18/4/17

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ ἤ Οὐδέν καλόν ἀμιγές κακοῦ;


ΟΔΟΣ 20.10.2016 | 856

Συνήθως μεταχειριζόμαστε τήν φράση «Οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ»  δηλαδή ὅτι δέν ὑπάρχει κάτι τό κακόν, τό δυσάρεστον, πού νά μήν ἐμπεριέχει καί κάτι τό καλό τό εὐχάριστο. Αὐτό μπορεῖ κάλλιστα νά ἀναστραφεῖ στό «Οὐδέν καλόν ἀμιγές κακοῦ»,  δηλαδή καί τό καλόν μπορεῖ νά ἐμπεριέχει μιά πλευρά, πού νά προκαλεῖ   κάποιο κακό. Τά δύο αὐτά –τό καλό καί τό κακό– ἀντιτίθενται ἀλλήλων, εἶναι κατά πολλούς οἱ δύο ὄψεις τοῦ αὐτοῦ νομίσματος, τό ἕνα εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίθετο τοῦ ἄλλου, ἀντιμάχονται ἀλλήλων, ἐνυπάρχουν στήν  ζωή μας ἀλλά δέν συνυπάρχουν, καθορίζουν τίς σκέψεις, πράξεις καί ἐνέργειές μας καί γενικά ἡ ἐπιλογή τοῦ ἑνός τοῦ ἄλλου καθορίζει γενικά τό εἶναι μας.

Ποιά εἶναι ὅμως ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί ποιός τά δημιούργησε; Στίς ἀνατολικές θρησκεῖες τῆς ἀρχαιότητας, ὑπῆρχε ἡ ἰδέα τοῦ δυϊσμοῦ δηλαδή ὅτι συνυπάρχουν δύο θεότητες τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ὅπως π.χ. στόν Ζωροαστρισμό, ὁ Ἀχούρα-Μάζδα ἤ Ὠρομάσδης ἤταν ὁ θεός τοῦ καλοῦ καί ὁ Ἀριμάν ὁ θεός τοῦ κακοῦ. Στό Ἰνδουϊστικό πάνθεο ὑπάρχει εἰσέτι ἡ θεά τοῦ κακοῦ, τῆς καταστροφής, ἡ θεά Κάλι. Στό ἀρχαῖο ἑλληνικό πάνθεο, στό Δωδεκάθεο ὅπως καί στίς μικρότερες θεότητες τῆς λαϊκῆς  θρησκείας, δέν ἀνευρίσκομε θεότητα ἤ δαίμονα νά ἐκπροσωπεῖ τό κακό. Ὑπῆρχε καί ἐκεί διάκρισης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, πλήν ὅμως δέν δαιμονοποιήθηκε ποτέ τό κακό, ἤταν δέ πάντοτε κατακριτέο.

Στήν Ἰουδαϊκή καί ἐν συνεχείᾳ στήν χριστιανική κοσμοθεωρία, τό κακό εἶναι προϊόν τοῦ ἀνθρώπου καί μόνον. Ὁ Θεός ἐδημιούργησε τόν κόσμον ὡς λίαν καλόν, εἶναι δέ ἀδύνατο, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς Του, νά πράξει ἤ δημιουργήσει κάτι τό ὁποῖον εἶναι κακό. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μόνος καί κύριος ὑπαίτιος γιά τήν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ στόν  κόσμο.

Προικισμένος ἀπό τόν Θεό μέ τό χάρισμα τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως, καταχράστηκε τό χάρισμα αὐτό καί ἐνεργεῖ ἔκτοτε πότε μέ τό καλό καί πότε μέ τό κακό. Ἀδιάσειστο στοιχεῖο καί ἀπόδειξη ὅτι ἰσχύει τό «οὐδέν καλὀν ἀμιγές κακοῦ» εἶναι  ὅτι τό καλό τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο - ἡ ἐλευθερία τῆς βουλήσεως – εἶχε ὡς παράπλευρη ἐνέργεια (ὅπως λέμε σήμερα) τήν εἴσοδο τοῦ κακοῦ στήν ζωή μας.

