15/9/18

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Η γλώσσα των Σκοπιανών | μία ιστορική αναδρομή


ΟΔΟΣ 19.4.2018 | 932
Τό 1907 κυκλοφόρησε στήν Ἀθήνα ἕνα βιβλίο, τό ὁποῖο ἀνεφέρεται στό σλαβοφανές ἰδίωμα τό ὁποῖο χρησιμοποιούσαν οἱ κάτοικοι τῆς Μακεδονικῆς ὑπαίθρου. Τό βιβλίο ἔχει τόν τίτλο “Συμβολαί εἰς τήν Διγλωσσίαν τῶν Μακεδόνων” καί ἔχει ὡς ὑπότιτλον “Ἐκ συγκρίσεως τῆς σλαβοφανοῦς Μακεδονικῆς γλώσσης πρός τήν Ἑλληνικήν ” (φωτογραφία εξωφύλλου στην δεξιά σελίδα). Τό βιβλίο αὐτό τό ἔγραψε ὁ μακ. Κωνσταντῖνος Τσιούλκας, ἐκπαιδευτικός, φιλόλογος, πρώην γυμνασιάρχης στό Μοναστήρι.

Ὁ Κωνσταντῖνος Τσιούλκας γεννήθηκε στήν κωμόπολη τῆς Καστοριᾶς, Κορησό (ὄταν γεννήθηκε ὁναμάζονταν Γκορέντση). Τήν ἐγκύκλιο μόρφωσή τήν ἔλαβε στό σχολεῖο τοῦ χωριοῦ του καί στήν Ἑλληνική Σχολή τῆς Καστοριᾶς. Δίδαξε γιά ἕνα μικρό διάστημα ὡς δάσκαλος στήν περιοχή μας καί τό 1985 γράφτηκε στήν Φιλοσοφική σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Μετά τήν ἀποφοἰτησή του, τό 1879, διορίσθηκε γυμνασιάρχης στό Μοναστήρι, ὑπηρέτησε ἐκεί ἐπί μίαν δεκαετία, ὡς τό 1889, ὀπότε καί ἀπελάθηκε διότι ἦταν ἐνεργό μέλος τῆς πατριωτικῆς κινήσεως κατά τήν πρώτη φάση τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος.

Τό βιβλίο αὐτό εἷναι προϊόν μιᾶς μακροχρόνιας ἐνδελεχοῦς ἐργασίας, ἄν σκεφθεῖ κανείς ὄχι μόνον τόν κόπο νά συγκεντρώσει ὅλο τό ὑλικό τό ὁποῖο παραθέτει, τόν ἀριθμό τῶν λέξεων καί τήν κατάταξή τους σέ κατηγορίες, ἀλλά καί τήν ἐτυμολογία καί σύγκρισή τους μέ τίς ἀντίστοιχες ἑλληνικές. Ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ καί δηλώνει στόν πρόλογο τῆς δευτέρας ἐκδόσεως τοῦ βιβλίου τά ἀκόλουθα (τά γράφω στήν καθομιλουμένην σήμερα, γιατί τό βιβλίο εἶναι γραμμένο στήν γλῶσσα τήν ὁποία χρησιμοποιούσαν οἱ λόγιοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἦταν ἄκρα καθαρεύουσα μέ ἐλαφρῶς ἀττικίζουσα χροιά): «Στίς μελέτες μου, ἐπί πολλά χρόνια, περί τῆς παλαιᾶς ἑλληνικῆς γλώσσας, παρατήρησα πολλές ὁμοιότητες τῆς σλαβοφανοῦς ὁμιλουμένης γλώσσας σέ ὁρισμένα μέρη τῆς Μακεδονίας πρός τήν ἑλληνικήν· οἰ ὀμοιότητες αὐτές δέν εἶναι τυχαῖες ὅπως εἷναι μερικές ἐκβλαστήσεις στά ἐλαιόδενδρα, ἀλλά εἶναι ὀργανικά στοιχεῖα κοινά πρός τήν παλαιάν ἑλληνικήν γλῶσσα, ἐντελῶς δέ ξένα πρός τήν σλαβωνικήν».

