31/7/19

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Όταν ο φαύλος κύκλος της βίας φτάνει ως το σπίτι μας...



φαύλος,-η,-ο (επίθ.): αυτός που δεν έχει ήθος, δεν πιστεύει σε αξίες και χρησιμοποιεί ανεπίτρεπτα μέσα, ανήθικος. Η βία στρέφεται άλλοτε κατά ζώντων, άλλοτε κατά κτιρίων, μνημείων, όλων αυτών που την Πατρίδα αποτελούν.
φαύλος κύκλος: κατάσταση στην οποία η επίλυση ενός προβλήματος οδηγεί σε άλλο, το οποίο οδηγεί πάλι στο αρχικό, προκαλώντας αδιέξοδο.

Mόλις στο προπροηγούμενο άρθρο μου αναφερόμουν στις συμμορίες ανηλίκων και στα εκδιδόμενα κορίτσια-θέμα που πολύ με αναστάτωσε. Μόλις προχτές, στον απόηχο και στις συνεχιζόμενες αναλύσεις της δεύτερης είδησης, άκουσα πως ο βασικός κατηγορούμενος στην δεύτερη περίπτωση δεν κατηγορείται ούτε για εκβίαση ούτε για απειλή, αλλά για «παράσυρση» -η λέξη χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και από νομικούς κι ας μην υπάρχει στο λεξικό μου· μήπως επειδή η τόση παράσυρση μας προέκυψε τελευταία;

Εδώ, πιστεύω πως είναι το κλειδί της όλης υπόθεσης, στο ότι τα παιδιά μας παρασύρονται πια πολύ εύκολα. Αυτό είναι το θέμα: γιατί κάποια παιδιά παρασύρονται τόσο εύκολα, ενώ άλλα έχουν τη δύναμη να αντισταθούν και να πουν το σωτήριο ΟΧΙ;

Δυστυχώς ο φαύλος κύκλος των βανδαλισμών σε δημόσιους, αλλά και ιδιωτικούς χώρους επόμενο ήταν να εξαπλωθεί και να φτάσει ως και τη δική μας γωνιά· επόμενο ήταν και πράγμα πολύ εύκολο. Τα παιδιά βλέπουν στις ειδήσεις τα τελευταία χρόνια σχεδόν καθημερινά –έχουν καθιερωθεί και κάποιες μέρες, όπου θαρρείς πως η βία δε γιορτάζει, αλλά πανηγυρίζει, οπότε οι επιθέσεις κι οι καταστροφές πολλαπλασιάζονται και κορυφώνονται- κι ακούνε όλα αυτά τα χρόνια για γνωστούς άγνωστους δράστες, ακούν ελάχιστα για συλλήψεις και τίποτε απολύτως για τιμωρία.

Είναι φυσικό, λοιπόν, να καταλήγουν στο συμπέρασμα πως, αφού δεν τιμωρούνται οι βανδαλισμοί κι οι καταστροφές, όλα αυτά επιτρέπονται, ίσως και να επιβάλλονται κιόλας· σίγουρα επιβάλλονται από τα αρχηγικά μέλη της παραβατικής παρέας, που εκβιάζουν τους λιγότερο «επαναστάτες» πως, αν δε συμμετάσχουν στις καταστροφές ή αν μιλήσουν, θα αποκλειστούν από την παρέα.

Προέκταση της βλαβερής τάσης των Ελλήνων να αποκαλούν «καρφί» όποιον μιλάει για κάτι στραβό. Κι ας έφτασαν αλλού να βασίζονται τα σχολεία -το είχα ακούσει παλιότερα σε σεμινάριο αντιμετώπισης της σχολικής βίας- σε κυανόκρανους μαθητές που παίζουν καταλυτικό ρόλο στο να προφταίνονται παραβατικές πράξεις και, συνεπώς, στην ομαλή λειτουργία των σχολείων.