Στά πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια, στούς 2ον μέ 3ον αἰῶνες μ. Χ., πρωτοῦ ἀκόμη ἑδραιωθεῖ πλήρως ὁ Χριστιανισμός,  ἀναπτύχθηκε στόν μικρασιατικό χώρο ἕνα γνωστικοῦ τύπου θρησκευτικό κίνημα ἀπό τόν πέρση θρησκευτικό ἡγήτορα Μάνη ἤ Μανιχαῖο, τό ὁποῖο περιεῖχε ἀρχαιοελληνικά, ζωροαστρικά, βουδιστικά καί ίουδαϊκά στοιχεῖα, μέ κύριο χαρακτηριαστικό τόν δυϊσμό καλοῦ - κακοῦ. Τό θρησκευτικό αὐτό κίνημα ὀνομάστηκε Μανιχαϊσμός ( καί ὁ ὁρος Μανιχαϊσμός ἐκφράζει καί ταυτίζεται ἀκόμη καί σήμερα μέ τόν δυϊσμό), εἶχε εὑρεία διάδοση καί ἀποδοχή σέ πολύ μεγάλο τμῆμα τοῦ μικρασιατικοῦ κόσμου καί ἀπείλησε πολύ σοβαρά τόν Χριστιανισμό,  ὁ ὁποῖος ὅμως τόν κινήγησε μέ ἐπιμονή, σταθερότητα καί τήν ὀρθότητα τοῦ λόγου του καί κατόρθωσε νά τόν ἐξαλείψει ἀπό προσώπου Γής. (Δέν ξέρω ἄν στίς μέρες μας ὑπάρχει καμία αἴρεση,  στήν πληθώρα πού κυκλοφορούν, πού νά πιστεύει στόν Μανιχαϊσμό ).

Μέ τήν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ ἔριδες γιά τήν προέλευση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί ἡ ίδέα τοῦ δυϊσμοῦ  ἔπαυσαν νά απασχολούν πλέον τούς διάφορους φιλοσοφοῦντες καί ἰσχύει ἔκτοτε ἡ διδασκαλία τῆς Ἑκκλησίας, κατακυρωμένη μάλιστα καί μέ ἀποφάσεις ἱερῶν Συνόδων, ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός, ὁ δημιουργός τῶν πάντων, εἶναι ἡ αἰτία τοῦ καλοῦ, γιατί ὅλη ἡ δημιουργία του εἶναι καλή, ὅλα τά στοιχεῖα τῆς φύσεως, τό φυτικό καί ζωϊκό βασίλεια, ἀποδεικνύουν ὅτι καλῶς ἔγιναν καί λειτουργούν. Ἀκόμη δέ καί ὁ  πρωτόπλαστος ἄνθρωπος ἤταν καλός καί κατόπιν διέρρηξε τίς ἀρμονικές του σχέσεις μέ τόν Θεό, τόν συνάνθρωπό του καί τήν φύση καί ὑπέπεσε στήν ἁμαρτία, δηλαδή ( σύμφωνα μέ τήν ἀρχαιοελληνική ἔννοια τῆς λέξεως ἁμαρτία ) τήν ἐκτροπή του ἀπό τόν κύριο στόχο τῆς ὑπάρξεώς του, καί ἔτσι ὑπεισῆλθε ἡ κακία στή ζωή μας.

Στόν Κόσμο - ὅπως ὀνόμασαν τό Σύμπαν οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι, μέ πρὼτο διδάξαντα τόν Πυθαγόρα, λόγω τῆς ἀρμονίας τοῦ σύμπαντος,  τῆς τάξεως πάντων τῶν οὐρανίων σωμάτων καί τῆς εὔτακτης διάταξης καί διευθέτησης πάντων ὅσων ὑπάρχουν είς τήν Γήν - ὅλα λειτουργούν ἀρμονικά καί μέ τάξη, λίαν καλῶς, καί ἐκπληρούν ἕνα σκοπό· ἀκόμη καί οἱ κατά καιρούς φυσικές καταστροφές, ὅπως π.χ. σεισμοί, ἐκκρήξεις ἡφαιστείων, πλημμύρες, πυρκαϊές δασῶν κλπ ἔχουν καί αὐτές τόν λόγο τους καί συμβαίνουν σύμφωνα μέ τούς νόμους τῆς φύσεως.

