27/5/17

NEAL GABLER: Farewell, America


ΟΔΟΣ 24.11.2016 | 861


Αντίο Αμερική

Δεν έχει σημασία πώς μας είδε ο υπόλοιπος κόσμος στις 7 Νοεμβρίου, τώρα θα μας βλέπει διαφορετικά
(10 Νοεμβρίου 2016)

Μετάφραση: 
ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ

Η Αμερική πέθανε στις 8 Νοεμβρίου, 2016, όχι με πάταγο ή με κλαυθμούς, αλλά από το ίδιο της το χέρι μέσω εκλογικής αυτοκτονίας. Εμείς, ο λαός, διαλέξαμε έναν άντρα, ο οποίος κατατεμάχισε τις αξίες μας, το ήθος μας, τη συμπόνια μας, την ανεκτικότητά μας, την ευπρέπειά μας, την αίσθησή μας του κοινού σκοπού, την ατομικότητά μας- όλα αυτά τα πράγματα που, όσο λεπτά και αν ήταν, δημιούργησαν ένα έθνος από μία χώρα.

Σε όποιο μέρος κι αν ζούμε τώρα, δεν είναι το ίδιο μέρος που ήταν στις 7 Νοεμβρίου. Άσχετο με το πώς μας κοίταζε ο υπόλοιπος κόσμος στις 7 Νοεμβρίου, τώρα θα μας κοιτάζει διαφορετικά. Πιθανόν σαν να είμαστε μία χώρα-παρίας. Και να χαθούμε γι αυτό. Καθώς ερευνούσα τα ερείπια εκείνης της χώρας αυτό το γκρίζο πρωινό της Τετάρτης, βρήκα μια μικρή παρηγοριά στο ποίημα του W.H. Auden γραμμένο την 1η Σεπτέμβρη 1939, που καταλήγει ως εξής:

Ανυπεράσπιστος μέσα στη νύχτα
Ο κόσμος μας σε νάρκη βρίσκεται•
Κι όμως, διάσπαρτα παντού,
Ειρωνικά φωτός σημάδια
Αναβοσβήνουν όπου οι Δίκαιοι
Μηνύματα ανταλλάσσουν:
Ίσως κι εγώ, φτιαγμένος σαν κι αυτούς
Απ’ έρωτα και σκόνη,
Απ’ άρνηση κι απόγνωση
Το ίδιο καταπονημένος,
Δείξω μια φλόγα επιβεβαίωσης.


Ψάχνω αυτή τη φλόγα επιβεβαίωσης.
Γενικά, αυτές οι εκλογές έχουν ονομαστεί “εκλογές του μίσους”, διότι όλοι ομολογούσαν ότι μισούν και τους δύο υποψηφίους. Κατέληξε να είναι οι εκλογές του μίσους λόγω -και ας μην μασούμε τα λόγια μας- της απέχθειας του εκλογικού σώματος. Στα επόμενα χρόνια,θα στηρίξουμε τη βία, το θυμό, τον ρατσισμό, το μισογυνισμό, την ξενοφοβία, τον εθνικισμό, την λευκή αίσθηση του παράπονου που αναμφίβολα θα εξαπολυθεί τώρα που καταστρέψαμε τις αξίες που μας ένωναν.

Όλοι γνωρίζαμε ότι αυτά τα μίση σιγόκαιγαν κάτω από το λεπτότατο λούστρο ευγένειας. Αυτή η ευγένεια τελικά εξαφανίστηκε. Κατά την απουσία της, ίσως συνειδητοποιήσουμε πόσο επιτακτική ήταν αυτή η ευγένεια. Είναι ο τρόπος με τον οποίον καταφέραμε να συνυπάρχουμε.

Αν υπάρχει μία απλή πρόταση που χαρακτηρίζει τις εκλογές, είναι η εξής: “Λέει τα πράγματα που σκέφτομαι.” Γι αυτό ίσως είναι τόσο τρομακτικό. Ποιος ήξερε ότι τόσες δεκάδες εκατομμυρίων λευκών Αμερικανών σκέφτονταν παράλογα πράγματα για τους Αμερικάνους συμπολίτες τους; Ποιος ήξερε ότι δεκάδες εκατομμυρίων λευκοί άντρες ένιωθαν τόσο ευνουχισμένοι από τις γυναίκες και προσβεβλημένοι από μειονότητες;

Ποιος ήξερε ότι μετά από χρόνια, στα οποία διαφαίνονταν πρόοδος στις φυλές και στα φύλλα, δεκάδες εκατομμυρίων λευκών Αμερικανών ζούσαν με κοχλάζουσα δυσαρέσκεια, περιμένοντας να φτάσει ένας δημαγωγός, ο οποίος θα νομιμοποιούσε το χειρότερο εαυτό τους και θα τους καθοδηγούσε σε πολιτική δύναμη; Ίσως ζούσαμε σ' έναν ανόητο παράδεισο. Τώρα όχι πια.

