8/9/18

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Αφιέρωμα στον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο [Ι]


ΟΔΟΣ 26.4.2018 | 933

καθώς το 2018 συμπληρώνονται ακριβώς 1.000 χρόνια

από τότε που απελευθέρωσε την Καστοριά από τους Βουλγάρους



Το κείμενο που ακολουθεί είναι το α’ μέρος της ομιλίας της κ. Σ. Ευθυμιάδου-Παπασταύρου με θέμα "Καστοριά, 1.000 χρόνια μετά την απελευθέρωση από τους Βουλγάρους"  που πραγματοποιήθηκε την  Κυριακή 22 Απριλίου 2018 στο αρχοντικό Πηχεών στο Ντολτσό.


* * *
«Κοντός και στιβαρός, λιγόλογος και τραχύς στην έκφρασή του, αυταρχικός, επίμονος, σταθερός και μεθοδικός στην επιδίωξη των σκοπών του, ζούσε ο ίδιος πολύ απλά και επέβαλλε στην αυτοκρατορία του σιδερένια πειθαρχία. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς οργανωτές που γνώρισε το Βυζάντιο». 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Ο Βασίλειος ο Β’, γιος του Ρωμανού Β’ από τη δυναστεία των Μακεδόνων και της Θεοφανούς, ο επονομασθείς Βουλγαροκτόνος μαζί με τον αδερφό του Κων/νο διαδέχθηκαν τον Ιωάννη Τσιμισκή, άτεκνο αυτοκράτορα που πέθανε αιφνιδίως, ενώ ήταν ακόμα έφηβοι, 18 χρονών ο Βασίλειος και 16 ο Κων/νος και τελείως απροετοίμαστοι για την άσκηση της εξουσίας. Έτσι κυβέρνησε την αυτοκρατορία ο παρακοιμώμενος Βασίλειος, Πρόεδρος της Συγκλήτου και θείος των δύο αυτοκρατόρων, που μοιραία κυβέρνησε την αυτοκρατορία μετά τον Τσιμισκή για 9 χρόνια. Το 985, όμως, ο Βασίλειος ο Β’ πήρε την εξουσία στα χέρια του κι αποδείχθηκε άνθρωπος με σιδερένια θέληση, σπάνια συναίσθηση του καθήκοντος και ασύγκριτο δυναμισμό. Ο Βασίλειος ο Β’ διέθετε επίσης εξαιρετικές ικανότητες στρατιωτικές, πολιτικές και διοικητικές, ενώ μετά την άνοδό του στον θρόνο υπήρξε εγκρατής, σοβαρός, ενεργητικός, καρτερικός, αποφασιστικός, αυστηρός, λιτός και απέριττος. Εκτός από τη λιτότητά του, που έμεινε ξακουστή, εκτός από το τεράστιας σημασίας γεγονός του εκχριστιανισμού των Ρώσων που ο ίδιος πέτυχε(989), ο Βασίλειος έμεινε στην Ιστορία για τους πολέμους του κατά του Σαμουήλ και των Βουλγάρων, οι οποίοι πολύ ταλαιπώρησαν την αυτοκρατορία.

Οι πόλεμοι του Βασιλείου κατά των Βουλγάρων διήρκεσαν 30 περίπου χρόνια(986-1018) και κατέληξαν σε θρίαμβο του Βασιλείου, ο οποίος, ακριβώς εξαιτίας αυτού του θριάμβου, ονομάστηκε Βουλγαροκτόνος. Φοβερός αρχηγός των Βουλγάρων ο Σαμουήλ, γιος του κόμητος Νικολάου, ο οποίος ήταν Βυζαντινός διοικητής της Μακεδονίας πριν γίνει αντάρτης («Το βέβαιο είναι ότι οι τέσσερις γιοι του Νικολάου, οι “κομητόπουλοι”, έδρασαν ως Βούλγαροι και ότι οι σύγχρονοί τους Βυζαντινοί τους θεωρούν ομόφωνα ως Βουλγάρους» διευκρινίζει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους).  Η ανταρσία ξεκίνησε από την περιοχή της Πρέσπας και αργότερα το κέντρο της μεταφέρθηκε στην Αχρίδα. Τον αποστάτη Νικόλαο διαδέχθηκε στον θρόνο ο νεότερος από τους τέσσερις γιους του, ο Σαμουήλ, που διέθετε εξαιρετικές στρατηγικές ικανότητες, ακόρεστη φιλοδοξία, ήταν ικανότατος και δραστηριότατος. Ο Σαμουήλ λοιπόν βρήκε την ευκαιρία, όταν οι Βυζαντινοί ήταν απασχολημένοι με την κατάπνιξη της ανταρσίας του Βάρδα Σκληρού, και έκανε επιδρομές (977-986) κατά τις οποίες κατέλαβε περιοχές της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας και πλησίασε στην Πελοπόννησο. Από τις πρώτες ελληνικές πόλεις που έπαθαν μεγάλες καταστροφές ήταν η Λάρισα, την οποία κατέλαβε ο Σαμουήλ μετά από μακρόχρονη πολιορκία (986). Ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης μαζί με το λείψανο του πολιούχου της Αγίου Αχιλλείου μεταφέρθηκε στην Πρέσπα, που ήταν η αρχική πρωτεύουσα του κράτους του Σαμουήλ. (Αργότερα μετέφερε την έδρα του βορειότερα στην Αχρίδα, την αρχαία Λυχνιδό, κοντά στη Λυχνίτιδα λίμνη).

