9.7.19

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Σύζευξη χριστιανισμού και ελληνισμού [II]




Ἡ τιμή καί λατρεία τῶν διαφόρων πολιούχων Ἁγίων καί οἱ διάφορες, κατά τόπους, ἐκδηλώσεις  τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς των εἷναι κατάλοιπο τῶν ἑορτῶν καί πανηγύρεων τῶν ἀρχαῖων τοπικῶν ἡρῶων τῶν διαφόρων πόλεων κρατῶν τῆς ἀρχαῖας Ἐλλάδος. Οἱ πολιοῦχοι Ἅγιοι ἀντικατέστησαν στήν συλλογική ἀντίληψη τοῦ πληθυσμοῦ τούς παλαιούς τοπικούς ἥρωες.

Οἱ ἐκδηλώσεις τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, ἡ Σταύρωση, ἡ Ἀποκαθήλωση καί Ταφή, τά ἐγκώμια, ἡ περιφορᾶ τοῦ Ἐπιταφίου καί ἡ Ἁνάσταση τοῦ Κυρίου μέ ἀπακόλουθο τὀ Ὀρθόδοξο χριστιανικό Πάσχα, ὄπως τό ἑορτάζουμε, ἀποτελοῦν τήν ἑλληνοχριστιανική ἐκδοχή τῆς ἀρχαῖας ἑορτής τοῦ Ἀδώνιδος, κατά τήν κοσμική μόνον μορφή τῶν ἐκδηλώσεων καί οὐχί ὡς πρός τήν θεολογική τους ἀξία. Στήν ἑορτή τοῦ Ἀδώνιδος ἑορτάζονταν ἡ ἀναγέννηση τῆς φύσεως ἐνώ στό χριστιανικό Πάσχα ἑορτάζεται ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἡ ἐπιλογή νά ἑορτάζεται τό Πάσχα τήν Ἄνοιξη ἔχει ἀρχαιοελληνική καταβολή γιατί συμπίπτει χρονικῶς μέ τίς ἑορτές τῆς Ἀνοίξεως, τῆς ἀναγεννήσεως τῆς φύσεως, χριστιανικῶς δέ μέ τήν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Καί ἡ ναοδομία καί εἰκονογραφία ἔχουν τίς καταβολές τους στήν ἀρχαῖα ἑλληνική τέχνη καί ζωγραφική. Οἱ πρώτοι ναοί κτίσθηκαν στά πρότυπα τῶν ἀρχαιοελληνικῶν κρατικῶν κτηρίων τοῦ ρυθμοῦ τῆς Βασιλικῆς, μονόκλιτης, τρίκλιτης, μετά τρούλου κ.λ.π. Τόν τροῦλο τόν προσέθεσαν στήν ναοδομία ἀργότερα καί εἷναι δάνειο κτισμάτων τῆς Ἀνατολῆς.

Ἡ εἰκονογραφία τόσο στήν τοιχογραφία τῶν ναῶν ὅσο καί στίς φορητές εἰκόνες, κυρίως τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, προσομοιάζει πολύ μέ τά Φαγιούμ τῶν ὕστερων ἑλληνιστκῶν χρόνων, τά ὁποία βρέθηκαν στήν Αἴγυπτο. Πολύ ἀργότερα ἀναπτύχθηκαν οἱ διάφορες σχολές εἰκονογραφίας ἰδίως στήν Ὀρθοδοξία· ἡ βυζαντινή τέχνη μέ τίς διάφορες σχολές της. Στή Δύση ἐκτός ἀπό τήν εἰκονογράφιση τῶν ναῶν χρησιμοποιοῦν καί τήν γλυπτική γιά νά ἀπεικονίσουν ἁγίους ἤ γεγονότα καί πράξεις τοῦ Εὐαγγελίου, ὄπως εἷναι π.χ. τό γλυπτὀ, ἡ Pieta, τοῦ Μιχαήλ Ἄγγελου πού βρίσκεται στήν Βασιλική τοῦ Ἁγίου Πέτρου στό Βατικανό ἐμπνευσμένο ἀπό  τήν ἀποκαθήλωση τοῦ Σωτῆρος. Ἀλλά καί ἡ εἰκονογραφία κατά τήν Ἀναγέννηση στή Δύση ἀντιγράφει ἀπολύτως τήν ἀρχαιοελληνική ζωγραφική.