Αυτή η χώρα επέζησε μετά από έναν εμφύλιο, δύο παγκόσμιους πολέμους και μία μεγάλη ύφεση. Πολλοί είναι αυτοί που λένε ότι θα επιβιώσουμε και μετά απ' αυτό. Ίσως και να είναι έτσι, αλλά δεν θα επιβιώσουμε άθικτοι. Γνωρίζουμε πάρα πολλά τώρα ο ένας για τον άλλο για να θεραπευτούν αυτές οι πληγές. Δεν μπορούμε πια να προσποιούμαστε ότι είμαστε ξεχωριστοί ή καλοί, ή προοδευτικοί ή ενωμένοι. Δεν είμαστε τίποτα απ’ όλα αυτά.

Ούτε μπορούμε να προσποιούμαστε ότι η δημοκρατία δουλεύει και ότι οι εκλογές έχουν περισσότερο ή λιγότερο αίσιο τέλος. Η δημοκρατία λειτουργεί μόνο όταν οι μετέχοντες σ' αυτήν συμμορφώνονται με ορισμένες συμβάσεις, ορισμένους κώδικες συμπεριφοράς και σεβασμό για τη διαδικασία της.

Ούτε μπορούμε πια να προσποιούμαστε ότι είμαστε ξεχωριστοί ή καλοί ή προοδευτικοί ή ενωμένοι. Δεν είμαστε τίποτα απ' αυτά.

Ο ιός που σκοτώνει τη δημοκρατία είναι ο εξτρεμισμός, διότι ο εξτρεμισμός αποδυναμώνει αυτούς τους κώδικες. Οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν δείξει έλλειψη σεβασμού για τη διαδικασία αυτή, δεκαετίες ολόκληρες. Θεωρούσαν κάθε δημοκρατικό πρόεδρο αθέμιτο. Καυχιόνταν με υπερηφάνεια ότι εμπόδιζαν κάθε εκλεγμένους Δημοκρατικούς να εφαρμόσουν την πολιτική τους και υποστήριζαν ότι μόνο οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν δικαίωμα τα καθορίζουν την πορεία του έθνους. Δούλευαν ακούραστα για να βεβαιωθούν ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνήσει και για να επαναπροσδιορίσουν το σκοπό της κυβέρνησης ως εμπόδιο μάλλον παρά ως υλοποίηση. Με δυο λόγια, δεν πίστευαν στη δημοκρατία για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ποτέ δεν τους κατήγγειλαν γι αυτήν τους τη στάση.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τον εξτρεμισμό. Μόνο η βία και ο χρόνος μπορούν να τον νικήσουν. Η πρώτη είναι απαράδεκτη, η δεύτερη λύση αργεί πάρα πολύ. Αν και ο Τράμπ είναι εξτρεμιστής, κάτι μου λέει ότι σαν πρόεδρος θα είναι αγαπητός και πολύ πιθανόν να επανεκλεγεί έστω και με στενά περιθώρια, άσχετο με το τι θα κάνει ή δεν θα κάνει. Κι αυτό γιατί από την εποχή του Ρόναλντ Ρίγκαν, η ρητορική απέφευγε τη δράση, οι αγορεύσεις αντικατέστησαν τη διακυβέρνηση.

Ο Τράμπ είχε απόλυτο δίκαιο όταν κόμπαζε ότι θα μπορούσε να πυροβολήσει κάποιον στη μέση της Πέμπτης Λεωφόρου και οι οπαδοί του δεν θα νοιάζονταν. Ήταν η αισχρή μεγαλοστομία ενός δικτάτορα, αλλά ενός, που κατάλαβε ότι οι εκλογές αυτές δεν αφορούσαν ποτέ την πολιτική ή τα οικονομικά ή “το σωστό και λάθος μονοπάτι” ή ακόμη και τις αξίες. Ήταν μία διέξοδος. Όσο ο Τράμπ έδινε διέξοδο στα παράπονά τους, οι λευκοί υποστηρικτές του δεν νοιάζονταν για τίποτα άλλο.