Από εκείνη την εποχή η Μακεδονία αποτελούσε πόλο έλξης για τους Βουλγάρους και τους Σλάβους. Μέχρι το 986 ο Βασίλειος Β’ ήταν απασχολημένος με εσωτερικά ζητήματα και είχε ουσιαστικά εγκαταλείψει τις βαλκανικές επαρχίες του κράτους στο έλεος του Σαμουήλ. Όμως το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου ο Βασίλειος αποφάσισε ν’ αντιμετωπίσει ο ίδιος την κρίσιμη κατάσταση στη Χερσόνησο του Αίμου. Μετά από μια μεγάλη ήττα των Βυζαντινών, πέφτει η Βέροια.  Στη συνέχεια, ο Βασίλειος καταπιάνεται με επιτυχία με τις επαναστάσεις στην Ανατολή, διευθετεί τη ρωσική απειλή και το 991 επανέρχεται πάλι στο μέτωπο της Βαλκανικής. Δια μέσου των θεμάτων Θράκης και Μακεδονίας φτάνει στη Θεσ/νίκη για να αποδώσει ευχαριστήρια στον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. Η εκστρατεία αυτή (β’-991) διήρκεσε 4 χρόνια. Η υπεροχή του βυζαντινού στρατού στις πεδινές περιοχές ανάγκασε τον βουλγαρικό στρατό να αποσυρθεί νικημένος. Συλλαμβάνεται αιχμάλωτος ο βασιλιάς των Βουλγάρων Ρωμανός, ενώ ο Σαμουήλ διαφεύγει. Έτσι ο Βασίλειος αποκαθιστά τη βυζαντινή εξουσία στη Μακεδονία και καταλαμβάνει πολλά φρούρια. Ένα από αυτά και η Βέροια. Όμως, αναγκάζεται να διακόψει τις νικηφόρες επιχειρήσεις του στη Βαλκανική και να στραφεί στο ανατολικό μέτωπο. Για τον Σαμουήλ αυτή ήταν η ευκαιρία να επιχειρήσει νέες επιδρομές. Βαδίζει κατά της Θεσ/νίκης, δεν καταφέρνει να την κυριεύσει, αλλά σκοτώνει τον Βυζαντινό διοικητή της (995) και ανακαταλαμβάνει τη Βέροια.

Το 997 ο Σαμουήλ, αφού συνειδητοποίησε πια πως δεν ήταν δυνατόν να καταλάβει τη Θεσ/νίκη, στρέφεται προς τα ΝΔ και, αφού πέρασε τα Τέμπη, τη Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Βοιωτία και Αττική, εισέβαλε στην Πελοπόννησο, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα. Εναντίον του Σαμουήλ βάδισε τότε ο γενναίος στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός , που από τη Θεσ/νίκη φτάνει στη Λάρισα και στη συνέχεια αιφνιδιάζει τους στρατοπεδευμένους στην όχθη του Σπερχειού Βουλγάρους. Ακολουθεί φοβερή σφαγή των Βουλγάρων από την οποία σώθηκε ο Σαμουήλ, που προσποιήθηκε τον νεκρό μέσα στη σκηνή του και την επόμενη νύχτα διέφυγε περνώντας από τα βουνά της Αιτωλίας και της Πίνδου κι έφυγε στη Βουλγαρία. Όλοι οι Βυζαντινοί αιχμάλωτοι απελευθερώθηκαν και οι αμύθητοι θησαυροί που είχαν αρπάξει οι Βούλγαροι από τις διάφορες ελληνικές πόλεις επανήλθαν στους Βυζαντινούς. Η νίκη αυτή των Βυζαντινών (997)έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού για πρώτη φορά ο Βυζαντινός στρατός κατόρθωσε να συντρίψει τους αντιπάλους του, οι οποίοι ως τότε απέφευγαν κάθε ανοιχτή μάχη. Επιπλέον απάλλαξε οριστικά τις νότιες επαρχίες της αυτοκρατορίας από τη βουλγαρική απειλή.