Ἡ παρατήρηση αὐτή τοῦ συγγραφέα τῆς ὁμοιότητας τῆς σλαβοφανοῦς διαλέκτου πρός τήν παλαιάν ἑλληνικήν γλῶσσα δέν ὁφείλετο μόνον στήν ἑλληνική γλωσσική εὐρυμάθεια του, ἀλλά διότι γνώριζε πολύ καλά καί τό ὁμιλούμενο σλαβοφανές ἰδίωμα τῆς περιοχῆς τῆς γενέτειράς του. Τό σλαβοφανές αὐτό ἰδίωμα, ὅπως ἀναφέρω καί πάρα πάνω, τό ὁμιλοῦσαν κυρίως οἱ χωρικοί. Ἦταν μόνον προφορικό, δέν ὑπῆρχε γραπτή μορφή αὐτοῦ. Στίς πόλεις τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, οἱ κάτοικοι ὁμιλοῦσαν ἑλληνικά καί στήν περιοχή τῆς Πελαγονίας, στό Μοναστήρι, Ἀχρίδα, Κρούσοβο κ.λ.π. μιλοῦσαν καί βλάχικα. Ὁρισμένοι ἀπό τούς κατοίκους τῶν πόλεων γνώριζαν καί τό σλαβοφανές αὐτό ἰδίωμα, ἰδίως αὐτοί πού λόγω ἐπαγγέλματος, ἔμποροι καί λοιποί, ἔπρεπε νά τό γνωρίζουν γιά νά συναλλάσσονται μέ τούς χωρικούς. 

Ὁ Κωνσταντῖνος Τσιούλκας, μιά καί δέν ὑπῆρχε γραπτή μορφή τοῦ ἰδιώματος αὐτοῦ, ἀναγκάσθηκε, γιά νά καταστήσει σαφεῖς καί νά τεκμηριώσει τίς παρατηρήσεις του περί τῆς ὁμοιότητας τοῦ σλαβοφανοῦς αὐτοῦ ἰδιώματος μέ τήν παλαιάν ἑλληνικήν γλῶσσα, νά προβεῖ σέ ὁρίσμένες ἐνέργειες. Γιά νά ἀποδώσει τήν προφορά τῶν λέξεων συμπλήρωσε τό ἑλληνικό ἀλφάβητο μέ γράμματα ὅπως γ-g, δ-d, ζ- gε καί πρόσθεσε τά schi, tschi, schtschi, τσι, F, j.

Ἀναλύει ἐπί μακρόν, τήν διαφοράν, τῆς προφοράς πρός τήν ἑλληνικήν, ἐκτός τῶν γραμμάτων, τῶν φωνηέντων, τῶν συμφώνων τῶν διφθόγγων καί τό σύστημα ἀρθρώσεως τῶν συλλαβῶν. Ἐν συνεχεία προβαίνει στό τρόπο σχηματισμοῦ τῶν ρημάτων καί τῆς κλήσεως αὐτῶν, ὅπως καί τῶν κυρίων ὀνομάτων καί ἐπιθέτων καί τῆς κλήσεώς των. Καθῶς καί τήν εὐρείαν χρήση προθέσεων καί καταλήξεων σέ πολλές λέξεις. Οἱ κυριότερες προθέσεις πού χρησιμοποιοῦνται περισσότερο εἶναι: να=ανα, is=ς, ῥάς, πο, ποτ-ποτι, ζά.

Αναφέρω μία λέξη σύνθετη ἀπό τίς διάφορες προθέσεις:

ἀπό τῆς προθέσεως νά=ἀνά, 
ἀναβλαστάνω – ναβλάσταμ
ἀπό τῆς ἰς, ς κατά σύνναξιν, 
ἐκδέχομαι - ἰσdέξαμ
ἐκβλαστάνω - ἰσβλάσταμ
ἀπό τῆς ῥάς ( τήν ἑλλ. παρά), 
παραδέχομαι - ῥασdέξαμ
ἀπό τῆς πό ἀπαγγέλλω – πογέλλαμ
ἀπό τῆς πρέ (τήν ἑλλ.ὑπέρ) ὑπερέχω – 
πρεέχμαμ
ἀπό τῆς πρό πρόγονος –πρόgον
ἀπό τῆς ζά (τήν ἑλλ.σύν) συγκλίνω – 
ζακλάνναμ
ἀπό τῆς πόd ἤ πο( τό ἑλλ. ὑπό) ὑποβλέπω – 
ποdgλέddαμ
ὰπό τῆς πότ=ποτί=πρός, προσαγγέλλω – ποτgέλλαμ·
καί καταγράφει καί πολλά ἀφηρημένα ρήματα σύνθετα ἐκ τῶν προθέσεων νά = ἀνά τά ὁποία καταλήγουν σέ ἀννιε, ἀτιε καί ἐτιε: ὄπως
ἀναβιβάζω ναβιάβαμ ναβιαβάννιε
ἀναπίνω νά πίαμ ναπιέννιε 
ἀναστένω ναστένναμ ναστενάτιε