Είναι αρκετά έξυπνος για να καταλάβει ότι αυτό δεν θ' αλλάξει κατά την προεδρία του. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ πιθανόν να ενταθεί ακόμη περισσότερο. Η λευκή Αμερική, η Αμερική του Τραμπ, θέλει απλά να ακούει το θυμό της να βελάζει. Αυτή είναι μια εποχή, κατά την οποία ο άμβωνας του εκφοβισμού θα είναι κυριολεκτικός.

Τα ΜΜΕ δεν μπορούν να αποσιωπήσουν το γεγονός ότι κατέστησαν δυνατόν να μπει στο Λευκό Οίκο ένας απολυταρχικός. Πολύ πριν να σκεφτεί να συμμετάσχει σε προεκλογική εκστρατεία, ήταν ήδη δημιούργημα των ΜΜΕ- τακτικός στις κουτσομπολίστικες σελίδες, φωτογραφίες του παρουσιάζονταν στα εξώφυλλα περιοδικών, ο χρεοκοπημένος (ηθικά και παντοιοτρόπως) μεγιστάνας που μίσθωνε και απέλυε μαθητευόμενους.

Όταν άρχισε προεκλογική εκστρατεία, τα ΜΜΕ δεν τον μεταχειρίστηκαν ως υποψήφιο αλλά ως διασημότητα, και έτσι τον αντιμετώπιζαν διαφορετικά από τις συνηθισμένες δημοσκοπήσεις. Τα ΜΜΕ του έδιναν δωρεάν δημοσιότητα, διαλαλούσαν τις ανοησίες του, εκτόξευαν τα τιτιβίσματά του, του επέτρεπαν να τηλεφωνεί κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεών του, έπεσαν στις παγίδες του και γενικά τον προσκυνούσαν μέχρι που ξαφνικά ανακάλυψαν ότι αυτό το ανέκδοτο, μπορούσε πράγματι να γίνει πρόεδρος.

Ακριβώς όπως ο Τράμπ κατατεμάχισε τις αξίες μας, το έθνος μας και τη δημοκρατία μας, κατατεμάχισε και τα ΜΜΕ. Σ’ αυτό, όπως και στην πολιτική του, είναι μόνο ο πιο πρόσφατος αβατάρ μίας διαδικασίας που άρχισε πολύ πριν από την υποψηφιότητά του. Ακριβώς όπως ο αγιοποιημένος Ρ. Ρήγκαν, δημιούργησε ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς που οι Ρεπουμπλικάνοι αργότερα θα εκμεταλλεύονταν εναντίον των Δημοκρατικών, οι συντηρητικοί απονομιμοποίησαν την παραδοσιακή δημοσιογραφία για να μπορέσουν να γεμίσουν τον κενό χώρο.
Με την εκλογή του Τραμπ, νομίζω ότι το ιδανικό μιας αντικειμενικής, ειλικρινούς δημοσιογραφίας πέθανε, ποτέ δεν θα αναστηθεί

Ο απόμαχος συντηρητικός οικοδεσπότης σε εκπομπές συζητήσεων στην τηλεόραση Τσάρλυ Σάϊκς, παραπονέθηκε ότι μετά από χρόνια βίαιων επιθέσεων από τη δεξιά πτέρυγα, τα ΜΜΕ δεν μπορούν πια να λειτουργήσουν κανονικά με ρεπόρτερ, παρατηρητές, σχολιαστές και ανταποκριτές και είπε ότι τους χρειαζόμασταν. Όπως ο Γκέμπελς πριν απ' αυτούς, οι συντηρητικοί κατάλαβαν ότι έπρεπε να δημιουργήσουν τα δικά τους δεδομένα, τις δικές τους αλήθειες, τη δική τους πραγματικότητα. Το έκαναν, και με την πράξη τους αυτή κατέστρεψαν αποτελεσματικά την πραγματική ιδέα της αντικειμενικότητας. Ο Τραμπ μπορεί να ψεύδεται συνεχώς μόνο επειδή η λευκή Αμερική δέχτηκε μια οργουελική αίσθηση της αλήθειας -την αλήθεια που αντιστρέφει τα μέσα-έξω.