Όμως ο Σαμουήλ, παρά την ήττα του στον Σπερχειό, συνέχισε τις κατακτητικές του δραστηριότητες. Καταλαμβάνει (998) το Δυρράχιο, ενώ ο Βασίλειος ανακαταλαμβάνει τη Βέροια και τα Σέρβια (1001). Ακολούθως προχωρά μέχρι τη Θεσσαλία, όπου αποκαθιστά τη βυζαντινή κυριαρχία , ξαναχτίζοντας φρούρια που είχε καταστρέψει ο Σαμουήλ και κυριεύοντας άλλα τα οποία κατείχαν οι Βούλγαροι. Έπειτα επιστρέφει στη Μακεδονία και, μετά από πεισματώδη πολιορκία, καταλαμβάνει τα Βοδενά (Έδεσσα). Ακολουθούν και άλλες επιτυχίες, που κάνουν φανερό πως η οικονομική, οργανωτική και τεχνική υπεροχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας θα κυριαρχούσε. Η σπουδαιότερη από τις πολλές αναμετρήσεις που ακολούθησαν ήταν η περίφημη μάχη στο Κλειδί(1014), το στενότερο σημείο της κοιλάδας του ποταμού Στρώμνιτσα (διαρρέει την πόλη της Στρούμιτσα και εκβάλλει στον ποταμό Στρυμόνα, του οποίου είναι ο μεγαλύτερος παραπόταμος),όπου τα βουλγαρικά στρατεύματα έπαθαν φοβερή πανωλεθρία. Πολλοί Βούλγαροι σκοτώθηκαν, ενώ πιάστηκαν αιχμάλωτοι 14-15 χιλιάδες.

Η νίκη στο Κλειδί έκρινε την τύχη του πολέμου, που συνεχίστηκε ως το 1019, είναι δε γνωστή για την τιμωρία που επέβαλε ο Βασίλειος Β’ στους εχθρούς του Βυζαντίου: χώρισε τους αιχμαλώτους σε ομάδες των 100 ατόμων, τύφλωσε τους 99, αφήνοντας τον 100ό μονόφθαλμο, για να οδηγήσει τους υπόλοιπους πίσω στη Βουλγαρία. Ο Σαμουήλ, βλέποντας τους στρατιώτες του σ’ αυτή την κατάσταση, έπαθε αποπληξία και σε δύο μέρες πέθανε (1014).  Για την πραγματικά σκληρότατη αυτή τιμωρία έχουν γραφτεί πολλά κι ο Βασίλειος έχει πολύ κατηγορηθεί. Όμως, ο συγγραφέας Ηλίας Λάσκαρης, στο δίτομο βιβλίο του “Βυζαντινοί Αυτοκράτορες” γράφει: «Κατά την ταπεινήν μου γνώμη η πλέον επιτυχής ερμηνεία της ενέργειας του Βασιλείου Β’ υπήρξε η “νομική” ερμηνεία του καθηγητή και ακαδημαϊκού Διονυσίου Ζακυνθηνού (σημ: Τη συγκεκριμένη άποψη συναντήσαμε και μέσα στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους): “Αλλά την πήρωσιν των Βουλγάρων του Κλειδίου θα ηδυνάμεθα να ερμηνεύσομεν από της επόψεως του εσωτερικού και του διεθνούς Δικαίου. Κατά την ημετέραν γνώμην, ο αυτοκράτωρ, λαμβάνων τα αποδιδόμενα εις αυτόν σκληρά μέτρα, δεν ενήργησε ως αντίπαλος εκπροσώπου εμπολέμου κράτους και δεν ετιμώρησε πολίτας εμπολέμου επικρατείας, αλλ’ ως κυρίαρχος καταπνίγων εσωτερικήν επανάστασιν και κολάζων τους ιδίους υπηκόους, οίτινες ήγειραν τα όπλα εναντίον της ανωτάτης αυτών αρχής. Ο Σαμουήλ δεν ήτο Βούλγαρος, αλλ’ υιός Βυζαντινού διοικητού, τούτο δε παρείχεν εις τον αυτοκράτορα το δικαίωμα να θεωρήσει τον πόλεμον ως στάσιν και ανταρσίαν και εσχάτην προδοσίαν και να μεταχειριστεί τους αιχμαλώτους ουχί ως εμπολέμους αλλ’ ως στασιαστάς. Επομένως να μη συμμορφωθεί προς το Διεθνές Δίκαιον και την διεθνή πρακτικήν, αλλά να κινήσει το εσωτερικόν Δίκαιον. Κατά τούτο οι ένοχοι στάσεως ετιμωρούντο δια τυφλώσεως. Αι πηγαί θεωρούν την πήρωσιν, επιβαλλομένην αντί της εσχάτης των ποινών επί στασιαζόντων, ως πράξιν φιλανθρωπίας».(*)

