8.7.19

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Σύζευξη χριστιανισμού και ελληνισμού [I]



Σέ προηγούμενα φύλλα τῆς ΟΔΟΥ δημοσιεύθηκε μελέτη μου γιά τήν «Θρησκευτική ζωή στήν ἀρχαῖα πόλη». Ἡ μελέτη αὐτή αναφέρεται κυρίως στήν πόλη τῶν Ἀθηνῶν καί στήν περίοδο τῆς ἀκμής της, γιατί τά περισσότερα στοιχεῖα γιά τήν θρησκευτική ζωή τῶν Ἑλλήνων κατά τούς χρόνους ἐκείνους προέρχονται ἀπό τίς ἱστορικές περιγραφές, τίς φιλοσοφικές ἀναζητήσεις, τίς τραγωδίες καί κωμωδίες καί τίς μεγάλες καί μικρές ἑορτές τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἀσφαλῶς καί οἱ ἄλλες πόλεις τῆς Ἑλλάδος, Σπάρτη, Θήβαι καί λοιπές, εἴχαν κοινές θρησκευτικές λατρευτικές ἐκδηλώσεις μέ αὐτές τῶν Ἀθηνῶν, καθʹ ὅσον ὅλος ὁ ἑλληνικός κόσμος εἶχε τό Δωδεκάθεο ὡς κυρία του θρησκεία.

Στήν λαϊκή ὅμως θρησκεία καί τά λαϊκά θρησκευτικά δρώμενα ὑπήρχαν, στίς διάφορες περιοχές τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, διαφοροποιήσεις τόσο στούς τοπικούς ἠρωές τους τούς ὁποίους θεωροῦσαν ἠμίθεους καί τούς τιμοῦσαν καί προσέφευγαν πρός βοήθειαν στίς δύσκολες περιστάσεις, ὅσον καί στόν τρόπο λατρείας καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν μεγάλων θεῶν.

Ἡ ἑλληνική θρησκεία τοῦ Δωδεκαθέου ἦταν ἡ ἐπικρατοῦσα κρατική θρησκεία καί στίς διάφορες ἀποικίες τῶν Ἑλλήνων καθῶς καί στά, μετά τόν Μέγα Ἀλέξανδρο, δημιουργηθέντα ἑλληνιστικά κράτη τῶν ἐπιγόνων. Ἡ ἑλληνική θρησκεία ἔγινε ἀποδεκτή, καί σέ μεγάλο βαθμό, καί ἀπό τούς ἰθαγενεῖς πληθυσμούς τῶν περιοχῶν αὐτῶν ὄπως ἔγιναν ἀποδεκτές καί ἀπό τούς Ἕλληνες πολλές ἀσιατικές θεότητες καί μυστηριακές δοξασίας.

Στήν Δύση ὄταν ἡ Ρώμη κατέστη κράτος καί ἄρχισε νά ἐπεκτείνεται πρός Βορρά καί Νότο καί ἦλθε σέ ἐπαφή μέ τίς ἑλληνικές πόλεις–κράτη τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος καί τῆς Σικελίας, υἱοθέτησε πλήρως τήν ἑλληνική θρησκεία μέ τό Δωδεκάθεο, στούς θεούς τοῦ ὁποίου ἔδωσε λατινικά ὀνόματα καί, ἐν πολλοῖς τούς λάτρευσε ὅπως καί οἱ Ἕλληνες.

Ὅταν ἡ Ρώμη κατέστη κοσμοκράτηρα καί ἀπό δημοκρατία μετατράπηκε σέ αὐτοκρατορία, ὁ αὐτοκράτωρ θεοποιήθηκε καί ἐπεβλήθηκε σʹ ὅλην τήν αὐτοκρατορία ἡ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ συνεκτικός κρίκος τῶν διαφόρων λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ λατρεία τοῦ αὐτοκράτορα.

Οἱ Ρωμαῖοι ἐπέδειξαν άνοχή στίς διάφορες θρησκεῖες τῶν κατακτημένων λαῶν, δέν ἐπεδίωξαν νά ἐπιβάλουν μιά ἐνιαῖα θρησκεία, τούς ἀρκοῦσε οἱ κάτοικοι τῶν διαφόρων λαῶν νά ὀμνύουν καί νά λατρεύουν τόν αὐτοκράτορα. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν πανσπερμία θρησκειῶν στήν αὐτοκρατορία, ἀπό τούς Δρυίδες τῶν γαλατικῶν φυλῶν μέχρι τῶν δοξασιῶν τῆς Μέσης Ἀνατολής. Ὅλη ἡ Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, ἐκτός τῶν βορειοευρωπαϊκῶν βαρβαρικῶν περιοχῶν εἶχε ἐνστερνιστεῖ τόν ἐλληνικό πολιτισμό καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἦταν ἡ κοινή γλῶσσα (lingua franca) τῆς αὐτοκρατορίας. 