Ἡεὔτακτος διάταξη καί διευθέτηση τῶν πάντων στόν Κόσμο ἐμπεριέχει καί τήν ἀρμονική συνύπαρξη σʾ αὐτόν  καί ἀντιθέτων, ἀντιπαρατιθέμενων ἤ ἀκόμη καί ἀντιμαχόμενων φαινομένων καί καταστάσεων, ὅπως π.χ. ἡ μέρα μέ τήν νύχτα, τό ψυχρό καί τό θερμό, ἡ περιοδική ἐναλλαγή τῶν καιρικῶν συνθηκῶν καί τῶν ἐποχῶν καί τόσων ἄλλων, ὅλων ἀπαραιτήτων γιά τήν εὔρυθμο λειτουργία τῆς φύσεως. Στόν ἄνθρωπο ἡ ὕπαρξη άντιθέτων καί ἀντιπαραβαλλόμενων, ἐνίοτε καί ἀντιμαχόμενων, ἰδεῶν, σκέψεων, λόγων καί πράξεων, εἶναι ἀναπόστατο  μέρος τῆς ζωής του καί τό ὁμορφότερο, καί εἶναι αὐτό τό ὁποῖο συμβάλλει τά μέγιστα στήν ἀνάπτυξη τῶν ἐπιστημῶν, τῆς τέχνης, τῆς τεχνολογίας καί γενικά στήν  πρόοδο καί τόν πολιτισμό τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀρκεῖ βεβαίως ἡ ἀντιπαράθεση καί ἀντιπαραβολή τῶν διαφόρων ἀπόψεων νά γίνεται κοσμίως, μέ εὔσχημο τρόπο, εὐπρεπῶς καί μέ ἐποικοδομητικό διάλογο μέ τήν χρησιμοποίηση εὔλογων ἐπιχειρημάτων καί ὄχι μέ τήν χρήση βίαιων μέσων γιά τήν ἐπιβολή τῆς γνώμης τοῦ ἑνός ἐπί τοῦ ἄλλου.

Ὅλη ἡ ὁμορφιά καί ἀξία τῆς ζωής  συνίσταται στήν ἀντιπαράθεση διαφορετικῶν ἀπόψεων καί τήν διαδικασία  εὐρέσεως λύσεων γιά τήν σύμπτωση τῶν διαφορετικῶν ἀπόψεων, σέ μιά κοινῶς ἀποδεκτή τοιαύτη, ἡ  ὁποία θά πρέπει πάντοτε νά ἐξυπηρετεῖ τήν εὔρυθμο λειτουργία τῆς κοινωνικῆς ζωής. Ἀλήθεια, μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε ἕναν κόσμο  μονότροπο, ὁμοιόμορφο, χωρίς διαφορές καί ἐναλλαγές ἤ μιά κοινωνία χωρίς τήν κυκλοφορία διαφορετικῶν ἰδεῶν, σκέψεων καί ἀπόψεων, πόσο ἀδιάφορος,  βαρετός καί ἀνιαρός καί ἄχαρος θά ἤταν καί ἄν ἄξιζε νά ζεῖ κανείς  σʾαὐτόν;  Οἱ ἀντιθέσεις πού ὑπάρχουν στόν κόσμο, ἐπ’ οὐδενί μπορούν νά θεωρηθούν ὅτι εἶναι ἐκφάνσεις, ἔστω καί τῆς ἠπιοτέρας μορφής, τῆς ἀντιθέσεως καλοῦ – κακοῦ.