Ο θάνατος του Σαμουήλ υπήρξε γεγονός αποφασιστικής σημασίας για τη βουλγαρική αντίσταση. Ο πόλεμος όμως συνεχίστηκε μέχρι το 1019. Έτσι, το 1014 καταλαμβάνονται το Μελένικο και τα Βιτώλια, το 1015 τα Βοδενά (Έδεσσα)και η Αχρίδα, όπου ο Σαμουήλ είχε χτίσει τα ανάκτορά του, ενώ το 1017 δεν κατόρθωσε να καταλάβει την Καστοριά. «Η τελευταία σελίς του δράματος», γράφει ο Δ. Ζακυνθηνός, «εγράφη υπό τα τείχη του Δυρραχίου τω 1018». Ο Βούλγαρος ηγεμόνας Ιωάννης Βλαδισλάβος, πολιορκώντας την πόλη, έπεσε πολεμώντας κατά των Βυζαντινών. Τα βουλγαρικά φρούρια παραδόθηκαν το ένα μετά το άλλο, ενώ στη Στρούμιτζα φτάνει ο αρχιεπίσκοπος της Βουλγαρίας, κομίζοντας γράμματα της χήρας του Βλαδισλάβου Μαρίας. Από τη Στρούμιτζα ο Βασίλειος προχωρά πιο βόρεια ως τα Σκόπια και στη συνέχεια επιστρέφει στην Αχρίδα (**), ενώ ο λαός όλος τον προϋπαντεί με επευφημίες και πανηγυρισμούς. Εκεί πηγαίνουν και παραδίδονται στον θριαμβευτή αυτοκράτορα η χήρα του Ιωάννη Βλαδισλάβου Μαρία, τα άλλα μέλη της βουλγαρικής βασιλικής οικογένειας και διάφοροι μεγιστάνες των Βουλγάρων. Έπειτα, ο Βασίλειος Β’, αφού συνέτριψε διάφορες μεμονωμένες προσπάθειες αντιστάσεως, ήρθε στην Καστοριά.  Από εκεί, δια μέσου των Σερβίων, των Σταγών Θεσσαλίας και των Θερμοπυλών, έρχεται στην Αθήνα, για δύο λόγους: για να ευχαριστήσει την Παναγία στον Ναό της Παναγίας του Παρθενώνος και για να δει από κοντά την κατάσταση της χώρας.

