12/7/17

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: «Λόπου Σέτς»


Καθώς τα περισσότερα σύγχρονα κατ’ επίφαση μυθιστορήματα δε διαφέρουν πολύ από τα κακής ποιότητας τηλεοπτικά σήριαλ με τα οποία γεμίζουν τα προγράμματα των καναλιών της χώρας, ομολογώ ότι προσεγγίζω πάντοτε με επιφύλαξη τη σημερινή ελληνική λογοτεχνία. Το βιβλίο της Σοφίας Κλειούση εντούτοις, ήρε τις επιφυλάξεις μου από την πρώτη στιγμή.

Το «Λόπου Σέτς», το «Λημέρι του Λύκου», λατινογενές τοπωνύμιο του Γράμμου, προφανώς απομεινάρι της γραμμουστιανής διαλέκτου των Ελληνοβλάχων, αφετηρία, τίτλος και τόπος γύρω από τον οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα, συμβολίζει εκτός των άλλων την αντίσταση της Ρωμιοσύνης στην Οθωμανική κατοχή – αφού οι κάτοικοι του παλιού οικισμού, τον εγκατέλειψαν κι έκτισαν άλλον ψηλότερα, για να απαλλαγούν από τις ταπεινώσεις των τότε κυριάρχων, τους οποίους συχνά αντιπροσώπευαν νεοφώτιστοι εξισλαμισμένοι Αλβανοί, που διεκδικούσαν τα ίδια ορεινά λιβάδια.

Σ’ αυτό το μικρό χωριό του Γράμμου, το Μονόπυλο, το άλλοτε Πιλκάτι, δίπλα στο Τρίλοφο, την παλιά Σλήμνιτσα, αλλά και δίπλα στα σημερινά ελληνοαλβανικά σύνορα, εγκαταλελειμμένο σήμερα, όπως και όλα τα χωριά του ορεινού όγκου, εξυφαίνεται η ιστορία της Κλειούση. Το χρονικό του μύθου, πίσω από τον οποίο ξετυλίγεται η ιστορία προφανώς της οικογένειας της συγγραφέως, ξεκινά στα στερνά χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας και τελειώνει στα έσχατα της χαρισάμενης εποχής – με την έλευση των γερμανικών στρατευμάτων στα 1941.

Άλλοτε, για τους κάτοικους του μικρού χωριού δεν υπήρχαν σύνορα, ούτε για τις οικονομικές τους δραστηριότητες, όταν την αυτάρκεια της οικιακής οικονομίας συμπλήρωνε το εμπόριο στα βορειοηπειρωτικά ρωμιοχώρια και στην Κορυτσά, ούτε για τις κοινωνικές τους σχέσεις, αφού συχνά προέκυπταν γάμοι με συντρόφους από την εκείθεν πλευρά του Γράμμου.

Οι πρακτικές αυτές συνεχίστηκαν ασφαλώς μέχρι τα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του 1940 και διακόπηκαν βίαια ύστερα από τα τότε συμβάντα. Ο Γράμμος άλλωστε ήταν πεδίο συνάντησης όλων των γλωσσικών ομάδων της Βαλκανικής και κατά συνέπεια οι κάτοικοι του χαρακτηρίζονταν από το φαινόμενο της φυλετικής, γλωσσικής και πολιτισμικής όσμωσης. Οι δε κάτοικοι των χωριών του μύθου της Κλειούση, που αναφέρονταν από το σχολάρχη Καστοριάς Αναστάσιο Η. Πηχιών ως Γραικαλβανοί, όρος που προσδιόριζε τους αλβανόφωνους Έλληνες, ήταν αίμα και σάρκα της Ρωμιοσύνης.

Η ιστορία της Κλειούση ξεκινά με τη αποδημία στην Αμερική του νεαρού προγόνου, την τυχαία συνάντηση του στον Πειραιά με έλληνα αξιωματικό και την αναγκαστική επιστροφή του – για να σταθεί στην ορφανέψασα οικογένεια και να κρατήσει τη μελισσοκομική «επιχείρηση».

Εντέχνως μάλλον, η μετανάστευση δεν προβάλλει και δεν προβάλλεται ως ειδυλλιακή και σωτήρια – αλλά ως ανάγκη, συμβιβαστική αντίδραση στην οικονομική ανέχεια. Η ζωή ξαναστήνεται στο χωριό, στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, όταν η φυσική απομόνωση το καθιστά ιδανικό καταφύγιο του καταδιωκόμενου έλληνα αξιωματικού –εκείνου του ίδιου του τυχαίου συναπαντήματος, που έχει εμπλακεί σε επεισόδιο με συνάδελφο του– υπόμνηση του Διχασμού, ακήρυχτου εμφυλίου πριν τον Εμφύλιο.

Του Διχασμού, που μαζί με τον Εμφύλιο, κληροδότησαν στη χώρα μας τη σημερινή έλλειψη πολιτικής ομοψυχίας. Το καταφύγιο εκείνο – καλύβα και ιερό - θα συμβάλει στο στήσιμο της πλοκής. Στις επόμενες δεκαετίες αναπαριστάται η «επική» πορεία της οικογένειας και η ζωή στο ορεινό χωριό, μέσα από αγνούς και γνήσιους έρωτες, γάμους, γεννήσεις και θανάτους, φυσικούς ή βίαιους.

Το μυθιστόρημα της Κλειούση τελειώνει συνειδητά με τη γερμανική κατοχή – τα μετέπειτα αποσιωπούνται, ή ξεπροβάλλουν ακροθιγώς και διακριτικά - αλλά μας οφείλονται με ένα δεύτερο μυθιστόρημα της συγγραφέως. Διότι τα γεγονότα του Εμφυλίου και η αυτόβουλη ή αναγκαστική προσφυγιά στις τότε ανατολικές χώρες, όπου, στο Μπρασόφ της Ρουμανίας, θα εκμετρήσει το ζην η προγιαγιά - νύφη από την Κιουτέζα, κεφαλοχώρι με 468 Έλληνες στα 1913 – από όποια οπτική και αν τις δει κάποιος – δεν παύουν να είναι η ιστορία του τόπου μας, ηρωική και πονεμένη και από τις δυο πλευρές. Η γραφή της συγγραφέως άλλωστε, αφηγείται χωρίς να προκαλεί, αλλά πονάει με τη σκληρότητα των ανθρώπινων τεκταινομένων –που θαρρείς πως συνταιριάζουν με την άγρια ομορφιά του Γράμμου…

Αυτά που χαρακτηρίζουν και τιμούν το μυθιστόρημα της Σοφίας Κλειούση, γοητεύοντας τον αναγνώστη, είναι η σεμνότητα και η ευπρέπεια του ύφους και του περιεχομένου, καθώς και η γλωσσική αρτιότητα, απόρροια ασφαλώς των σπουδών της φιλολόγου συγγραφέως – στοιχεία τα οποία και τα δυο δυστυχώς απουσιάζουν από την πλειονότητα των σύγχρονων ελληνικών μυθιστορημάτων. Σοφία Κλειούση, στη γραφή σου υποκλίνομαι…


ΣΟΦΙΑ ΚΛΕΙΟΥΣΗ: Λόπου Σέτς
εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 2015

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9 Φεβρουαρίου 2017, αρ. φύλλου 872

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας δεν θα εμφανισθεί αμέσως. Θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.