Ὅπως ἀναφέρθηκε πάρα πάνω, ὅλα τά τῆς φύσεως εἶναι καλά, ὅσα δέ κακά συμβαίνουν σʾ αὐτήν προέρχονται λόγω τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ ἀνθρώπου· ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δραστηριότητές του εἴτε ἐπεμβαίνει στήν ἀρμονική καί φυσιολογική λειτουργία τῆς φύσεως καί τήν ἐκτρέπει τοῦ φυσικοῦ ρυθμοῦ της, εἴτε μετά ἀπό μιά φυσική καταστροφή, μέ τήν ἐπέμβασή του, δέν ἀφήνει τήν φύση  νά ἐπουλώσει μόνη τά τραύματά της. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ ἐπέμβαση τοῦ ἀνθρώπου προκαλεῖ τό κακό πού παρατηροῦμε νά ὑπάρχει στήν φύση.

Στήν κοινωνική ζωή, οἱ άντίθετες γνῶμες καί ίδέες καί οἱ ἀντιπαραθέσεις αὐτῶν, ὅταν ἐκφράζονται μέ τρόπον κόσμιον καί μέ ἐποικοδομητικό διάλογο, ἀποτελοῦν τά θεμέλια τῆς ἐλευθερίας τῶν προσώπων, τόν μόνον τρόπο ἐξελίξεως τῆς σκέψεως καί τῆς προόδου τῆς ἀνθρωπότητος, τῆς βασικῆς ἀρχής τῆς Δημοκρατίας  καί  τήν ἐπακόλουθο εὔρυθμο λειτουργία αὐτῆς. Ἡ προσπάθεια πού  καταβάλουν ὁρισμένοι, πρόσωπα ἤ ὁμάδες, νά ἐπιβάλλουν τίς ἀπόψεις τους, τίς ἰδέες τους ἤ τά ἰδεολογήματά τους μέ βίαιο τρόπο, αὐτό εἶναι πράγματι τό ἀπόλυτο κακό.

Ἡ ἀμφισβήτιση τῶν διαφορετικῶν ἀπόψεων καί ἡ τέχνη νά φτάνει κανείς στήν ἀλήθεια μέ τήν διεξαγωγή καλοπροαιρέτου συζητήσεως καί ἀντιπαραθέσεως ἐρωτήσεων καί ἀποκρίσεων, ἀποτελεῖ τόν ἀπό τήν ἀρχαιότητα καθιερωθέντα ὅρο Διαλεκτική (ἑλληνική λέξη προερχόμενη ἀπό τό ρῆμα διαλέγομαι, πού σημαίνει διεξαγάγω συζήτηση, λέξη πού χρησιμοποιείται σήμερα διεθνῶς). Στούς νεώτερους χρόνους ἐφάρμοσαν τήν διαλεκτική ὁ Καντ, ὁ Χέγκελ μέ τήν θεωρία του καί μέ τό διαδικασιακό σχῆμα «Θέση» - «Αντίθεση» - «Σύνθεση». Στηριζόμενος  στή θεωρία τοῦ Χέγκελ καί μέ βάση αὐτήν ἐρεύνησε καί ἐπέκτεινε ὁ Μαρξ τόν διαλεκτικό ὑλισμό. Αὐτήν τήν διαδικασία ἀκολουθούν σήμερα ὅλες οἱ  Ἐπιστήμες στήν πρόοδο τῆς γνώσης, κυρίως στίς συνεδριακές παρουσιάσεις.

Ὁ Μανιχαϊσμός, πού ἀναφέρω πάρα πάνω, ὁ δυϊσμός δηλαδή Καλοῦ - Κακοῦ, μετά τήν κατατρόποσή του ἀπό τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἀποβλήθηκε ἀπό τό πρσκήνιο τῆς ἱστορίας καί ἔπαυσε νά ὑφίσταται ὡς θρησκευτικό κίνημα, πλήν ὅμως συνεχίζει νά ὑφίσταται καί μάλιστα θριαμβεύβει στήν πολιτική ζωή τοῦ τόπου.