Με την εκλογή του Τραμπ, νομίζω ότι το ιδανικό μιας αντικειμενικής, ειλικρινούς δημοσιογραφίας πέθανε, και δεν θα αναστηθεί. Σαν τον Νίξον και την Σάρα Πέϊλιν πριν απ’ αυτόν, ο Τραμπ στράφηκε εναντίον των ΜΜΕ, γυρίζοντας σε μπούμερανγκ την περιφρόνηση του κοινού για τον Τύπο. Στράφηκε εναντίον αυτού που θεωρούσε ως ελίτ και προκατειλημμένα μέσα, και λειτούργησε με την ιδέα ότι ο Τύπος περιφρονούσε την εργαζόμενη τάξη των λευκών Αμερικανών.

Ανάμεσα στις πολλές διαχωριστικές γραμμές, που όλο και περισσότερο εξαπλώνονται τώρα στη χώρα, αυτή είναι πολύ μεγάλη, δηλαδή η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα ΜΜΕ και στους λευκούς της εργατικής τάξης, διότι δημιουργεί μια Άγρια Δύση πληροφόρησης- μία οικολογία μέσων ενημέρωσης στην οποία τίποτα δεν μπορεί κανείς να πιστέψει εκτός από αυτό που ήδη πιστεύει. Με τα παραδοσιακά ΜΜΕ τόσο απονομιμοποιημένα- μία απονομιμοποίηση για την οποία φέρουν τα ίδια μεγάλη ευθύνη, μια και δεν είχαν το θάρρος να ξεσκεπάσουν τα ψέμματα και να εκθέσουν τις λαθεμένες ισορροπίες- πολύ μικρό ρόλο έχουν να παίξουν στην πολιτική μας από δω και πέρα.

Υποψιάζομαι ότι τα περισσότερα θα παραδοθούν στον Τραμπισμό- αφού κατάφεραν να ομαλοποιήσουν τον Τραμπ ως υποψήφιο, αναμφίβολα θα τον ομαλοποιήσουν ως πρόεδρο. Οι ασύρματες ειδήσεις ίσως ακόμη και να τον καλωσορίσουν ως μία διαρκή ψυχαγωγία και αρωγό ακροαματικότητας. Και τέλος πάντων, σαν τον Ρήγκαν, είναι αδιάτρητος στις σφαίρες. Τα μέσα δεν μπορούν να τον αγγίξουν, ακόμη κι αν το ήθελαν. Πιθανώς, θα υπάρχουν κάποιοι θαρραλέοι γορίλες στον παραδοσιακό τύπο, ένα είδος Αντίστασης, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να τον ελέγξουν με γεγονότα. Μα θα είναι πολύ λίγοι, και θα σφυρίζουν στον άνεμο. Ο Τραμπ, όπως όλοι οι δικτάτορες, είναι η δική του -ο ίδιος- αλήθεια.

Πολύ περισσότερο, ο Τραμπ υποσχέθηκε ήδη να κηρύξει πόλεμο στον Τύπο από τα δικαστήρια και τις αίθουσες του Κογκρέσου. Θέλει να χαλαρώσει την προστασία λιβελογραφημάτων και απείλησε τον ιδιοκτήτη της Ουάσινγκτον Πόστ και του Άμαζον τον Τζεφ Μπέζος με μία αγωγή αντιμονοπωλείου. Ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι έχουν κάθε λόγο επίσης να τον φοβούνται. Ήδη ξεχώρισε την Κέϊτυ Ταρ από το NBC, ίσως την καλύτερη τηλεοπτική ρεπόρτερ, έτσι ώστε χρειάστηκε τις Μυστικές Υπηρεσίες για να την προστατέψουν στη διάρκεια μίας του συνάθροισης.

Οι εβραίοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι επέκριναν τον Τραμπ, υπέστησαν κακόβουλο αντισημιτισμό και εκφοβισμούς από τους εναλλακτικούς-δεξιούς. Για τον τύπο, πιθανόν αυτό να είναι το καινούργιο φυσιολογικό σε μία Αμερική, στην οποία οι λευκοί ανωτέρας φυλής, οι νεο-Ναζί πολιτοφύλακες, οι ρατσιστές, οι σεξιστές, οι ομοφοβικοί και οι αντισημίτες έχουν νομιμοποιηθεί από έναν καινούργιο πρόεδρο που “λέει ό,τι σκέφτομαι”. Θα είναι μια εποχή ελεύθερων σκοπευτών.

