25/2/18

ΙΩΑΝΝΑΣ ΝΑΟΥΜ: Στίχοι σταχτιοί και τριανταφυλλένιοι


ΟΔΟΣ 3.8.2017 | 897 "Ακούω τρέμοντας σιωπή"


Τα ποιήματα του Ίωνα Δραγούμη 



'Ολες οι ώρες δεν είναι καρπερές· κι όμως 
όλες τις ώρες σκαλίζω την ψυχή μου από συνήθεια. 
(Ίων Δραγούμης, Το μονοπάτι)


Tα ποιήματα της μυθικής όσο και συσκοτισμένης, και εν πολλοίς μάλλον άγνωστης ακόμη προσωπικότητας του Ίωνα Δραγούμη, είναι γραμμένα, καθώς προκύπτει μέχρι στιγμής από την έρευνα των καταλοίπων του, στο διάστημα 1899-1905, δηλαδή στην πιο "αθώα" αλλά όχι και αφελή νεότητά του, και βρίσκονται διάσπαρτα στα Φύλλα Ημερολογίου του, στην συντριπτική τους πλειοψηφία στον πρώτο τόμο. Διάσπαρτα ή ορθότερα, συσσωματωμένα στη ρευστή, ονειρική και στοχαστική, αυτοαναλυτική και κριτική πρόζα της ημερολογιακής γραφής του νεαρού Ίωνα, τα ποιήματα αυτά αποτελούν τμήμα της αναπόσπαστο, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίστηκαν με ειρωνική συγκατάβαση από τον νηφάλιο κατά τα άλλα, επιμελητή τριών τόμων (Α', Ε’ & ΣΤ’) των ημερολογίων του Ίωνα Δραγούμη, Θεόδωρο Σωτηρόπουλο.

Συγκεκριμένα, διαβάζουμε στο εισαγωγικό σημείωμα: "Αν απουσιάζει το Υπουργείο Εξωτερικών, περισσεύουν τα ποιήματα, ιδιοτυπία αυτού του τόμου. Δεν γνωρίζουμε αν ο Δραγούμης έγραφε νωρίτερα, πάντως στα τετράδια το πρώτο στιχούργημα, με σατιρικούς τόνους, εμφανίζεται τον Ιούνιο του 1899. Συνεχίζει να γράφει στίχους αρκετά συχνά έως και το 1902, για να αραιώσει και να σταματήσει, απ’ όσο έχω υπόψη μου μεταξύ 21 και 25 ετών, σε μια ηλικία όπου όλοι σχεδόν γράφουν, και παύει ακριβώς σ’ εκείνο το κρίσιμο κατά τον T.S. Eliot χρονικό σημείο για τους αληθινούς ποιητές. Δεν ξέρω αν θα βρεθούν στα κατάλοιπά του και άλλα ποιήματα. Με όσα έχουμε εδώ φαίνεται ότι πολύ σοφά αποφάσισε να εγκαταλείψει τη στιχουργική. Προφανώς κατάλαβε ότι αυτός ο τρόπος έκφρασης δεν του ταιριάζει, παρ’ όλη την έντονα συναισθηματική, ερωτική και λυρική φύση του. Κι όμως οι στίχοι του είναι δύσκαμπτοι και χωρίς ρυθμό, με αδέξια έκφραση, εγκεφαλικοί και περιγραφικοί, συχνά παλαμικοί απόηχοι. Τα παραδείγματα νομίζω περιττεύουν μιας και η συντριπτική τους πλειοψηφία κινείται σ’ αυτό το επίπεδο. Λίγοι στίχοι, ούτε καν ολόκληρα ποιήματα διασώζονται."¹ Την απολογητική αυτή διάθεση του επιμελητή, με την οποία συστήνει τις δοκιμές γραφής αυτής της περιόδου του Ίωνα Δραγούμη, επισφραγίζει μάλιστα και η μάλλον επιτιμητική κατάληξη του εισαγωγικού σημειώματος: "Ο τόμος αυτός, που φθάνει ως τον Μάιο του 1902, είναι ίσως ο πιο αδύνατος, ως συνολικό αποτέλεσμα, από το ημερολόγιό του."²