Ὁ διαχωρισμός καλοῦ - κακοῦ στήν πολιτική ζωή καί στίς σκέψεις, πράξεις καί ἐνέργειες τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καί γυναικῶν εἶναι ἐμφανέστατη καί καθορίζει τήν ὅλη πολιτική δραστηριότητά τους. Ὅλα τά δικά μας  εἶναι καλά καί ὅλα τῶν ἀντιπάλων μας κακά. Ἐχουν χωρίσει τόν κόσμο σέ δύο κατηγορίες τῶν δικῶν μας ὡς καλῶν καί ὅλων τῶν ἄλλων ὡς κακῶν. Οἱ δικές μας πολιτικές ἀπόψεις, ἡ ἰδεολογία μας ἀκὀμη καί οἱ ἰδεοληψίες μας εἶναι ἐξ ὀρισμοῦ καλές γιατί ἐμπεριέχουν τήν ἀλήθεια καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι καί ἀναμφισβήτητες, δέν ἐπιδέχονται οἰανδήποτε κριτική κ.λ.π. ἄρα καλές, ἐνώ οἱ τῶν πολιτικῶν μας ἀντιπάλων εἶναι ἐκ προοιμίου σαθρές, ψευδείς κ.λ.π. καί ἐμπεριέχουν ὅλα τά κακά.

Ἀποτέλεσμα τῆς νοοτροπίας αὐτής εἶναι  νά μήν παραδέχονται ὅτι μπορεί νά ὑπάρχουν καί καλά στοιχεῖα στήν θεωρία τῶν ἀντιπάλων, ὅπως καί κακά στοιχεῖα στήν δική τους.  Αὐτό παρατηρεῖται ὄχι μόνον στίς ἀντιπαραθέσεις μεταξύ τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἀλλά καί μεταξύ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καί γυναικῶν κατά τίς διάφορες συζητήσεις μεταξύ τους, τόσο στίς διάφορες τηλεοπτικές τους ἐμφανίσεις, ὅσο καί στίς συζητήσεις ἐντός τοῦ κοινοβουλίου· λαμβάνουν τόν λόγο, ἐκφράζουν τίς ἀπόψεις τους, ἀδιαφορούν πλήρως τό τί εἶπε ὁ συνομιλητής τους, ἀπαξιοῦν νά  συζητήσουν τίς ἀπόψεις τοῦ συνομιλητή τους, νά τίς κρίνουν καί μέ στοιχεῖα νά τίς κατακρίνουν, ἤ νά παραδεχθούν ὅτι μπορεῖ μερικές ἤ ὅλες ἀπό αὐτές νά εἶναι καλές καί νά ἀποσκοπούν στό καλό τῆς κοινωνίας.

Δυστυχῶς ὁ ἄκρατος ἀτομικισμός πού διέπει τόν λαό μας, ἡ ἐπικρατοῦσα νοοτροπία τῶν πολιτικῶν μας (πολλοί τῶν ὁποίων νομίζουν ὅτι τά ξέρουν ὅλα)  καί ἡ ἐμμονή στίς ίδεολογίες καί ίδεοληψίες τους, δέν ἐπιτρέπει τήν δημιουργική συζήτηση, τόν ἐποικοδομιτικό διάλογο, τήν προσπάθεια συγκλίσεως τῶν διαφορετικῶν  ἀπόψεων καί τήν προσπάθεια εὐρέσεως λύσεων ἀποδεκτῶν ἀπʾ ὄλους πρός ὄφελος τῆς κοινωνίας. Ἄς ἐλπίσουμε ὅτι κάποτε θά ἀλλάξει ἡ νοοτροπία αὐτή.
Πρέπει ὅλοι νά παραδεχθῦμε ὅτι στήν ζωή καί στό Καλό καί στό Κακό ἐνυπάρχει πάντοτε τό ἀμιγές ἀντίθετό του.