Ἐπίσης καταγράφει πολλά ἀφηρημένα ρήματα τά ὁποία συντίθενται μέ τίς προθέσεις ἰς=’ες=ἐξ, τῶν προθέσεων ῥάς=παρά, τῆς πό=’από , τῆς πρέ=τῆ ὑπέρ , τῆς πρό, τῆς ζα καί σ(α)=τῆ σύν, τῆς πόd= ὑπό, τῆς πότ=τῆ ποτί=πρός καί τίς λοιπές προθέσεις. Ἐνδεικτικῶς παραθέτω ἕναν μόνον ἀφηρημένο ρηματικό τύπο τῆς συνθέσεως μέ τήν πρόθεση πότ:
Προσαμαρτάνω ποταμάρτναμ ποταμαρτνάτιε

Ἄλλα παράγωγα λέξεων καί ρημάτων σχηματίζονται μέ τίς καταλήξεις ἀλλᾶ, ἐλλᾶ, ίλλά καί ίννᾶ. 
Ἄγγελος-ῆς Ἄγγελ Ἀγγελίννα
ἀμέλγω μάζλαμ μαλζίλλα, μαλζίλλο
κρημνός gρεhέμ gρεμνίννα, gρεμνίλλα

Πολλά παράγωγα σχηματίζονται μέ τίς καταλήξεις ῆτσα, ιτσα καί κα ὡς:
ἀγκαλιάζω, ἀγκάλη ἀγκαλιάσσαμ, ἄγκαλ ἀγκαλίτσα
διδάσκαλος dάσκαλ dασκαλίτσα
ἐργάζομαι, ἀργάζω ἀρgάσσαμ ἀρgασνῆτσα 

Τά ἀνωτέρω παραδείγματα, γραμματικῶν τύπων, προθέσεων, καταλήξεων καί λοιπῶν, πού παρέθεσα ἀνωτέρω μπορεῖ νά εἷναι ὁλίγον κουραστικά στόν ἀναγνώστη, πλήν ὅμως δίδουν μιά ἰδέα τό πῶς σχηματίσθηκε τά σλαβοφανές αὐτό γλωσσικό ἰδίωμα στήν Μακεδονία καί μᾶς βοηθεῖ νά καταλάβουμε τήν σχέση του μέ τήν ἑλληνική γλῶσσα.

Σέ 95 σελίδες τοῦ βιβλίου ἀναγράφεται τό συγκριτικό λεξιλόγιο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί τῆς σλαβοφανοῦς μακεδονικῆς μέ τό ὁποῖο ἀποδεικνύει ὁ συγγραφέας ὅτι «ἡ ἐν τισί τῆς Μακεδονίας ὁμιλουμένη βουλγαρική εἶνε ἑλληνική γλῶσσα». Καί σέ ἐπόμενες 36 σελίδες ἀναγράφει ὁμηρικές λέξεις οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦνται τόσο στήν ὁμιλουμένη σήμερα ἑλληνική γλῶσσα ὅσο καί στό ἐν λόγω σλαβοφανές γλωσικό ἰδίωμα. Ἑνδεικτικῶς θά ἀναγράψω μία λέξη μέ ἀρκτικό γράμμα ἀπό κάθε γράμμα τῆς ἀλφαβήτου : 

ἑλληνική | σλαβόφωνος

ἀρματώνω |ἀρματώσσαμ
βάλσαμον | μπάλσαμ
γράφω, ἔγραψα | gράτσαμ, gράψαμ
δερκέτης, δραγάτης (λ)-  | dράγατ, dάρgατ
ἐργάται ἐργατιά (λ) | ἀρgάτοι-ἀρgάτια
ζυγίζω (λ) | τζυγκίσαμ
ἡδύοσμος, δυόσμο (λ) | dυόσμο
θυμίαμα | τύμιαν καί τέμιαν
ἵσταμαι, ἀνίσταμαι | στόγιαμ καί στάναμ
κάλαμος, καλάμι (λ) | κάλεμ=καλάμι, gόλεμ=ὑψηλός σάν καλάμι
λαθεύω | λαθέψαμ
μολύνω | μολέψαμ
νυκτός-νύκτωρ | νόschιε
ξυστρίον | ξυστρία
όρεινός | gόρεν, gόρνα, gόρνο
πεπεριά (λ) | πιππέρκα
ῥουκανίδια (λ) | ῥουκκανῆτσοι
στρώνω | στρώσσαμ
σῦριγξ, σφυρίχτρα (λ) | σφύρκα
τρυγάω | τρυγήσσαμ
ὕδωρ-ὑδρηλός | Fόdα-Fόddεν, Foddέννα
φυλλίζω=μπολιάζω | μπολλιάσαμ
χορδή-χορδίζω | κόρdα – κορdίσσαμ
ψάλλω | ψάλλαμ
ώρύομαι-οὐρλιάζω (λ) | οὐρλιάσσαμ καί ῥύκκαμ