Στην σύντομη παρουσίαση που ακολουθεί, θα πρότεινα να αντιστρέψουμε για λίγο αυτό το πρίσμα προσέγγισης, που συζητά τα ποιήματα και γενικώς την πρώιμη γραφή του Δραγούμη ως υποδεέστερη του δραστήριου και ωριμότερου συγγραφικά μεταγενέστερου εαυτού του ή ακόμη ως μια στιγμή θετικής ενδεχομενικότητας που η κατοπινή δράση σκέπασε βαριά, και να επιχειρήσουμε να αναπλαισιώσουμε αυτό το συγγραφικό υλικό με βάση περισσότερο το διακειμενικό πλέγμα που το συγκροτεί, τις πολλές φωνές που αντηχούν εντός του και τις ενδεχόμενες απευθύνσεις του. Κι αυτό, όχι για να αποδώσουμε περίσσιες και όψιμες ποιητικές δάφνες στο Ίωνα Δραγούμη, αλλά για να προσεγγίσουμε ίσως καλύτερα ορισμένες παραμέτρους στη διαμόρφωση της σύνθετης προσωπικότητάς του με σκοπό την κατανόησή της, για να φωτίσουμε μια πτυχή της, παραπληρωματική (και όχι απαραιτήτως και μόνον αντίρροπη) από εκείνη της πολιτικής δράσης του. Όπως επισημαίνει η Αικατερίνη Κουμαριανού, "[σ]ίγουρα, ο Ίων Δραγούμης υπήρξε δέκτης ευαίσθητος στα μηνύματα των καιρών του, στις προκλήσεις της εποχής, αλλά και όσα αντιστοιχούσαν στις ανθρώπινες νοοτροπίες και συμπεριφορές."³ Αυτή η ευαίσθητη δεκτικότητα που συχνά αγγίζει τον εκλεκτικισμό, παρατηρείται τόσο στις ιδεολογικές και ευρύτερες πνευματικές του ζητήσεις, όσο και ειδικότερα στις λογοτεχνικές.

Ας πάρουμε, αίφνης, λίγους από τους πρώτους στίχους που εμφανίζονται στα Φύλλα, από το άτιτλο ποίημα (6 Δεκεμβρίου 1899):

Στο βράχο 
οπώχει κάτω θάλασσα
τον υψηλό, εστέκουνταν
μονάχος. [...]
Και πίσω του σα φύσαγε
αγέρας, όλο μαλακά
στη θάλασσα τον έσπρωχνε
και σφύριζε στ' αυτί του:
Πέσε στα μαύρα κύματα,
σιωπηλά, στα ελαφρά
-που τόνα στ' άλλο χάνεται-
στα ελαφρά τα κύματα.

Ή ακόμη, ορισμένους από το διαφορετικού κλίματος ποίημα με τίτλο "Ζωή Αθηνών και περιχώρων" (26 Ιουνίου 1899):

[...] Είτε δε ζω και είτε ζω
φωτίζει το φεγγάρι
(όταν δεν έχει σύννεφα)
κι οι γίδες τρων χορτάρι.
Και στην Αθήνα, το χωριό
με την πολλή τη σκόνι
και με το λίγο το νερό
βαρυούμαι, σκέπτουμαι και ζω.