(Μου μίλησε σήμερα μαθήτριά μου για κάποιο τέτοιο θέμα και την παρακίνησα πάνω από δύο φορές να φορέσει το μπουφάν της, ξέρετε γιατί; Χτυπούσαν τα δόντια της και έτρεμε ολόκληρη, από το κρύο νόμισα. Μα δεν άργησα να καταλάβω πως ήταν από τη δυσκολία της να μου πει για κάποιο κακό που έκανε συμμαθητής της και τρόμαξα διαπιστώνοντας τη μεγάλη ψυχολογική πίεση του κοριτσιού που διαφωνούσε και ήθελε να το μάθω).

Πολύ εύκολα, λοιπόν, παρασύρονται τα παιδιά μας σήμερα από το λάθος· από το λάθος που κάνει κάποιος διπλανός τους, από τον διπλανό τους που κάνει λάθος. Συχνότατα μου θυμίζουν τα υγρά που παίρνουν το σχήμα του δοχείου μέσα στο οποίο βρίσκονται - πώς να ‘ναι αλλιώς όταν ζουν μες σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο; Πολύ εύκολα, επίσης, μετατρέπονται τα παιδιά μας σε όχλο που καταστρέφει. Και δεν παρασύρονται μόνο από αυτά.

Παρασύρονται κι από τη γενική εικόνα του περιβάλλοντός τους· βλέποντας, π.χ., έναν χώρο με πολλά ή και λιγότερα σκουπίδια, πολύ πιο εύκολα κι αβασάνιστα θα πετάξουν και τα δικά τους σκουπίδια· έναν χώρο καθαρό δυσκολότερα θα τον λέρωναν, θα το σκέφτονταν περισσότερο πριν το κάνουν. Πιο εύκολα παρεμβαίνουν καταστρέφοντας έναν χώρο όπου προηγήθηκαν καταστροφείς και τον παραμόρφωσαν, πιο δύσκολα θα ξεκινούσαν να διαλύουν και να ρυπαίνουν έναν δημόσιο χώρο ανέγγιχτο από βανδάλους. Μα στη χώρα μας μισούμε τον δημόσιο χώρο, που μας αρέσει παραμορφωμένος και ρημαγμένος, αυτό αποδεικνύεται καθημερινά. Και σ’ αυτό φταίμε όλοι.

Φταίει που συνηθίσαμε το αφύσικο τόσο που να το θεωρούμε φυσικό, φταίει η ατιμωρησία που έγινε πια καθεστώς και νόμιμη, φταίει το κακό παράδειγμα που απλώνεται παντού γύρω μας και τα παιδιά δυσκολεύονται πια να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό, φταίει η έλλειψη της κριτικής εκείνης σκέψης που μπορεί να ξεχωρίσει τις λεπτές αποχρώσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό, φταίει η γενική έλλειψη κριτικής σκέψης, φταίει το ότι δεν είναι πολλοί όσοι νοιάζονται να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό, φταίει που πιστεύουμε ακόμη σε μύθους σαν αυτόν της υπέροχης ελληνικής οικογένειας, που ζητούμενο πια έχει καταντήσει, μα αργούμε να το πάρουμε χαμπάρι, φταίει η ρηχότητα που κυριαρχεί παντού κι έχει διαποτίσει τα πάντα, φταίει το κεφάλι απ’ όπου βρομάει το ψάρι, φταίει που παριστάνουμε πως πάμε για τα πολλά, αλλά στο μεταξύ χάνουμε και τα λίγα και βασικά, φταίει και τι δεν φταίει...

Προσωπικά βαδίζω προς το τέλος της σταδιοδρομίας μου, έχοντας συμπληρώσει 35 χρόνια ως μάχιμη δασκάλα τάξης. Η απογοήτευσή μου τα τελευταία χρόνια είναι αμέτρητη. Κοιτάζω γύρω μου, βλέπω πράγματα που συμβαίνουν στον εργασιακό μου χώρο, πικραίνομαι για ό,τι στραβά πηγαίνει κι αναρωτιέμαι· μένω μ’ ένα παράπονο βαθύτατο, μεγάλο γι’ αυτό το «Λίγο ακόμα» που από μικρή με πίστη τραγουδούσα, μ’ αντί να έρθει προς τα εδώ, όλο και ξεμακραίνει...