* * *


Ὀρθόδοξος: Ἐπειδὴ συνεληλύθαμεν ἀλλήλοις λογικὴν συζήτησιν ποιήσασθαι͵ ἐρωτῶ σε· Τί τὸ ζητούμενον;
Μανιχαῖος: Τὸν περὶ πίστεως γυμνάσαι λόγον͵ ὅπως ἂν εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν.
Ὀρθόδοξος: Τί γάρ ἐστιν ἡ ἀλήθεια;
Μανιχαῖος: Ἡ τοῦ ὄντος διάγνωσις καὶ ὁμολογία.
Ὀρθόδοξος: Τὸ ψεῦδος τῇ ἀληθείᾳ ἐναντίον;
Μανιχαῖος: Παντὶ τρόπῳ.
Ὀρθόδοξος: Πῶς τοῦτο φῄς;
Μανιχαῖος: Ἐπειδὴ ἡ μὲν ἀλήθεια τῶν ὄντων ἐστὶ γνῶσις͵ τὸ δὲ ψεῦδος τοῦ μὴ ὄντος.
Ὀρθόδοξος: Οὐ καλῶς ἀπεκρίθης· ἡ μὲν ἀλήθεια τῶν ὄντων ἐστὶ γνῶσις͵ τὸ δὲ ψεῦδος μὴ ὄντος γνῶσις· τὸ γὰρ μὴ ὂν οὐ γινώσκεται.
Μανιχαῖος: Τί οὖν ἐστι τὸ ψεῦδος;
Ὀρθόδοξος: Τῶν ὄντων ἀγνωσία.
Μανιχαῖος: Ὀρθῶς εἴρηκας.
Ὀρθόδοξος: Εἰ οὖν ἡ μὲν ἀλήθεια τῶν ὄντων ἐστὶ γνῶσις͵ τὸ δὲ ψεῦδος ἄγνοια τοῦ ὄντος͵ εἰπέ μοι· Ἡ γνῶσις ἕξις;
Μανιχαῖος: Ναί.
Ὀρθόδοξος: Εἰ ἡ γνῶσις ἕξις͵ ἡ ἄγνοια πάντως στέρησις.
Μανιχαῖος: Καὶ ἡ ἄγνοια ἕξις.
Ὀρθόδοξος: Τί ἐστιν ἄγνοια;
Μανιχαῖος: Τὸ μὴ ἔχειν γνῶσιν.
Ὀρθόδοξος: Τὸ μὴ στερητικόν ἐστιν ἢ ἀποφαντικὸν καὶ ἑκτικόν;
Μανιχαῖος: Τὸ μὴ στερητικόν ἐστιν.
Ὀρθόδοξος: Μὴ ὂν λέγομεν τὸ ἐστερημένον τοῦ εἶναι;
Μανιχαῖος: Δηλονότι.
Ὀρθόδοξος: Οὐκοῦν εἰ ἡ ἄγνοια τὸ μὴ ἔχειν γνῶσίν ἐστι͵ τὸ δὲ μὴ στερητικόν͵ ἡ ἄγνοια ἄρα στέρησις καὶ οὐχ ἕξις.
Μανιχαῖος: Ὀρθῶς εἴρηκας.
Ὀρθόδοξος: Εἰ οὖν ἡ ἀλήθεια γνῶσις͵ ἕξις δηλονότι· καὶ εἰ τὸ ψεῦδος ἄγνοια͵ στέρησις κατὰ τὸν τῆς ἀληθείας λόγον. Ἔσται οὖν ἡ μὲν ἀλήθεια ἕξις͵ τὸ δὲ ψεῦδος στέρησις͵ καὶ ἔσται ἡ μὲν ἀλήθεια ὄν͵ τὸ δὲ ψεῦδος μὴ ὄν.
Μανιχαῖος: Ἐκ παντός.
Ὀρθόδοξος: Ψεῦδος ἡ κακία ἢ ἀλήθεια;
Μανιχαῖος: Ψεῦδος.
Ὀρθόδοξος: Οὐκ ὂν ἄρα ἡ κακία͵ ἀλλ' ὄντος στέρησις καὶ μὴ ὂν καὶ ὡς στέρησις ἕξει ἀντίκειται τῷ ἀγαθῷ».


Κατά Μανιχαίων διάλογος 1:1-26,
Ιωάννης Δαμασκηνός

* * *

Φωτογραφία: Maurits Cornelis Escher (1898-1972)
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Οκτωβρίου 2016, αρ. φύλλου 856

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας δεν θα εμφανισθεί αμέσως. Θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.