Μέ τήν ἔλευση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν κόσμο, μέ τήν ἐνανθρώπησή του, τά πάθη, τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψή του, διά τῆς ἐπελεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἱδρύθηκε ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ μέ κεφαλή τόν ἴδιο τόν Χριστό, καί ἄρχισε ἡ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου Του στόν κόσμο.

Οἱ Ἀπόστολοι κατʹἀρχάς ἀποτάνθηκαν στίς Ἑβραϊκές κοινότητες τῆς Παλαιστίνης καί τῶν γύρω περιοχῶν τῆς Ἐγγύς Ἀνατολῆς μέ σχετικῶς πενιχρά ἀποτελέσματα προσηλυτισμοῦ. Μέ τήν μεταστροφή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἀπό διώκτη σέ διαπρύσιο κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου καί κατόπιν συνενοήσεως μέ τόν ἀπόστολο Πέτρο νά ἀποτανθεῖ στά Ἔθνη, ἄρχισε ἡ πραγματική ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ σʹὅλην τήν Ρωμαϊκή ἐπικράτεια.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος κατήγετο ἀπό τήν Ταρσό τῆς Κιλικίας εἶχε λάβει ἑλληνική παιδεία καί γνώριζε τήν ἑλληνική γραμματεία. Τά κηρύγματά του τά ἔκανε στήν ἑλληνική γλῶσσα τήν ὁποία ἐκτός ἀπό τούς ἐθνικούς τήν γνώριζαν καί οἱ Ἑβραῖοι τῆς διασπορᾶς διότι ἐκτός ἀπό τήν Παλαιστίνη στήν ὁποία οἱ Ἑβραῖοι ὁμιλοῦσαν Ἀραμαϊκά, σʹ ὅλες τίς συναγωγές τῆς διασπορᾶς οἱ ἀναγνώσεις τῶν ἱερῶν τους βιβλίων καί ἡ ἐπακόλουθος ὁμιλία καί ἐπεξήγηση τῶν χωρίων τά ὁποία διάβαζαν γίνονταν στήν ἑλληνική γλῶσσα, ἀπόδειξη τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἀνάγκη μεταφράσεως στήν ἑλληνική τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπό τούς ἑβδομήκοντα στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου γιά τίς ἀνάγκες τοῦ ἐκεί διαβιοῦντος ἑβραϊκοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνήρχετο στά χρόνια τῶν Πτολεμαίων στίς 500 χιλιάδες.

Ἡ ἐλληνική γλῶσσα λόγω τοῦ ὅτι ἦταν ἡ κοινή γλῶσσα τῆς αὐτοκρατορίας ἀλλά καί ἡ ἑλληνική παιδεία ἡ ὁποία δέσποζε στήν Ρωμαϊκή οἰκουμένη, κατέστη τό ὄχημα διά τοῦ ὁποίου ξαπλώθηκε καί ἐδραιώθηκε τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου στόν Κόσμο. Ἡ ἑλληνική σκέψη καί φιλοσοφία καθῶς καί ἡ γνώση τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας ἀπό τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνετέλεσε τά μέγιστα ἀφʹ ἑνός μέν στήν καταπολἐμηση τῶν ἐθνικῶν θρησκειῶν καί τῶν διαφόρων αἰρέσεων, ἀφʹ ἑτέρου δέ στήν διατύπωση τῶν δογμάτων τῆς πίστεώς μας.

Μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ἐδίκτου τῶν Μεδιολάνων, στό νύν Μιλάνο τῆς Ἰταλίας, τό ὁποῖο ὑπογράφηκε ἀπό τούς συναυτοκράτορες Κωνσταντίνο καί Λικίνιο τό 313 καί μέ τό ὁποῖο θεσπίσθηκε ἡ ἀνεξιθρησκεία στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, ὁ Χριστιανισμός καί οἱ Χριστανοί ὑπέστησαν πολλούς διωγμούς ἀπό τό ἐπίσημο κράτος ἐνώ ταυτόχρονα ἔπρεπε νά καταπολεμήσουν καί τίς ἐθνικές θρησκεῖες ὄχι μόνο τίς τοπικές τῶν διαφόρων λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας ἀλλά καί αὐτές οἱ ὁποῖες εἶχαν διαδωθεῖ καί ἐμπεδωθεῖ σʹ ὅλην σχεδόν τήν ρωμαϊκή ἐπικράτεια, ὅπως ἡ θρησκεία τοῦ Μίθρα (ὁ Μιθραϊσμός ) καί ἡ θρησκεία τοῦ θεοῦ Ἡλίου, οἱ ὁποῖες ἤταν εὐρέως διαδεδομένες στούς στρατιῶτες τῶν ρωμαϊκῶν λεγεώνων.