Και μες στο παράπονό μου το βαθύ τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, τον αγαπημένο μαθητή του Ιησού, θυμάμαι κι εκείνο το γεμάτο αγάπη περιστατικό που ο άγιος Κλήμης Αλεξανδρείας διηγείται γι’ αυτόν:

«Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγ¬γελιστής είχε βαπτίσει κάπου στη Μικρά Ασία έναν νεαρό, πρώην ειδωλολάτρη, στον οποίον εμπιστεύτηκε τη φροντίδα της τοπικής επισκοπής, ενώ εκείνος έφυγε για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Όμως, κατά την απουσία του Ιωάννη, ο νέος αυτός διεφθάρη και άρχισε να πίνει και να κλέβει· έγινε μέλος μιας συμμορίας ληστών, οι οποίοι δρούσαν στα δάση, επιτιθέμενοι σε ανθρώπους τους οποίους κατέκλεβαν. Όταν μετά από λίγο καιρό επέστρεψε ο Ιωάννης άκουσε από τον επίσκοπο τι είχε συμβεί με το νεαρό. Αμέσως ο Από¬στολος, χωρίς να χάσει χρόνο, βρήκε ένα άλογο και οδηγό κι έσπευσε στο δάσος όπου θα συναντούσε τους ληστές.

Ο άγιος, αναζητώντας, τους βρήκε και ήρθε αντιμέτωπος με τον αρχηγό της συμμορίας. Μόλις ο νεαρός αναγνώρισε τον Ιωάννη, έτρεξε αμέσως να κρυφτεί. Παρά την προχωρημένη ηλικία του ο Ιωάννης τον κυνήγησε. Μολονότι γέρων, τον πρόφθασε και τον έπιασε. Ο νεαρός έπεσε στα πόδια του Αποστόλου ντροπιασμένος, αδυνατώντας να τον κοιτάξει κατάματα. Ο Ιωάννης τον αγκάλιασε και τον φίλησε, όπως ο ποιμένας που βρίσκει το χαμένο του πρόβατο. Ο άγιος τον έφερε πίσω στην πόλη και τον βεβαίωσε εκ νέου στην πίστη, στερεώνοντάς τον στην ενάρετη ζωή».

Αυτό το περιστατικό θυμάμαι κι αναρωτιέμαι, αλλά κι εκείνο το παιδί που, παίζοντας βιολί και με τα δάκρυα να κυλάνε από τα θλιμμένα του μάτια, αποχαιρέτισε τον δάσκαλό του, που, διδάσκοντας μουσική, είχε καταφέρει να γλιτώσει από τα δίχτυα συμμοριών στη Βραζιλία πολλά παιδιά· είχε καταφέρει να πετύχει ένα μεγάλο κι αληθινό θαύμα...

Κι εμείς εδώ σαπίζουμε και δεν το καταλαβαίνουμε. Σαπίζουμε κι επιμένουμε στο σάπιο, η κοινωνία μας ζέχνει κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε τη δυσοσμία, εμείς, λοιπόν, κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου αντί να συστρατευτούμε όλοι, να πάρουμε στα σοβαρά το θέμα των παιδιών μας, να τα πιάσουμε από το χέρι και να τους δείξουμε τον δρόμο· τον δρόμο τον σωστό, για να τα σώσουμε από τον γκρεμό στο χείλος του οποίου έχουν ήδη φτάσει, γιατί εμείς στραβά αρμενίζουμε και τον λάθος δρόμο πήραμε αντί για τον ίσιο...

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 11 Απριλίου 2019, αρ. φύλλου 981

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.