(*) «Το ζήτημα είναι με ποιον τρόπο αποτιμάς την Ιστορία και ποιο είναι το ισοζύγιο. Λαμβάνοντας πάντα υπ’ όψιν ότι οι αρχές του εικοστού αιώνα, ή ο δέκατος ένατος αιώνας, δεν μπορούν να κριθούν με όρους του εικοστού πρώτου και με τις κοινωνικές απαιτήσεις που σήμερα θεωρούνται δεδομένες […]». Τάκης Θεοδωρόπουλος, συγγραφέας (Σκεφτείτε πόσο μεγάλο λάθος είναι να κρίνουμε γεγονότα του 10ου μ.Χ. αιώνα με όρους του 21ου αιώνα!)
«[…] Φυσικά κι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα από τα μεγάλα αδιέξοδα της εξουσίας. Ο ισχυρός (άτομο, ομάδα ή κράτος)είναι υποχρεωμένος να συμπεριφερθεί σκληρά και ανελέητα. Η ίδια η φύση της εξουσίας τον κάνει σκληρό και αμείλικτο και η ίδια η δύναμή του τον σπρώχνει στο έγκλημα. Η ίδια είναι και μια παγίδα όπου πιάνεται ο ανθρωπισμός του και δοκιμάζεται δεινά ό,τι ανώτερο υπάρχει μέσα του: η αξιοπιστία του, η ευσπλαχνία, ο οίκτος, η μακροθυμία. Και τούτο γιατί είναι υποχρεωμένος ν’ αντιδράσει δυναμικά και βίαια. Αν δεν δείξει τη δύναμή του, τιμωρώντας παραδειγματικά τον στασιαστή ή τον επαναστάτη, παύει αυτόματα να υπολογίζεται, να είναι δυνατός. Και τούτο γιατί όποιος έχει δύναμη και δεν την ασκεί είναι σαν να μην την έχει και μοιραία θα την χάσει. Άλλωστε, είναι υποχρεωμένος να τιμωρήσει ή να εκδικηθεί ο ισχυρός και από ένα άλλο λόγο: για παραδειγματισμό και εκφοβισμό […]»

 “Θουκυδίδης: Ο θεμελιωτής της πολιτικής σκέψης”, Ε. Ρόζος


(**) «Στην Αχρίδα, που εγκαθίσταται, βγαίνει και κάθεται στις επάλξεις των τειχών και δέχεται τη Μαρία, γυναίκα του τσάρου Ιωάννου, πού είχε σκοτωθεί, και μαζί της μεγάλο αριθμό μικρών πριγκίπων, αν και τρεις γιοι της είχαν φύγει στα όρη κι επολεμούσαν ακόμη τους στρατιώτες του αυτοκράτορα. Αυτόν όλο τον κόσμο τον δέχεται “ηπίως και φιλοφρόνως”, καθώς λένε ο Σκυλίτζης και ο Κεδρηνός. Και την Μαρία μάλιστα φαίνεται να την τιμά εντελώς ιδιαίτερα, γιατί στην Καστοριά όταν πήγε, την είχε μέσα στη σκηνή του. Τότε έτυχε να του παραδοθούν και δυο κόρες του Σαμουήλ. Τον αδελφό τους Γαβριήλ - Ρωμανό τον είχε σκοτώσει, για να βασιλεύσει ο Ιωάννης, ο σύζυγος της Μαρίας. Μόλις οι βασιλοπούλες είδαν τη χήρα του δολοφόνου, ορμούν να την κτυπήσουν, αλλ' ο Βασίλειος ο ίδιος μπαίνει στη μέσηκαι τις συγκρατεί». 

Σοφίας Α. Αντωνιάδη «Δοκίμιο για την ηθική 
αποκατάσταση Βασιλείου του Β'»