Καί μερικές Ὁμηρικές λέξεις πού ἀπαντοῦνται στήν ἑλληνική καί στήν σλαβοφανῆ μακεδονική:

ὁμηρική | λαϊκή | μακεδονική 

ἄγκιστρον | ἀγκίστρι | ἀγκίστρα
ἀλείφω | λείφω | ἀλείψαμ
ἀφρέω | ἀφρίζω | σέ ἄφραμ
δάκνω | δαγκάνω | dάκναμ
ἐλαύνω | λάμνω | λάμναμ
θαυμάζω | θαμμάζω | θαμμπώσσαμ
κρατήρ | κροντήρι | κρόντηρ
λικμάω (σίτον) | λιχνίζω | λίχναμ
μήτηρ | μητέρα | μάϊκα
νύμφη | νύφη | νυβέστα
ὅμοιόω | μοιάζω | μοιάσσαμ
ῥαίνω | ῥαντίζω | ῥάνταμ
σκάπτω|  σκάφτω | (σ)κόππαμ
τείνω | τεντώνω | τεντώσσαμ, τέgναμ
φάτνη | παχνί(;) | φάτνα
χύτρη |χύτρα | τschώτρα τschώτρα



Κ.Ι.ΤΣΙΟΥΛΚΑ:
Συμβολαί εις την διγλωσσίαν των Μακεδόνων, 
εκ συγκρίσεως της σλαφοφανούς μακεδονικής γλώσσης 
προς την ελληνική, 1907.


Τό συγκεκριμένο βιβλίο ἐκδόθηκε, ὅπως γράφω στήν ἀρχή τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τό 1907 καί εἷναι προϊόν μιᾶς χρονοβόρου καί ἐνδελεχοῦς ἐργασίας τοῦ ἀειμνήστου Κωνσταντῖνου Τσιούλκα, ὁ ὁποῖος ἐργάσθηκε ἀόκνως γιά νά ἀποδείξη τήν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεώς του, ὅτι τό σλαβοφανές γλωσσικό ἰδίωμα, τό ὁποῖο ὁμιλοῦσαν οἱ κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου σέ ἀρκετές περιοχές τῆς Μακεδονίας, δέν ἦταν τίποτα ἄλλο παρά μιά παραφθαρμένη μορφή τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας μέ προθέσεις ἤ καταλήξεις σλαβικές καί μιά σχετική διαφοροποίηση τῆς προφορᾶς γραμμάτων καί λέξεων. Γιά νά τό ἀποδείξει αὐτό καί νά τεκμηριώσει τήν ἄποψή του προέβηκε στήν γραπτή δόμηση τοῦ γλωσσικοῦ αὐτοῦ ἰδιώματος, γιατί δέν ὑπῆρχε γραπτή μορφή αὐτοῦ. Ἔτσι, ὄπως φαίνεται ἀπό αὐτά πού παρέθεσα πάρα πάνω, ἐκτός ἀπό τήν συγκέντρωση τῶν λέξεων καί τήν σύγκρισή τους μέ τίς ἑλληνικές, ἀκόμη καί αὐτές τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου, προέβηκε καί στή σύνταξη τῶν γραμματικῶν τύπων τοῦ ὁμιλουμένου αὐτοῦ ἰδιώματος οἱ ὁποῖοι εἷναι σχεδόν ταυτόσημοι μέ τούς ἑλληνικούς. 

Ἡ συγγραφή καί ἡ ἔκδοση του στήν Ἀθήνα τό 1907 ἔγινε καθʹὅν χρόνο ἡ Μακεδονία βρίσκονταν ἀκόμη ὑπό τήν Ὁθωμανική κυριαρχία καί στόν Μακεδονικό χώρο διεξάγονταν ἡ διαμάχη μεταξύ τῶν ἑλληνικῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων καί τῶν βουλγαρικῶν τοιούτων, τῶν κομιτατζήδων, ὁ ἐμπόλεμος Μακεδονικός Ἀγώνας, μέ σκοπό τῶν μέν Βουλγάρων νά προσεταιριστοῦν τούς ὁμιλοῦντες τό σλαβοφανές γλωσσικό ἰδίωμα τῶν κατοίκων τῆς ὑπαίθρου, τῶν δέ Ἑλλήνων νά διατηρήσουν τήν ἑλληνικότητα τόσον τοῦ χώρου ὅσον καί τοῦ ἑλληνικοῦ φρονήματος τῶν περισσότερων τῶν χωρικῶν, τούς ὁποίους οἱ Βούλγαροι ἀποκαλούσαν γραικομάνους. 