Στα συγκεκριμένα ποιήματα δεν διακρίνουμε άλλο από μια αμλετική φιγούρα που δοκιμάζει με αυτοσκοπευτική ειρωνεία τα διαφορετικά είδωλά της στον καθρέφτη της γραφής. Αλλά, και σε όλα τα συνολικά πάνω από 70 ποιήματα που συναντούμε στα Φύλλα, ποιήματα ολιγόστιχα στην συντριπτική πλειοψηφία τους, συχνά δεκατετράστιχα (το σονέτο είναι εξάλλου αγαπημένη σταθερή φόρμα του μεταρομαντικού λυρισμού), καθώς και στα πεζά ποιήματα που εντοπίζονται σε ορισμένες από τις ημερολογιακές εγγραφές, θεματικό άξονα και τρόπο τους ταυτόχρονα συνιστά η ενδοσκόπηση, μία όψη της οποίας είναι σταθερά και ο έρωτας. Η ταλάντευση ανάμεσα στη σκέψη και στην μάλλον αόριστη σύλληψη μιας δράσης ή ενός προορισμού, καθορίζουν την υφέρπουσα ένταση και τη δεσπόζουσα μελαγχολία των ποιημάτων, αλλά και των Φύλλων Ημερολογίου συνολικότερα, όπου ποιήματα και ημερολογιακές εγγραφές βρίσκονται πολλές φορές σε στενή ανταπόκριση, όπως για παράδειγμα:

27 Ιανουαρίου 1900

Δεν θέλω να την έχω και να ζήσω ύστερα πολύ μαζί της, γιατί θ' αλλάξω γι' αυτήν κι εκείνη για μένα. 
Στο Λυκαβηττόν επάνω. Έβλεπα την πόλι κάτω. Πρωί, άρχιζε πάλι η ζωή, η φωναίς, η βοή [...] Απ' το βουνό δεν έβλεπα της δυστυχίαις που ζούσαν από κάτω απ' αυτά τα σπίτια των Αθηνών. Αλλά φανταζόμουν πολλαίς, προπάντων τον βαρεμό πολλών (ennui) για την εργασία που πρέπει να κάνουν για να ζήσουν, την κούρασι της ημέρας χωρίς άλλο αποτέλεσμα παρά τροφή, σ' άλλους έβλεπα πείνα. [...]

Την διπλή εγγραφή αυτή, όπου το ερωτικό και το κοινωνικό συμπλέκονται στο φάσμα μιας ennui, ακολουθεί το ποίημα με τίτλο "Σταχτύ", όπου διαβάζουμε τον ποιητικό απόηχο της παραπάνω εγγραφής:

Και δεν τη θέλω, κι όλο τη θυμούμαι
Και είμαι κοντά της, και ζω μακριά της
Και είναι μέσα μου, κι όλο μιλούμε
Στακτιά η ψυχή της με την ψυχή μου 
Τη στακτιά.
Μ' από την τέτοιαν ομιλία
Βγαίνει σαν κρύσταλλο, η κρύα,
Περνά μεταξύ μας, η γυμνή, 
Σιγά, ζωή!

Γενικότερα, οι στιχουργικές δοκιμές των Φύλλων Ημερολογίου απηχούν, όπως είναι εύλογο, διάχυτα τα αναγνώσματα του Ίωνα από την οικογενειακή βιβλιοθήκη αλλά και από την ενημέρωση του ίδιου πάνω σε ζητήματα λογοτεχνίας, και εκτείνονται από τους κλασικούς και ρομαντικούς ποιητές, όπως ο Goethe, o Schiller, ο Ossian και ο Byron, μέχρι τον Heine και τον Musset, οι οποίοι καθιέρωσαν έναν μεταρομαντικό εξομολογητικό λυρισμό. Ιδιαίτερα αναγνωρίζουμε μια αμφιθυμία, έναν μορφασμό αλγεινού μειδιάματος που θυμίζει αρκετά τα τραγούδια του Χάινε, όπως ας πούμε στο ποίημα "Φθινόπωρο" (5 Σεπτεμβρίου 1903):

[...] Μην η φωνή μου χάθηκε; μη στέγνωσε τ’ αχείλι;
Μήνα ξεράθη των παληών των τραγουδιών το μέλι;
Ώμορφο φθινόπωρο, σένα να κλάψω;
Για τη φωνή που χάθηκε;
τ’ αχείλι όπου στέγνωσε και που φιλιά δεν έχει;
τη γλύκα που ξεράθηκε των τραγουδιών;
Ώμορφο φθινόπωρο, παιδί μου, περασμένο.

