τρέμαν τα παιδόπουλα, σήκωναν το βλέμμα τους, κοίταζαν τον Βασιλέα, το κατέβαζαν ξανά.

Δάκρυσε ο Αυτοκράτορας. Δεν πολεμούσε τα παιδιά, ούτε τις γυναίκες. Δεκαεπτά ήταν τα παιδόπουλα, από νήπια μέχρι τα δεκατρία χρόνια, παιδιά του Ιωάννη και της Μαρίας, παιδιά του Γαβριήλ, του γιου του Σαμουήλ. Δεκαεπτά καρδούλες, που χτύπαγαν με βιάση και με φόβο μέσα στα άγουρα τα στήθια τους. Είχαν ακούσει για τον Βασίλειο. Τον ξέραν από κείνα που τους ιστορούσανε οι βάγιες τους.
Ήταν κακός, τους λέγαν. Σκότωνε και τύφλωνε και δεν συγχώραγε κανένα. Τρέμανε και μπήξαν τις φωνές, γιατί νόμισαν πως θα τάσφαζε, όταν τα κάλεσε να έλθουνε σιμά του. Τα έσπρωξε μπροστά η Μαρία, όμως κείνα γαντζώθηκαν ξανά απάνω της και κλαίγανε και σπάραζαν και δεν λέγανε να κουνηθούνε.
-Άφησέ τα, έκανε ο Βασίλειος, θα έλθουνε μονάχα τους.
Δεν τα κοίταξε. Με την Τσαρίνα μίλησε. Της είπε ότι ήτανε πια ασφαλισμένη, πως εκείνος, ο Βασιλέας και Αυτοκράτορας της Ρωμηοσύνης, την έπαιρνε κάτω από την προστασία του. Ακόμα της υποσχέθηκε πως ζωστή πατρίκια θα την έκανε σαν γύριζε στην Κωνσταντίνου πόλη. Δάκρυσε η Τσαρίνα, έσκυψε, του φίλησε το χέρι. Πήρανε θάρρος τα παιδιά, και ένα από όλα, το πιο μικρό, άπλωσε με δισταγμό τα δάχτυλά του να αγγίξη το σπαθί του Βασιλέα. Γέλασε ο Αυτοκράτορας, το σήκωσε, το έβαλε στα γόνατά του. Αναθαρρέψανε και τ’ άλλα τα παιδιά κι άρχισαν να τον κοιτάνε σα να μην ήταν άνθρωπος, αλλά θεριό, που δεν ήταν όμως επικίνδυνο, που δεν είχε δόντια σουβλερά, όπως τους λέγανε οι βάγιες τους, που δεν σπάραζε τις σάρκες.

Δεν ήταν πατέρας, όμως ήξερε από παιδιά, γιατί παιδί ήταν και κείνος κάποτε με όνειρα και ελπίδες. Σηκώθηκε από το θρονί του, πλησίασε την Τσαρίνα, που γονατιστή περίμενε την προσταγή του, τη σήκωσε, την έβαλε σιμά του να καθήση. Το σμάρο των παιδιών την ακολούθησε. Μοιάζαν λιγώτερο φοβισμένα τώρα.
Τον πήραν το κατόπι σαν σηκώθηκε και όσον καιρό έμεινε στην Αχρίδα μπαινοβγαίναν κοπάδι από χαρούμενα σπουργίτια μέσα στη σκηνή του. Γιατί εκεί κοιμόταν, γιατί δεν θέλησε να μείνη στα ανάκτορα του Σαμουήλ...
Από την Αχρίδα στις Πρέσπες πήγε πάλι, κάστρο καινούργιο πρόσταξε να σηκωθή στις Πρέσπες και κίνησε μετά για τη Δεάβολη...