Ὅσον ἀφορᾶ τήν γλῶσσα τῶν χωρικῶν, κατά τίς προηγούμενες φάσεις τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα καί ἰδίως κατά τήν πρώτην φάση αὐτοῦ, κατά τήν ὁποίαν οἱ Βούλγαροι ἐπεδίωξαν νά ἀλλάξουν τό φρόνημα καί νά προσελκύσουν στόν βουλγαρισμό τούς κατοίκους κυρίως τῆς ὑπαίθρου, μέ τήν προπαγάνδα τους καί τήν ἵδρυση σχολείων, πέτυχαν τοῦ σκοποῦ τους, κυρίως στήν βορειότερη περιοχή τοῦ μακεδονικοῦ χώρου ἀπό τήν περιοχή τοῦ Μοναστηρίου καί πάνω. Κατόρθωσαν νά προσηλυτίσουν μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ μέ ἀποτέλεσμα νά ἀλλοιωθεῖ καί ἡ γλῶσσα τους καί νά ἐκβουλγαριστεί σέ μεγάλο βαθμό. Στήν περιοχή μας δέν συνέβη αὐτό καί μέχρι τήν δεκαετία τοῦ ‘60–‘70 ὁμιλοῦσαν τό ἑλληνικό σλαβοφανές γλωσσικό ἰδιώμα, ὅπως μπορεῖ καί ἀκόμη μερικοί ὑπερήλικες νά τό γνωρίζουν καί νά τό ὅμιλοῦν.

Μετά τούς Βαλκανικούς πολέμους τοῦ 1912 – 1913, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ἦταν ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας ἀπό τόν τουρκικό ζυγό, ὁ γεωγραφικός χῶρος τῆς Μακεδονίας μοιράσθηκε μεταξύ τῶν τριῶν κρατῶν, Ἑλλάδος, Σερβίας καί Βουλγαρίας. Τό μεγαλύτερο μέρος ἐνσωματώθηκε στό Ἑλληνικό Κράτος, ἕνα ἀρκετά μεγάλο μέρος, περίπου τό 35% μέ 40% περιῆλθε στό τότε βασίλειο τῆς Σερβίας καί Κροατίας καί ἕνα 10% στό βασίλειο τῆς Βουλγαρίας. Οἱ Σέρβοι ὀνόμασαν τήν περιοχή τους Βαρδάσκα καί οἱ Βούλγαροι τήν δική τους Μακεδονία τοῦ Πιρίν. Οἱ Βούλγαροιi ἐκβουλγάρισαν τούς γηγενεῖς κατοίκους τοῦ Πιρίν ὀπότε δέν ὑπῆρξε γι’ αὐτούς γλωσσικό πρόβλημα.

Στήν Ἑλλάδα πολλοί ἀπό τούς χωρικούς, κυρίως τῆς παραμεθορίου περιοχῆς τοῦ Νομοῦ Φλωρίνης, μετά τόν καθορισμό τῶν συνόρων μέ τήν Σερβία καί τήν ὑπαγωγή τοῦ Μοναστηρίου καί τῆς περιοχῆς του στήν Σερβία, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας ἦταν στήν πλειονότητα Ἕλληνες, ἑλληνόφωνοι καί βλαχόφωνοι, μετώκησαν στήν Σερβία καί τό πλείστον τῶν Ἑλλήνων τῆς περιοχῆς αὐτής ἦλθε στήν Ἑλλάδα καί ἐγκαταστάθηκε στήν Φλώρινα καί Θεσσαλονίκη. Αὐτοί πού παρέμειναν στήν Ἑλλάδα, καί ἤταν οἱ περισσότεροι, οἰ μέν ἡλικιωμένοι ὁμιλοῦσαν μόνον τό σλαβοφανές γλωσσικό ἰδίωμα, ἀναλοίωτο, ὅπως τό περιγράφει ὁ Τσιούλκας, οἱ δέ νεώτεροι ἦταν δίγλωσσοι γιατί γνώριζαν ἀρκετά καλά καί τήν ἑλληνική γλῶσσα. 