 

[...] αυτά τα ποιήματα, σταχτιά ή τριανταφυλλιά με τα οποία επίσης σκαλίζει ή χαϊδεύει την ψυχή του εκφράζοντας από νωρίς πάθη άγονα ή σπαταλημένα αλλά και αγωνίες παθολογικές μιας ολόκληρης εποχής, καθώς κινείται ανάμεσα στη διάχυση και στην πληθυντικότητα του εγώ, ανάμεσα στην εξεγερμένη μελαγχολία και στο τρεμάμενο άκουσμα της σιωπής εντός του.



Ο χαμηλόφωνος λυρισμός του Heine επεκτείνει στην ευρωπαϊκή ποίηση το ρομαντικό ίχνος που οδηγεί σε μια γραφή κυρίαρχη στα τέλη του 19ου αιώνα, μεταξύ συμβολισμού, αισθητισμού και παρακμής. Το ίχνος αυτό, αναγνωρίζουμε ξεκάθαρα και στην ποιητική έκφραση του Δραγούμη, όπου ennui και spleen, ανία και μελαγχολία, οι ασθένειες του fin du siècle, επανέρχονται συστηματικά. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εγγραφή της 29ης Ιανουαρίου 1900, και το ποίημα που την ακολουθεί την 30ή Ιανουαρίου με τίτλο (τι άλλο;) "Spleen":

Είμαι άρρωστος, άρρωστος και περιττός στη ζωή, αφού δεν θα λυπούμουν αν δεν εζούσα. Άρρωστος γιατί ήθελα να μην εζούσα. Ούτε αυτό καν γιατί δεν θέλω τίποτε. Δεν αισθάνομαι καμμίαν υποχρέωσι προς κανένα και προς τίποτε, καμμία δύναμη, κανένα ressort, και ennui, ennui, ennui. Κουράζομαι να αισθάνωμαι, κουράζομαι να σκέπτωμαι, κουράζομαι λοιπόν και ν' αγαπώ. [...]

Και ακολουθεί το ποίημα:

Όλα με φαίνονται παληά
Και όλα περασμένα
Και μακρυά από μένα,
Μακρυά. 
Όλους αισθάνομαι κουτούς
Και όλους ξεχασμένους
Και απομακρυσμένους
Περιττούς.
Συχαίνομαι τον εαυτό μου
Και τον βαρυούμαι και πονώ
Και ούτε σκέπτουμαι και ούτε κουνώ
Μονάχα κάθομαι στο σκοτεινό
Δωμάτιο και το γυμνό
-Ζωή ενός ατόμου.- [...]

Σταχτιά ψυχή, γυμνή ζωή, ζωή ενός ατόμου και ανία από τη μία, αλλά και ιδανισμός από την άλλη σε χρώμα τριανταφυλλί, όπως για παράδειγμα στους στίχους από το ποίημα "Έξω" (18 Σεπτεμβρίου 1900). Το σταχτί και το τριανταφυλλί εξάλλου είναι τα δύο χρώματα που κυριαρχούν στη γραφή του αισθητή Δραγούμη, κι αυτό μάλλον δεν έχει προσεχτεί:

Μακρυά, στα μισοσκοτεινά,
εκεί που φως τριανταφυλλί
χαϊδεύει το βασίλεμα,
εκεί κοιτάζει ο πόθος μου. [...]

ή από το λίγο προγενέστερο ποίημα με τίτλο "Ανατολή" (21 Αυγούστου 1900):

Να μπη το φως, χαράμματα, τριανταφυλλί στα χέρια,
στο πρόσωπο το μαρμαρένιο. Να μπη μες στα μαλλιά 
χρυσό. Να μπη πυκνό και μες στα μάτια. Ελευθεριά
της τρίχες να φυσά τρελλαίς σα φλόγαις, σα μαχαίρια. [...]
Απ' τους ανθρώπους να θαρρώ πως είμαι από πάνω.
να λησμονώ από ψηλά τους φτιασμένους νόμους τους.
τους στενούς να μην πατώ και παληωμένους δρόμους τους.