Στο ίδιο έργο διαβάζουμε και τα εξής ενδιαφέροντα: «[…] Βρήκα όμως σημάδια ευαισθησίας όχι αδιάφορα. Το θέαμα ανθρωπίνων οστών, που δεν έτυχαν χριστιανικού ενταφιασμού, φαίνεται πως ταράζει τη δυνατή κατά τ’ άλλα ψυχή του αυτοκράτορα. Δυο φορές σημειώνεται το γεγονός. Το 998 ο στρατηγός Δαμιανός Δαλασσηνός, δούκας της Αντιόχειας, νικά τους Σαρακηνούς και τους παίρνει την Απάμεια, μα κάποιος Βεδουίνος τρυπάει προδοτικά με τη λόγχη του το στήθος του στρατηγού∙ ο πανικός πού ακολουθεί φέρνει την ήττα και την σφαγή των αυτοκρατορικών. Ό Άραβας ιστορικός Αμπουλφαράτζ απαριθμεί 10.000 χριστιανικά κεφάλια που 'φεραν οι στρατιώτες του Μωάμεθ στον καλίφη του Καΐρου. Τό 999 ο Βασίλειος ο ίδιος εκστρατεύει στη Συρία, για ν' ανυψώσει το γόητρο της Αυτοκρατορίας, πού είχε καταρρακωθεί στη μάχη της Απάμειας. Το πέρασμά του απ' τη θλιβερή πεδιάδα τον ταράζει∙ τα οστά των στρατιωτών του, λέει ο Υαχίας, άσπριζαν μέσα στην άμμο της έρημου. Και ο Βασίλειος στέκεται και κλαίει. Διατάσσει να μαζευτούν όλα τα οστά σε μεγάλο λάκκο, να ψάλουν τρισάγια και να κτιστεί ρημοκκλήσι πάνω στον κοινό τάφο. Χρόνια υστέρα κάτι παρόμοιο μας διηγούνται πάλι, αλλ' αυτή τη φορά οι Βυζαντινοί χρονογράφοι. Καθώς περνούσε απ' το Ζητούνι (Λαμία), για να κατέβει στας Αθήνας το 1019, βρέθηκε στις όχθες του Σπερχειού, εκεί όπου το 995 ο πιστός του στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός είχε πραγματικά εξοντώσει το στρατό του Σαμουήλ. Τα οστά, έπειτα από 20 χρόνια, κειτάμενα στις όχθες, μαρτυρούσαν το μέγεθος της καταστροφής. Φυσικά δεν μπορεί να ‘χε ο Βασίλειος την ίδια συγκίνηση, πού αισθάνθηκε μπρος στα λείψανα των δικών του στρατιωτών. Είναι όμως και το λάθος των ψυχρών Βυζαντινών χρονογράφων να μη μας λένε παρά την ξηρά φράση “τα οστά... θεασάμενος εθαύμασεν”. Αλλά το γεγονός δεν μπόρεσαν να το παραλλάξουν ούτε να το αποσιωπήσουν, ότι στάθηκε ο Βουλγαροκτόνος και συγκεντρώθηκε μπρος στο φρικτό θέαμα. Κάποιες αναμφισβήτητα ζωηρές αντιδράσεις θα παρουσίαζε ο μεγάλος βασιλέας μπρος σε τέτοια θεάματα, για να μην παραλείψουν ν’ αναφέρουν τις δυο σκηνές πού σημείωσα και ένας Βυζαντινός και ένας Σύρος χρονογράφος. Το περίεργο δε είναι ότι το ρήμα “λυπούμαι” το συναντά κανείς πολύ συχνά προκειμένου για τον Βουλγαροκτόνο, ενώ δεν νομίζω τόσο να λέχτηκε για τους προηγουμένους ηγεμόνες της Μακεδονικής δυναστείας:“τη λύπη συγχυσθείς ο βασιλεύς», «ο δε βασιλεύς λυπηθείς ανεχώρησε” κλπ. […]»

[συνεχίζεται]

Απαραίτητη σημείωση: Ο ιστορικός Σκυλίτζης μας πληροφορεί για την κατάληψη της πόλης από τους Βουλγάρους το 990. 

Πηγές:

-«Βυζαντινοί Αυτοκράτορες», Ηλίας Λάσκαρης
-Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών
-Λογοτεχνικά μελετήματα, Ευάγγελος Ρόζος
-Άννα και Θεοφανώ, Κίρα Σίνου, Κέδρος
-«Δοκίμιο για την ηθική αποκατάσταση Βασιλείου του Β'», Σοφία Α. Αντωνιάδη.


Φωτογραφίες:
-Η στέψη του Βασιλείου Β’ ως συν-αυτοκράτορας με τον πατέρα του, Ρωμανό  Β', από τον πατριάρχη Πολύευκτο, στις 22 Απριλίου 960. Από την “Σύνοψις Ἱστοριῶν” του Ιωάννη Σκυλίτζη, Biblioteca Nacional de España, Μαδρίτη Ισπανίας.
-Νόμισμα με τον Βασίλειο Β’ και τον πατριό του, Νικηφόρο Β’ Φωκά, Κωνσταντινούπολη, 964-969 μ.Χ. 

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26 Απριλίου 2018, αρ. φύλλου 933

Σχετικά:

1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος8/9/18

    Για έναν λαό που αποδεδειγμένα ξεχνάει πολύ εύκολα, τα 1.000 χρόνια είναι πάρα πολλά για να θυμηθεί. Εδώ ξεχνάει σε λιγότερο από 100 χρόνια, ξεχνάει το πρόσφατο παρελθόν, ποιος να νοιαστεί για τα 1.000 χρόνια;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.