Στόν Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά τήν κατάληψη τ ῆς χώρας μας ἀπό τούς Γερμανούς, ἡ περιοχή μας περιῆλθε σέ Ἰταλική κατοχή. Οἱ Ἰταλοί ἐπέτρεψαν, στούς συμμάχους τους τότε Βουλγάρους, νά σχηματίσουν βουλγαρικά σώματα μέ τήν συμμετοχή καί γηγενῶν βουλγαριζόντων καί νά προβοῦν σέ μιά προπαγάνδα ἐκβουλγαρισμοῦ τῶν ὁμιλούντων τό σλαβοφανές γλωσσικό ἰδίωμα, μέ ἀπώτερο σκοπό τήν προσάρτηση τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας στήν Βουλγαρία. Τό γλωσσικό ὅμως αὐτό ἰδίωμα παρέμεινε ἀναλλοίωτο. Κατά τήν διάρκεια τῆς κομμουνιστικῆς ἀνταρσίας, τόν κατʹ ἐφημισμό ἀποκαλούμενο “ἐμφύλιο”, οἱ κομμουνιστές, ἐξόπλισαν στρατιωτικά τμήματα σλαβόφωνων βουλγαριζόντων καί τά ἔνταξαν στόν “Δημοκρατικό Στρατό”. Ὅλοι αὐτοί μετά τήν ἧττα τῆς κομουνιστικῆς ἀνταρσίας διέφυγαν στήν τότε Γιουγκοσλαβία καί ἐγκαταστάθηκαν στήν περιοχή τῶν Σκοπίων.

Στήν Σερβική ἐπαρχία Βαρδάσκα (τήν ὀνομαζόμενη σήμερα πΓΔΜ) τά πράγματα, ὡς πρός τήν γλῶσσα τῶν κατοίκων της, ἐξελίχθηκαν διαφορετικά ἀπό ὅ,τι θά περίμενε κανεῖς. Καί αὐτό γιά δύο λόγους. Πρῶτον, γιατί κατά τήν διάρκεια τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα οἱ Βούλγαροι κατόρθωσαν μέ τήν προπαγάνδα τους, τήν ἵδρυση βουλγαρικῶν σχολείων ἀλλά καί διά τῆς βίας νά ἀλλοιώσουν τό φρόνημα πρός τόν βουλγαρισμό ὅλων σχεδόν τῶν κατοίκων πού χρησιμοποιοῦσαν τό ἑλληνικό σλαβοφανές γλωσσικό ἰδίωμα, ἐνῶ ἀπέτυχαν παταγωδῶς στόν προσηλυτισμό τῶν ἑλληνόφωνων καί βλαχόφωνων κατοίκων, καί δεύτερον, γιατί καί κατά τόν Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο καί κατά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οἱ Βούλγαροι ἦσαν σύμμαχοι τῶν Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοι γιά νά τούς ἀνταμείψουν τούς παραχώρησαν τήν σερβική ἐπαρχία Βαρδάσκα τήν ὁποία καί ἐνσωμάτωσαν στό κράτος τους. 

Στίς δύο αὐτές περιόδους ἐκβουλγάρισαν πλήρως τούς σλαβόφωνους κατοίκους καί μέ τήν ὑποχρεωτική ἐκπαίδευση σέ βουλγαρικά σχολεῖα ἀλλοίωσαν καί τήν γλῶσσα, ἡ ὁποία βαθμιαίως μεταμορφώθηκε σέ βουλγαρική. Οἱ Σέρβοι δέν κατόρθωσαν νά ἀναστρέψουν τό ἀνωτέρω γεγονός γιατί ἀφʹ ἑνός μέν οἱ σχέσεις τῶν βουλγαριζόντων ποτέ δέν ἦταν ἀγαστές μέ τούς Σέρβους, ἀφʹ ἑτέρου μπορεῖ καί νά μήν ἐπεδίωξαν τήν ὑποχρεωτική χρήση τῆς σερβικῆς γλώσσας στούς βουλγαρίζοντες ὄπως καί στούς ἑλληνόφωνους καί βλαχόφωνους τῆς περιοχῆς. Ἁπλῶς ἡ σερβική γλῶσσα ἦταν ἡ ἐπίσημη γλῶσσα τοῦ κράτους.

