16/2/18

Marilena Nik: Καλοκαίρι...



«Καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη»
Στριφογύριζα όλη τη νύχτα στο κρεβάτι μου, κάθε χρόνο τα ίδια, η νύχτα πριν τις διακοπές. Πρωί-πρωί όρθιος να περιμένω τους δικούς μου να ξυπνήσουν «σηκωθείτε, θα μεσημεριάσουμε». Φόρτωμα τις βαλίτσες, η γκρίνια της μαμάς αν τα πήραμε όλα, να τσεκάρουμε το διαμέρισμα, όλα κλειστά, φύγαμε.
Χάζεμα στο δρόμο, δεξιά τα βουνά κι αριστερά η θάλασσα, μια γλυκιά αδημονία να φτάσουμε γρήγορα, ας πετάξουμε. Η πόλη φάνηκε, ένας αναστεναγμός βγήκε απ’ τ’ αμάξι, το σπίτι των παππούδων με τις μπουκαμβίλιες και λίγα μέτρα πιο κάτω η θάλασσα. Ο παππούς κι η γιαγιά στο κατώφλι, αγκαλιές και καλωσορίσματα.
Γρήγορα το μαγιό και παραλία. Καινούριες αγκαλιές με τα φιλαράκια και πειράγματα κι επιτέλους καλοκαίρι. Η θάλασσα καθρέπτης και τα μάτια να ψάχνουν ολόγυρα εκείνη ή καλύτερα τα καστανόξανθα κατσαρά μαλλιά της. Φέτος το αποφάσισα, θα της μιλήσω, τέλος, μεγαλώσαμε πια, θα πάμε Δευτέρα γυμνασίου. Η αδελφή της είναι αυτή εκεί, άρα κάπου θα... να ‘την, με μωβ μπικίνι, τα μαλλιά βρεγμένα απ’ τις βουτιές, μαυρισμένη κι εγώ κάτασπρος, κουράγιο.
Τ’ απόγευμα ποδηλατάδα με τους φίλους, αστειεύονται τραγουδιστά «μόνο ένας δρόμος υπάρχει για σένα» και καθώς στρίβαμε σ’ αυτόν τον δρόμο, να ΄την μαζί με την αδελφή της και μια φίλη τους, έκανε βόλτες. Το καρώ πουκάμισο ανοιχτό και καμαρωτός πάνω στη σέλα του ποδηλάτου. Με κοιτάει, της χαμογελάω, μου χαμογελάει, καλά πάμε, αύριο στη παραλία θα της μιλήσω, τέλος...

«Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι»
Ο ιδρώτας έτρεχε σχηματίζοντας ρυάκια στη πλάτη μου, έσκυψα στ’ αυτί του και του ψιθύρισα λόγια ερωτικά, η γλώσσα μου έγλειφε το πλάι του λαιμού του, βόγγηξε, οι παλάμες του αγκάλιασαν το πρόσωπό μου, το φιλί ήρθε σαν κύμα μανιασμένο, πάθος σαν λεπτό πυρακτωμένο σύρμα μας διαπέρασε. Το γυμνό μου στήθος χάιδευε το δικό του, τα κορμιά μας λικνίζονταν ενωμένα, κάθε καμπύλη και κοίλωμα ενώνονταν και γίνονταν ένα. Ένας χορός μεθυσμένος απ’ την ηδονή, ανάσες βαριές, σήκωσα το κορμί μου κι έγειρα το κεφάλι προς τα πίσω, τα χέρια του πίεζαν τους λαγόνες μου, μισόκλειστα μάτια… ο ανεμιστήρας στο ταβάνι αγκομαχούσε μαζί μας, οι κουρτίνες ερωτοτροπούσαν με τη θαλασσινή αύρα, ένα μεσημέρι καλοκαιρινό...

«Καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ‘να χέρι»
Σαββατιάτικο πρωïνό του Ιούλη, απ’ το ράδιο ακούγεται μόνο κλασσική μουσική, τί να συμβαίνει; Ετοιμαζόμαστε για τη παραλία, μπαίνει ο μπαμπάς, «γενική επιστράτευση» μας λέει, η Τουρκία έχει εισβάλλει στη Κύπρο, εν τω μεταξύ στο ράδιο λένε ειδήσεις και καλούνται οι άντρες σε επιστράτευση. Όσοι έχουν λευκό απολυτήριο στρατού, δεν επιστρατεύονται, μεταξύ αυτών κι ο μπαμπάς μου. Βγαίνουμε στο δρόμο για να πάμε για μπάνιο, ο κόσμος φεύγει απ’ τη θάλασσα, φωνές, κλάματα και μέχρι να φτάσουμε η παραλία άδεια.
Ο κόσμος τρέχει στα μπακάλικα για να ψωνίσει ό,τι βρει, γιατί το πρώτο που ζητούν είναι ζάχαρη; Οι γονείς της γειτονιάς χαιρετούν κλαίγοντας τα παιδιά τους που επιστρατεύονται κι εμείς τα πιτσιρίκια τρέχουμε να δούμε στους άλλους δρόμους, τί γίνεται, ζούμε κάτι πρωτόγνωρο, «πόλεμος, πόλεμος» φωνάζουμε.
Όπως κάθε σούρουπο, αρχίζουν να βγαίνουν οι καρέκλες στο πεζοδρόμιο, παρέες παρέες η γειτονιά συζητάει τα γεγονότα και οι αναμνήσεις δεν αργούν να ξυπνήσουν έναν άλλον πόλεμο. Απόψε δεν παίζουμε, μόνο ακούμε τις ιστορίες των μεγάλων, τρώγοντας καρπούζι. Μόλις πέφτει η νύχτα για τα καλά, αστυνομικοί περνούν και μας λένε να σβήσουμε τα φώτα, γενική συσκότιση… σκοτάδι πηχτό, αφέγγαρη νύχτα, κοιτάζω τον ουρανό, θα ‘ρθούν τ’ αεροπλάνα;

«Καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη»
Στα μέσα του Ιούλη τελειώσαμε την εξεταστική της σχολής μας κι ετοιμαστήκαμε να κατέβουμε στην Αθήνα με τη μηχανή μας. Είχαμε δυο χρόνια που μαζεύαμε τα λεφτά για να την αγοράσουμε, χωρίς να πούμε τίποτα στους δικούς μας, “κολλητάρια” απ’ το δημοτικό, μαζί παντού. Τα μαλλιά μακριά, μούσι, «χτυπήσαμε» και τατουάζ στην ωμοπλάτη, δέσαμε το κόκκινο φουλάρι στο λαιμό, φορέσαμε τα κράνη και ξεκινήσαμε το ταξίδι που είχαμε ονειρευτεί –Θεσσαλονίκη, Αθήνα με μηχανή– ξέγνοιαστοι καβαλάρηδες. Καλοκαίρι του ’81, ο πλαστικός ο ήλιος ο πράσινος είχε γεμίσει την εθνική, σημαιούλες παντού και αρκετά αυτοκίνητα που μας προσπερνούσαν είχαν κι αυτά σημαίες που πάφλαζαν απ’ τον αέρα. Μόλις άρχισε να νυχτώνει φτάσαμε Καμένα Βούρλα, όπως το είχαμε σχεδιάσει, αράξαμε στη παραλία με τους υπνόσακους, πήραμε κάτι για φαγητό και παγωμένες μπύρες.
Μετά από καμμιά ώρα, ήρθαν στη παραλία μια μεγάλη παρέα τουρίστες, αγόρια και κορίτσια, μαγνητόφωνο στη διαπασών, μπύρες στα χέρια και χόρευαν. Ο κολλητός μου ήθελε να μάθει από πού είναι και τους πλησίασε. Μου έκανε νόημα να πάω κοντά τους αλλά δεν σηκώθηκα, ήρθε πάλι κοντά και μου είπε ότι είναι από την Αμερική, «φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» του απάντησα και φεύγοντας μου κάνει με τα χέρια νόημα «άϊ, παράτα με». Το πρωί έφυγε μαζί τους, κρατώντας αγκαλιά μια κοπέλα, συνέχισα μόνος... από τότε δεν ξαναμιλήσαμε.

«Καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι»
Θρήνος
Λουλούδια
Αποχαιρετισμός
Άυλη παρουσία
Απουσία
Σιωπή
Κενό
Θυμάμαι
Αύγουστος ήταν.

«Καλοκαίρι
μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει»
Κι έμεινα τώρα εγώ η τελευταία να σας αφηγηθώ μια καλοκαιρινή ανάμνηση αλλά, εμένα μ’ αρέσει αυτή η στιγμή, τώρα εδώ, ηλιοβασίλεμα, ακόμα ένα καλοκαίρι που είμαστε όλοι μαζί, ας πιούμε ακόμα ένα ποτηράκι και ν’ ανοίξω την ένταση για ν’ απολαύσουμε το τραγούδι...

Marilena Nik*


“Καλοκαίρι” τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου.

(*) Η αναγνώστρια της ΟΔΟΥ εξέφρασε την επιθυμία να υπογράψει με ψευδώνυμο

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Ιουλίου 2017, αρ. φύλλου 895

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.