Ὅταν ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέστη μονοκράτωρ, ἀνακήρυξε τόν Χριστιανισμό ἐπικρατοῦσα θρησκεία τοῦ Κράτους καί ὁ Χριστιανισμός κατέστη ἡ ἐπίσημη θρησκεία. Παρʹὅλην ὅμως τήν ἐπικράτησίν του καί τήν κρατικήν του ὑπόστασιν ὡς ἕνας ἀπό τούς κρατικούς θεσμούς δέν κατόρθωσε νά ἐξαλείψει πλήρως πολλές ἀπό τίς δοξασίες καί λατρευτικές ἐκδηλώσεις τοῦ ἀπλοῦ λαοῦ τῶν διαφόρων περιοχῶν τῆς αὐτοκρατορίας, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐπί αἰῶνες ἑδραιωθεῖ βαθειά στὀ ὑποσυνείδητο τῶν λαῶν αὐτῶν.

Πολλές ἀπό τίς δοξασίες αὐτές ἤ λατρευτικές πράξεις τίς ἀποδέχθηκε ὡς εἶχαν, ἀπλῶς ἔδωσε σʹ αὐτές μιά πνευματική χροιά συμβατή μέ τίς χριστιανικές ἀρχές, ἄλλες δέ τίς μετέτρεψε σέ καθαρῶς χριστιανικές λατρευτικές ἐκδηλώσεις.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό τήν στιγμή πού ἄρχισαν νά θρησκεύονται προσπαθοῦν νά ἐξευμενίσουν ἤ νά εὐχαριστήσουν τόν θεό ἤ τούς θεούς πού πιστεύουν, μέ διάφορες προσφορές, θυσίες καί λατρευτικές τελετουργίες.

Ὁ Χριστιανισμός ὡς μία ἀπό τίς τρεῖς μονοθεϊστικές θρησκεῖες, τόν Ἰουδαϊσμό, Χριστιανισμό καί τό Ἰσλάμ, οἱ ὁποῖες προήλθαν ἀπό τήν Ἑβραϊκή θρησκεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τῶν Προφητῶν, διατήρησε πολλά λατρευτικά στοιχεῖα τῆς Ἑβραϊκῆς λατρείας, ὅπως διαμορφώθηκε σέ Ἰουδαϊσμό, πλήν ὅμως ποτέ δέν ἀποδέχθηκε τήν χρήση αἱματηρῶν θυσιῶν γιά νά λατρεύση τόν Θεόν. Ὁ χριστιανός, τόσον ὁ Ὁρθόδοξος ὅσον καί ὁ Ρωμαιοκαθολικός λατρεύουν τόν Θεό «ἐν Πνεύματι καί Ἀληθεία».

Ἐπειδή ὅμως εἷναι ἐγγενῆς ἡ ἀνάγκη στόν ἄνθρωπο νά ἐκφράσει τίς παρακλήσεις καί εὐχαριστίες του στόν Θεό μέ πράξεις καί τελετουργίες, ἦταν ἀδήριτος ἀνάγκη ἡ Ἐκκλησία νά ἀποδεχθεῖ καί χρησιμοποιήσει στήν λατρεία πράξεις καί τελετουργίες τόσο ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό ὅσο καί ἀπό τόν Ἑλληνικό κόσμο, ὄχι μόνον γιά τήν ἰκανοποίηση τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος τῆς προσφορᾶς πρός τόν Θεό ἀλλά καί γιά νά καταπολεμήσει τίς είδωλολατρικές τοιαύτες.

Στήν σύζευξη τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό ἡ Ἐκκλησία ἀποδἐχθηκε καί χρησιμοποίησε πολλές λατρευτικές πράξεις τῆς λαϊκῆς θρησκείας τῶν Ἑλλήνων στίς ὁποῖες ὅμως, ὅπως γράφω πάρα πάνω, προσέδωσε ἄλλην ἔννοιαν, πνευματικήν.  Θά ἀναφέρω μερικές λατρευτικές πράξεις τίς ὁποῖες τελοῦμε καί σήμερα πρός ἐπίρρωσιν τῶν ἀνωτέρω. 

Ἡ κορυφαῖα λατρευτική ἐκδήλωση τόσο τῆς Ὁρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅσο καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς τοιαύτης εἶναι ἡ ἐκτέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας σʹ ὅλους τούς ναούς των ἀνελιπῶς καί καθημερινῶς ἐπί αἰῶνες. Τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καθιερώθηκε στήν Ἐκκλησία ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό κατά τόν Μυστικό Δείπνο, παρίσταται ὁ Ἴδιος ὑποστατικῶς σʹ αὐτό, ἀναπαριστάνει ἀναιμάκτως τήν σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου καί κατά τήν τέλεση αὐτοῦ μετουσιώνονται ὁ ἄρτος καί ὁ οἷνος σέ σῶμα καί αἵμα Χριστοῦ, οἱ δέ μεταλαμβάνοντες γίνονται κοινωνοί τοῦ Χριστοῦ καί ὅλων τῶν μελῶν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.

Στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἦταν πολύ ἁπλή. Ὅταν ὅμως ὁ Χριστιανισμός κατέστη ἡ ἐπίσημη θρησκεία τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἡ τέλεσή της ἄρχισε προοδευτικά νά λαμβάνει πανηγυρικά χαρακτηριστικά καί μιά μεγαλοπρέπεια. Αὐτό ἦταν ἀναγκαῖο ἀφʹ ἑνός γιατί ἡ μεγαλοπρέπεια τῶν ἱεροτελεστιῶν ἰκανοποιοῦσε τό λαϊκό αἴσθημα τοῦ μεγαλοπρεποῦς καί τοῦ ὡραίου ταυτόχρονα λειτουργοῦσε καί ὡς μέσο προσηλυτισμού τῶν διαφόρων βαρβαρικῶν φυλῶν, καί ἀφʹ ἑτέρου ἀποσκοποῦσε, κατά μίαν ἀμφιλεγόμενη θεωρία, στήν ἀποτροπή τῶν πιστῶν νά παρακολουθοῦν τίς διάφορες κοσμικές, ἐθνικῆς προελεύσεως, ἐκδηλώσεις στόν ἱππόδρομο καί νά παρίστανται στίς ἐκκλησιαστικές ἐκδηλώσεις καί ἑορτές. Ἡ Θεία Εὐχαριστία ὡς ἀναπαράσταση τοῦ θείου δράματος τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, διαμορφώθηκε καί ἔχει ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς ἀρχαῖας τραγωδίας. 

Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζονταν τούς πρώτους χριστιανικοῦς αἰῶνες τά Θεοφάνεια μαζί μέ τήν βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ στόν Ἰορδάνη ποταμό. Τά Θεοφάνεια ἦταν ἥ μεγαλύτερη ἑορτή τῶν Χριστιανῶν τότε, γιατί κατά τήν βάπτιση τοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη ποταμό φανερώθηκε γιά μόνη καί μοναδική φορά ὁ Τριαδικός Θεός, ὁ Πατήρ διά τῆς φωνής του, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ διά τῆς σαρκώσεως Του καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ὑπό μορφήν περιστερᾶς. 

Γιά νά καταπολεμηθεῖ ὅμως ἡ λατρεία τοῦ θεοῦ Ἡλίου ἡ ὁποία ἦταν εὐρέως διαδεδομένη στόν ἐθνικό κόσμο καί ἑορτάζονταν τόν μήνα Δεκέμβριο κατά τό χειμερινό ἠλιοστάσιο, ἡ Ἐκκλησία μετέφερε, κατά τόν τέταρτο περίπου αἰῶνα τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων τόν Δεκέμβριο καί συγκεκριμένα τήν 25η τοῦ μηνός αὐτοῦ. Μέ τόν τρόπο αὐτό καταπολέμησε τήν λατρεία τοῦ Ἡλίου καί ἔδωσε ἄλλον ἐννοιολογικό συμβολισμό στήν χειμερινή τροπή τοῦ ἡλιοστασίου, οἱ δέ ὑμνωδοί ἀποκάλεσαν ἔκτοτε τόν Χριστό ὡς «Ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης». Παρεμπιπτόντως, μιά καί ἀναφέρομαι στά Χριστούγεννα, τό χριστουγεννιάτικο δένδρο πού στολίζουμε κάθε χρόνο, εἶναι ἕνα λατρευτικό σύμβολο τῆς λατρείας τῶν Δρυιδῶν τῶν Γαλατικῶν φυλῶν τό ὁποῖο κληρονόμησε ὁ χριστιανικός κόσμος ὅταν ἐκχριστιάνισε τά βόρεια βαρβαρικά φύλα.

Ἡ τιμή καί λατρεία τῶν διαφόρων πολιούχων Ἁγίων καί οἱ διάφορες, κατά τόπους, ἐκδηλώσεις τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς των εἶναι κατάλοιπο τῶν ἑορτῶν καί πανηγύρεων τῶν ἀρχαῖων τοπικῶν ἡρῶων τῶν διαφόρων πόλεων κρατῶν τῆς ἀρχαῖας Ἐλλάδος. Οἱ πολιοῦχοι Ἅγιοι ἀντικατέστησαν στήν συλλογική ἀντίληψη τοῦ πληθυσμοῦ τούς παλαιούς τοπικούς ἥρωες.


- συνεχίζεται -


Φωτογραφία: Η αρχαία αγορά των Αθηνών.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 17 Ιανουαρίου 2019, αρ. φύλλου 969


Σχετικά:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.