Τό 1944 οἱ Γερμανοί ἀπεχώρησαν ἀπό τήν Σερβία καί ἡ χώρα ἀπέκτησε κομμουνιστική κυβέρνηση ὑπό τήν ἡγεσία τοῦ Κροάτη Γιόσιπ Μπρόζ Τίτο, στρατάρχη καί ἀρχηγοῦ τῆς κομμουνιστικῆς ἀντίστασης κατά τῶν Γερμανῶν. Ὁ Τίτο κατήργησε τό σερβικό βασίλειο τῆς Σερβίας, Κροατίας καί Σλοβενίας καί τό 1945 δημιούργησε τήν Ὁμόσπονδο Λαϊκή Δημοκρατία τῆς Γιουγκοσλαβίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖτο ἀπό τίς Ὁμόσπονδες Δημοκρατίες τῆς Βοσνίας-Ἐρζεγοβίνης, τῆς Κροατίας, τῆς Μακεδονίας, τοῦ Μαυροβουνίου, τῆς Σλοβενίας καί τῆς Σερβίας. Ὡς Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας ὀνόμασε τήν περιοχή τῆς ἐπαρχίας Βαρδάσκα τοῦ πρώην Σερβικοῦ κράτους. Ἀπώτερος σκοπός του, τῆς δημιουργίας τῆς Δημοκρατίας τῆς Μακεδονίας ἦταν ἡ μελλοντική προσάρτιση καί τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας σέ αὐτήν καί τήν δημιουργία μιᾶς μεγάλης Ὁμόσπονδης Σοσιαλιστικῆς Δημοκρατίας τῶν Βαλκανίων. 

Ἡ ἰδέα τῆς ὕπαρξης χωριστοῦ σλαβομακεδονικοῦ ἔθνους γεννήθηκε ἀρχικά σέ ἕναν μικρό κύκλο διανοουμένων Σλάβων τῆς Μακεδονίας στο μεταίχμιο 19ου καί 20ου αἰῶνα. Τό ἰδεολόγημα αὐτό ἐκμεταλλεύτηκε ὁ Τίτο γιά τήν δημιουργία τῆς ἐν λόγω Δημοκρατίας, ἀλλά ἐπειδή ὁ πληθυσμός τῆς περιοχῆς εἶχε ἤδη ἐκβουλγαριστεῖ, ὅπως ἀναφέρω πάρα πάνω, φοβήθηκε τίς διεκδικήσεις τῆς περιοχῆς ἀπό τούς Βουλγάρους, γι’ αὐτό δημιούργησε τό ἰδεολόγημα περί δῆθεν ὑπάρξεως “ἀμιγοῦς Μακεδονικοῦ ἔθνους”, τό ὁποῖο “κατέχει τήν περιοχή ἀπό τῆς ἀρχαιότητος” μέχρι σήμερα. 

Γιά νά ἐνισχύσει τό ἰδεολόγημα αὐτό, ἐπεμπόλησε κάθε τί τό βουλγαρικό, ὀνόμασε τούς κατοίκους Μακεδόνες καί οὐχί Σλαβομακεδόνες, δημιούργησε Μακεδονική Ἐκκλησία ἀνεξάρτητη τοὺ Σερβικοῦ Πατριαρχείου, Ἀκαδημία Ἐπιστημῶν στήν ὁποία ἀνέθεσε καί τήν δημιουργία γλώσσας τήν ὁποια ὀνόμασε Μακεδονική, καί μέ συνεχῆ πλύση ἐγκεφάλου τοῦ πληθυσμοῦ μέ τά σχολικά βιβλία, τήν διαστρέβλωση τῆς Ἱστορίας, καί τήν δῆθεν καταγωγή τους ἀπό ἕνα ἱστορικό ἔθνος μέ πλούσια ἱστορία καί ἀξιόλογα ἐπιεύγματα κατόρθωσαν οἱ ἐπίγονοι τοῦ Τίτο νά γαλουχήσουν μέ τὀ ἰδεολόγημα τοῦ Μακεδονισμοῦ δύο καί πλέον γενεές οἱ ὁποῖες θεωροῦν τούς ἐαυτούς τους ὡς πραγματικούς Μακεδόνες ἀπογόνους τῶν ἀρχαίων τοιούτων. 

Ἡ γλῶσσα, ἡ ὁποία κακῶς ὀνομάζεται “Μακεδονική”, καί γιά τήν ὁποίαν γράφονται ὅλα τά ἀνωτέρω, εἷναι ἕνα φτιαχτό κατασκεύασμα τῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν τῶν Σκοπίων, κατόπιν κυβερνητικῆς ἐντολῆς, στά πλαίσια τοῦ ἰδεολογήματος τοῦ Μακεδονισμοῦ. Δέν ἔχει καμμίαν σχέση μέ τήν ἄγραφη γλῶσσα τήν ὁποίαν ὁμιλοῦσαν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τά χρόνια τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, τήν γλῶσσα πού περιγράφει ὁ Τσιούλκας, οὔτε μέ τήν γλῶσσα πού ὁμιλούσαν μετά τούς Βαλκανικούς πολέμους, ἡ ὁποία, ὄπως γράφω πάρα πάνω, εἷχε καταστεῖ βουλγαρική. Εἶναι μία ἀμιγῶς σλαβωνική γλῶσσα, ὄπως παραδέχθηκε ἐσχάτως καί ὁ νῦν ὑπουργός τῆς πΓΔΜ, εἶναι γραπτή, στό Κυριλλικό ἀλφάβητο, καί ἀνήκει στήν ὁμάδα τῶν σλαβικῶν γλωσσῶν τῆς Βαλκανικῆς μαζί μέ τήν Βουλγαρική, τήν Σερβική, τήν Κροατική, τήν Βοσνιακή, τοῦ Μαυροβουνίου καί τήν Σλοβενική. Πιό στενή σχέση καί συγγένεια ἔχει μέ τήν Βουλγαρική μέ τήν ὁποία εἷναι ἀμοιβαία κατανοητή.