Αυτό μετατρέπει τα ΜΜΕ από ρεπόρτερ σε στόχους, και έχουν λίγες διεξόδους. Κι όμως, αν κάποιος δείξει το δρόμο προς τα εμπρός, ίσως να είναι ο αρθρογράφος των Νιου Γιορκ Τάϊμς, ο Ντέϊβιντ Μπρούκς. Ο Μπρούκς δεν είναι υπόδειγμα. Πάντοτε φαινόταν να παραμελεί οικειοθελώς τον ανερχόμενο φασισμό του ρεπουμπλικανισμού (τώρα όχι πια ανερχόμενου), και ήταν απολογητής (συνήγορος) του συντηρητικού αυτοδημιούργητου εμπλουτισμού και της θρησκοληψίας.

Αλλά αυτήν την περίοδο της προεκλογικής εκστρατείας, ο Μπρούκς διαχώρισε εντελώς τη θέση από την πολιτική. Φάνηκε να έχει φτάσει στο συμπέρασμα ότι δεν θα μπορούσε να προκύψει τίποτα καλό απ’ όλο αυτό και αποσύρθηκε στην πνευματικότητα. Εκείνο που προήγαγε ο Μπρούκς ήταν αξίες αμοιβαίου σεβασμού, μια τολμηρή αίσθηση στράτευσης των πολιτών, έμφαση στην κοινότητα και τη γειτονιά και γενικά μία πίστη σε μία στάλα ανόδου της ευπρέπειας μάλλον παρά σε μία στάλα κατηφόρας στα οικονομικά. Δεν είναι πολύ αισιόδοξος, αλλά δεν έχασε όλες του τις ελπίδες.

Για εκείνους από μας που μαραζώνουν από απόγνωση, ίσως αυτή να είναι μία συνταγή για ανανέωση. Χάσαμε τη χώρα, αν όμως επανεστιάσουμε, ίσως έχουμε κερδίσει το μικρό κομμάτι του κόσμου και πιο στενά, την οικογένειά μας. Για τους δημοσιογράφους, ο Μπρούκς ίσως δείξει πως η πολιτική δημοσιογραφία, η οποία όπως είπα, ίσως να είναι άσχετη στην εποχή του Τραμπ, μπορεί να παράσχει ένα ευρύτερο ηθικό κείμενο, στο οποίο μελετά κάποιος την επίδραση που η πολιτική, η στρατηγική και η διακυβέρνηση έχουν, όχι μόνο στη φυσική και οικονομική μας ευμάρεια αλλά και στην πνευματική μας επίσης. Σε μία κοινωνία, η οποία μπορεί να είναι εριστική και απεχθής, χρειαζόμαστε μία εθνική συζήτηση για τις αξίες. Τα ΜΜΕ θα μπορούσαν να βοηθήσουν να ξεκινήσει η συζήτηση αυτή.

Αλλά τα αποδυναμωμένα μέσα ίσως να έχουν έναν ακόμη ρόλο να εκπληρώσουν: πρέπει να γίνουν αυτόπτες μάρτυρες. Σε πολλά χρόνια από σήμερα, οι μελλοντικές γενιές θα χρειαστεί να μάθουν τι μας συνέβη και πώς συνέβη. Θα πρέπει να μάθουν πώς θυμωμένοι λευκοί Αμερικανοί, γεμάτοι φαρισαϊκή αγανάκτηση, βρήκαν έναν τρόπο για να επανακτήσουν μία χώρα που ένοιωθαν ότι τους ανήκε και την οποία πίστευαν ότι είχαν χάσει.

Θα χρειαστεί να μάθουν για την ασχήμια και το κακό που μας κατέστρεψε σαν έθνος, αφού πρώτα μεγάλοι άντρες, όπως ο Λίνκολν και ο Ρούσβελτ μας οδήγησαν μέσα από προηγούμενες κρίσεις και κρατήσαμε άθικτες τις αξίες μας. Θα χρειαστεί να μάθουν, και θα χρειαστούν σθεναρά, στρατευμένα, ηθικά ΜΜΕ για να τους τα μεταφέρουν. Θα μας χρειαστούν.

Δεν ζούμε πια μόνο για τον εαυτό μας σ’ αυτήν τη χώρα. Ζούμε τώρα για την ιστορία._


Neal Gabler: Συγγραφέας πέντε βραβευμένων βιβλίων, δημοσιογράφος, ιστορικός, εκφωνητής, κριτικός κινηματογράφου, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Γεννήθηκε στο Σικάγο το 1950. Πολλές διακρίσεις σε όλους τους τομείς με τους οποίους ασχολήθηκε.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Νοεμβρίου 2016, αρ. φύλλου 861

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας δεν θα εμφανισθεί αμέσως. Θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.