Πολλές ἀπό τίς δοξασίες καί τά δρώμενα τῆς λαϊκῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας κατόρθωσε ὁ Χριστιανισμός νά τά ἐξαλείψει ἀπό τό ὑποσυνείδητο τῶν νεοφώτιστων στόν Χριστιανισμό ἐθνικῶν, πολλά ὅμως ἀπʹ αὐτά δέν τό κατόρθωσε άλλά προσέδωσε σʹ αὐτά ἄλλη πνευματική χροιά καί τά ἐνσωμάτωσε στήν δική του λατρεία, ὁρισμένα δέ ἀπό αὐτά ἁπλῶς τά ἀνέχεται. Ἀλλοίωσε π.χ. τό σκοπό καί τήν ἀρχαιοελληνική τους μορφή τῶν διαφόρων λιτανειῶν, ὅπως π.χ. γιά νά βρέξει ἐπί παρατετεμένης ξηρασίας, τήν περιφορά τῶν εἰκόνων, καί στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία τῶν γλυπτῶν ἀπεικονίσεων, τῶν  ἁγίων κατά τήν ἑορτή των, τήν σφαγῆ ζῶων, τό μαγείρευμα καί τήν διανομή στό πλῆθος τοῦ κρέατος κατά τήν ἑορτή καί  πανήγυρη ὁρισμένων ἁγίων. Τά μνημόσυνα, κατάλοιπα τῆς τιμῆς καί λατρεἰας τῶν προγόνων, καθῶς καί πολλά ταφικά ἔθιμα.

Ἄλλα ἔθιμα, δοξασίες  καί προλήψεις τοῦ λαοῦ ἔχουν τήν καταβολή τους στήν ἀρχαιότητα. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρω μερικά. Τήν ἑορτή τῆς Πρωτομαγιᾶς μέ τό πλέξιμο στεφάνων ἀπό ἄνθη καί κρέμασμα αὐτῶν στίς πόρτες τῶν σπιτιῶν, τό ἄναμα πυρῶν τῶν Ἀπόκρεω καί πήδημα πάνω ἀπʹ αὐτές γιά ἐξαγνισμό, τόν κλήδωνα, τήν βασκανία καί πολλές ἄλλες.

Ὁ ρισμένα δρώμενα τά ὁποία δέν μπόρεσε ὁ Χριστιανισμός νά τά ἀποβάλλει ἀπό τό λαϊκό ὑποσυνείδητο, ὅπως τίς ἑορτές τῶν μεταμφιεσμένων μέ τά διαφορετικά δρώμενα στίς κατά τόπους περιοχές καί πόλεις τῆς χώρας, ἁπλῶς τίς ἀνέχεται.

Ἐν κατακλέιδι ἡ σύζευξη τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό ἀπέβηκε ἐπωφελῆς καί στούς δυό, διότι καί οἱ δύο προσέφεραν ὁ ἕνας στόν ἄλλο στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τήν ὁλοκλήρωσή τους καί τήν δημιουργία τοῦ Ἑλληνο-χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἕναν ἀπό τούς κυριότερους πυλῶνες τοῦ Δυτικοῦ Πολιτισμοῦ.

Ὁ Ἑλληνισμός προσέφερε τήν ἑλληνική γλῶσσα καί τήν ἐλεύθερη ἑλληνική  σκέψη, ἀπηλλαγμένη θεοκρατικῶν καί στερεότυπων δοξασιῶν, ἡ ὁποία ἔδωσε τήν δυνατότητα στούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νά ἀναπτύξουν τόν ἀντιρρητικό τους λόγο κατά τῶν αἰρέσεων καί νά διατυπώσουν τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, καί τό κυριότερο τήν δυνατότητα τῆς ἐξαπλώσεως τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας στά πέρατα τῆς Οἰκουμένης.

Ὁ Χριστιανισμός ἀπό τήν ἄλλη μεριά προσέφερε στόν Ἑλληνισμό αὐτό τό ὁποῖο ἐπιζητοῦσε μέ τήν φιλοσοφική του σκέψη. Οἱ Ελληνες δέν ἔφθασαν ποτέ στήν ἔννοια τοῦ ἀπολύτου Ὄντος, τοῦ ὑπέρτατου, τοῦ πανίσχυρου, τῆς ἀρχῆς τῶν πάντων. Εἴχαν μόνο μιά ἀμυδρά ἰδέα καί ἀφηρημένη ἔννοια τοῦ θείου. Αὐτό  τούς τό προσέφερε ὁ Χριστιανισμός μέ τήν διδασκαλία του, τήν αποκαλυφθείσα ἀλήθεια τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐνός καί μόνου τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς ἀρχῆς καί δμιουργίας τῶν πάντων.


- τέλος -




Φωτογραφία: Οι δωρικοί κίονες του αρχαίου ελληνικού ναού της Αθηνάς (5ος αι. π.Χ.) ενσωματωμένοι στον καθεδρικό μητροπολιτικό ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου - Cattedrale metropolitana della Natività di Maria Santissima (7ος αι. μ.Χ.) στις Συρακούσες της Σικελίας.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Ιανουαρίου 2019, αρ. φύλλου 970


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.