Ἡ Βουλγαρική Ἀκαδημία Ἐπιστημῶν θεωρεῖ ὅτι ἡ γλῶσσα αὐτή ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιά γραπτή κανονικοποίηση μιᾶς τοπικῆς βουλγαρικῆς διαλέκτου καί πολλοί διακεκριμένοι γλωσσολόγοι πιστεύουν ὅτι πράγματι ἡ γλῶσσα αὐτή ἀποτελεῖ διάλεκτο τῆς Βουλγαρικῆς τήν ὁποία ἀνέδειξαν ὡς ἰδιαιτέρα γλῶσσα οἱ κυβερνῆτες τῆς πΓΔΜ γιά νά ἐξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες, μέ τήν εἰσαγωγή σ’ αὐτήν σερβικῶν καί κροατικῶν στοιχείων καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά ἐνισχύσουν τό ἰδεολόγημά τους τοῦ Μακεδονισμοῦ.

Κατόπιν ὅλων τῶν ἀνωτέρω ἀναφερομένων, φρονῶ, ὅτι οἱ Ἕλληνες διαπραγματευτές, στίς διαπραγματεύσεις οἱ ὁποῖες διεξάγονται μεταξύ τῆς πΓΔΜ καί Ἑλλάδος, δέν πρέπει ἐπʹ οὐδενί νά δεχθοῦν νά ὀνομάζεται ἡ γλῶσσα αὐτή ”Μακεδονική”, ἡ ὁποία εἶναι μιᾶ ἀμιγῶς σλαβική γλῶσσα γιατί, ἐάν ὅ μή γένοιτο, συμβεῖ κάτι τέτοιο εἶναι σάν νά παραδεχόμεθα ὅτι ὑπάρχει καί “Μακεδονικό ἔθνος” καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐξυπηρετοῦμε τούς σκοπούς τῶν Σλάβων γενικά, οἱ ὁποῖοι διαχρονικά ἀποβλέπουν στήν προσάρτηση τῆς Μακεδονίας παλαιότερα στήν Βουλγαρία, τώρα δέ στήν πΓΔΜ τήν ὁποία καί ὀνόμασαν, γιά τόν σκοπό αὐτό “Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας”.

Εὔχομαι καί ἐλπίζω νά μή συμβεῖ κάτι τέτοιο γιατί θά ἀποτελέσει ἐσχάτη προδοσία πρός τό Ἔθνος.


Υ.Γ. Σέ μιά σνέντευξή του ὁ μακ. Φαίδων Μαλιγκούδης ὁμότιμος καθηγητής τοῦ Αριστοτελείου Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης, θεμελιωτής τῶν σλαβικῶν σπουδῶν στήν Ἑλλάδα στήν ἕδρα τῆς “Ἱστορίας καί Πολιτισμοῦ τῶν Σλαβικῶν Λαῶν”, εἷπε ὅτι σέ ἕνα συνέδριο τῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν τῶν Σκοπίων, στό ὁποῖο ἔλαβε μέρος, μετά τό πέρας μιᾶς συνεδρίας, ὁ πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας καί ἐπικεφαλῆς τῆς ὁμάδος, ἡ ὁποία δημιούργησε τήν γλῶσσα τῆς πΓΔΜ, τόν κάλεσε νά συμφάγουν. Βγαίνοντας μαζι ἀπό τήν αἴθουσα τοῦ συνεδρίου συνάντησαν τήν σύζυγο καί κόρη τοῦ προέδρου καί ἐνώ μέχρι τότε ὁ πρόεδρος ὁμιλοῦσε τήν γλῶσσα πού δημιούργησε, ἀμέσως ἄρχισε νά συνομιλεῖ μέ τήν σύζυγό καί τήν κόρη τους σέ ἄπταιστα βουλγαρικά. Ὁ νοῶν νοείτω.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Απριλίου 2018, αρ. φύλλου 932

Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.