Ιδανισμός και ναρκισσισμός, μαζί με αγωνία, σε στίχους όπως: "Με σωριασμένο μιας γυμνής, κακής ημέρας πόθο/ κλεισμένο μες της φυλακής τ' ανήμερο σκοτάδι/ προσμένω απ' την κλειδαριά τ' απελπισμένο βράδυ/ και τις φαρμακωμέναις σπηρουνιαίς του φόβου νοιώθω", μα και ξεσπάσματα ζωτικής ορμής και ερωτικές εξάρσεις: "Πλάγιασε μόνη καταγής [...] Τα πόδια της ανοίγει / σιγά, στρογγυλεμένα / και με τραβά κι εμένα. / Ο πόθος της με μπήγει / με μάτια τυφλωμένα". Όλα τα παραπάνω συγκροτούν μια δομική διττότητα, ανάλογη με εκείνη του μπωντλαιρικού ζεύγους spleen et idéal, διττότητα που στον Δραγούμη άλλοτε φανερώνεται ως αντίφαση, άλλοτε ως σύγχυση, κι άλλοτε ως πολλαπλότητα που αναζητά τη σύνθεση. Η ρητή, άλλωστε, παρουσία του Μπωντλαίρ στα Φύλλα Ημερολογίου⁴, πρέπει να μας υποψιάσει για ένα συγγενικό δίκτυο αναζητήσεων στην κατεύθυνση της λυρικής μοντερνικότητας. Το ίδιο πρέπει να μας υποψιάσουν και ημερολογιακές εγγραφές του Δραγούμη που συνιστούν αίφνης ακέραια πεζά ποιήματα⁵, καθώς γεννήτορας της μοντέρνας εκδοχής του είδους δεν είναι άλλος από τον γάλλο ποιητή, ο οποίες ονειρεύτηκε μια "πρόζα ποιητική, χωρίς ρυθμό και ρίμα, τρυφερή και πονεμένη αρκετά, για να μπορέσει να προσαρμοστεί στα λυρικά κινήματα της ψυχής, στις διακυμάνσεις των ρεμβασμών, στις αναπηδήσεις της συνείδησης"⁶.

Υπό το πρίσμα αυτό, ίσως αξίζει να επανεξετάσουμε το ζήτημα της προχειρογραφίας και ατημελησίας της μορφής στα ποιήματα και γενικότερα στη γραφή του Ίωνα Δραγούμη, κρίσεις με τις οποίες συνοδεύεται το όνομά του στις γραμματολογικές αποτιμήσεις (λ.χ. από τον Κ.Θ. Δημαρά). Όχι και πάλι με σκοπό να αναιρέσουμε αυτές τις κρίσεις, αλλά για να τις σχετικοποιήσουμε και να τις αναπλαισιώσουμε λαμβάνοντας υπόψη τον λογοτεχνικό ορίζοντα του νεαρού Δραγούμη. Πράγματι, τα γραπτά του είναι πρώτες γραφές που δεν έμελλε να γνωρίσουν δεύτερη ματιά, όμως στη ρευστότητά τους μπορούμε να αναγνωρίσουμε πλέον τη διερεύνηση των ειδολογικών ορίων, το σπάσιμο της φόρμας" και τον εκλεκτικισμό που η αυτοαναλυτική γραφή του Ίωνα Δραγούμη δοκιμάζει με πρότυπα τον Barrès, τον Nietzsche, αλλά και τον André Gide, όπως έχει επισημάνει η Αλεξάνδρα Σαμουήλ στη μελέτη της για την ημερολογιακή γραφή στη νεοελληνική λογοτεχνία⁷.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη γνωριμία με τον ποιητικό Δραγούμη, θα προσθέταμε μόνον ότι τα ποιήματα αυτά δεν μπορούν να απομονωθούν και δεν μπορούν να κατανοηθούν αν δεν συνυπολογιστούν στις διάφορες γραφές του "εγώ" που κυριαρχούν και δίνουν το στίγμα στη δημιουργική λογοτεχνία του 19ου και 20ού αιώνα⁸: από τα πεζά ποιήματα, και τις λυρικές πρόζες εν είδει απομνημονεύματος ή εντυπώσεων μέχρι την αυτοβιογραφία ή το αυτο/βιογραφικό μυθιστόρημα και διήγημα, οι αφηγήσεις που "σκαλίζουν" (για να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο ρήμα με τον Ίωνα Δραγούμη), αντανακλούν ή σκηνοθετούν την ψυχή ενός αμφίθυμου κατά κανόνα υποκειμένου, έλκουν την καταγωγή τους από το ποιητικό γένος και συνομιλούν διαρκώς μαζί του. Διόλου παράξενο λοιπόν που στις ημερολογιακές εγγραφές του Ίωνα Δραγούμη εμφιλοχωρούν ποιήματα. Μ' αυτά τα σταχτιά ή τριανταφυλλιά ποιήματα, ο Δραγούμης σκαλίζει ή χαϊδεύει την ψυχή του  εκφράζοντας από νωρίς πάθη άγονα ή σπαταλημένα αλλά και αγωνίες παθολογικές μιας ολόκληρης εποχής, καθώς κινείται ανάμεσα στη διάχυση και στην πληθυντικότητα του εγώ, ανάμεσα στην εξεγερμένη μελαγχολία και στο τρεμάμενο άκουσμα της σιωπής εντός του.