Από τη Δεάβολη στην Καστοριά επήγε ο Αυτοκράτορας. Δική του η λίμνη, δική του και η πόλη. Στην Καστοριά στρατοπέδεψε, στην Καστοριά ήλθανε να τον δούνε δυο από τις κόρες του Σαμουήλ, να πέσουνε στα πόδια του, να τις σπλαχνιστή. Φτάσαν στο στρατόπεδο, μπήκαν στη σκηνή του, είδαν τη Μαρία τη γυναίκα του Ιωάννη, αγριέψανε, ορμήσανε να την ξεσκίσουνε με τα νύχια και τα δόντια τους. Χάμω κυλίστηκαν οι τρεις γυναίκες, τσίριξαν, ουρλιάξαν, βαρειές κατάρες βγήκαν από το στόμα των κοριτσιών του Σαμουήλ, που θέλανε να εκδικηθούνε πάνω στη Μαρία το σκοτωμό του αδελφού τους. Ξέσκισαν τα ρούχα τους οι τρεις γυναίκες, βγήκαν τα στήθια τους, χαλάσαν τα μαλλιά τους, γέμισαν αίματα το πρόσωπό τους, πονέσανε, ουρλιάξανε ξανά. Σπαθάριοι ορμήσανε να τις χωρίσουν, φώναξε και ο Βασίλειος. Κουβάρι γίνανε Σπαθάριοι και γυναίκες. Θύμωσε ο Βασιλέας, βροντή ακούστηκε η φωνή του. Χωρίσαν οι γυναίκες. Έκλαιγε η Μαρία, βρίζανε πάντοτε οι αδελφές του αδικοσκοτωμένου, προσπάθαγαν να συγυριστούν λίγο οι Σπαθάριοι, δάγκωσε τα χείλη του ο Βασίλειος να μη γελάση. Ταξίδεψε το βλέμμα του, είδε τους οφφικιάλιους που κοιτούσανε τα γυμνωμένα στήθια μιας από τις κόρες του Σαμουήλ, εθύμωσε ξανά και με το χέρι του επρόσταξε να τη σκεπάσουμε μ’ ένα μανδύα.

Σκεπάστηκε η κόρη του Σαμουήλ, ηρέμησε, ηρέμησαν και οι άλλες και τότες, με φωνή που ακούστηκε γλυκειά στ’ αυτιά τους, ο Βασιλέας τους έταξε τιμές στη Βασιλεύουσα. Ησύχασαν ολότελα οι δυο γυναίκες, πέσαν και τον προσκυνήσαν, ρίχνοντας πάντοτε κακές ματιές στην άμοιρη Μαρία. Βάρβαρες ήταν, βάρβαρη και η ψυχή τους. Διάβασε τη μάνητα στο βλέμμα τους ο Βασιλέας και την επόμενη κι όλας πρόσταξε να φύγη για τη Θεοφύλακτη η Μαρία, γιατί φοβότανε για τη ζωή της, όσο θάτανε κοντά της οι δυο κόρες του μεγάλου εχθρού του.
Από την Καστοριά στις Σταγιές κατέβηκε ο Βασίλειος [...]. Από τις Σταγιές για τη Λαμία όδεψε. Ήθελε να πάη στην Αθήνα [...].

Ήθελε να πάη στην Ακρόπολη να προσκυνήση την Παναγιά, τη χάρη Της, που είχε πάρει το σπίτι της άλλης της Παρθένας, της Αθηνάς, που δόξαζαν τα χρόνια τα παληά οι Αθηναίοι…


* Τον Τσάρο Σαμουήλ (πέθανε το 1014) διαδέχτηκε ο γιος του Γαβριήλ, τον οποίο δολοφόνησε ο Ιωάννης Βλαδισλάβος κι έγινε αρχηγός (Τσάρος) των Βουλγάρων (1015).

Από το βασισμένο σε εκλεκτές ιστορικές πηγές και βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών βιβλίο του Κώστα Κυριαζή «Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος», εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»

Φωτογραφία: Μικρογραφία με την στέψη του του αυτοκράτορα Βασιλείου Β’  από τους αρχαγγέλους που τον οπλίζουν και συνοδεία στρατιωτικών αγίων, ενώ αυλικοί και ηττημένοι εχθροί υποκύπτουν στην υποταγή του. Προμετώπιδα του Ψαλτηρίου του Βασιλείου Β’ (Ψαλτήριο Βενετίας) 11ος αι. BNM, Ms. gr. 17, fol. 3r, Μαρκιανή Βιβλιοθήκη Βενετίας (Biblioteca Nazionale Marciana) Ιταλία.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 3 Μαΐου 2018. αρ. φύλλου 934. 

Το κείμενο είναι το β’ μέρος της ομιλίας της κ. Σ. Ευθυμιάδου-Παπασταύρου με θέμα "Καστοριά, 1.000 χρόνια μετά την απελευθέρωση από τους Βουλγάρους"  που πραγματοποιήθηκε την  Κυριακή 22 Απριλίου 2018 στο αρχοντικό Πηχεών στο Ντολτσό.

Σχετικά:



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.