1. Ίων Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου Α' (1895-1902), επιμ. Θεόδωρος Ν. Σωτηρόπουλος, Ερμής, Αθήνα 1988, σελ. 15. Η υπογράμμιση είναι δική μας.
2. Στο ίδιο, σελ. 16.
3. Αικατερίνη Κουμαριανού, "Ίων Δραγούμης. Παρουσίαση- Ανθολόγηση", Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τ. ΙΑ΄, Σοκόλης, Αθήνα 1998, σελ. 37.
4. Βλ. ενδεικτικά Ίων Δραγούμης, ό.π., σελ. 84, όπου γίνεται αναφορά του Δραγούμη στο πεζό ποίημα του Baudelaire "Μεθύστε!" την οποία ακολουθεί ποίημά του με τίτλο "Μέθη".
5. Ενδεικτικά και πάλι βλ. στο ίδιο, την ποιητολογική εγγραφή της 1ης Οκτωβρίου 1900 και την φανταιζίστικη αφήγηση της εγγραφής της 22 Οκτωβρίου 1900, σελ. 87-88 και 91 αντίστοιχα.
6. Από τον πρόλογο στη Μελαγχολία του Παρισιού. Μικρά πεζά ποιήματα στο Κάρολος Μπωντλαίρ, Καρδιά μου ξεγυμνωμένη (Προσωπικά ημερολόγια), μτφρ. Ιωάννα Ευσταθιάδη- Λάππα, Δωδώνη, Αθήνα 1997, σελ. 75-76.
7. Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ο βυθός του καθρέφτη. Ο André Gide και η ημερολογιακή μυθοπλασία στην Ελλάδα, ΠΕΚ, Ηράκλειο 1998.
8. Βλ. τις σχετικές παρατηρήσεις για τη γενεαλογία των "γραφών του εγώ" που διατυπώνει ο Παν. Μουλλάς στην "Εισαγωγή" του, Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τ. Α', Σοκόλης, Αθήνα 1998, σελ. 212κ.ε.


Φωτογραφία: Ζωγραφική του αδερφού του Ίωνα, Νίκου Δραγούμη. “Ενθύμιον προς την μητέρα”. Aπό το λεύκωμα "Νίκος Δραγούμης ο ζωγράφος" - ΜΙΕΤ, 2015.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ, στις 3 Αυγούστου 2017, αρ. φύλλου 897 ("Ακούω τρέμοντας σιωπή")· στο ετήσιο ειδικό καλοκαιρινό αφιέρωμα της εφημερίδας στην ποίηση.


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.