20.5.19

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Το χιόνι


ODOS | newspaper of Kastoria | Chrysoula Patronou Papaterpou
ΟΔΟΣ 7.2.2019 | 972

Βρέθηκε στην περιοχή αυτή τυχαία, όταν με μια ομάδα συναδέλφων από το πανεπιστήμιο της Αγγλίας, όπου δίδασκε εδώ και πολλά χρόνια Βυζαντινή Ιστορία, έκαναν μία καταγραφή των βυζαντινών και μεταβυζαντινών εκκλησιών σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Η ίδια, γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας από την πρωτεύουσα, δεν είχε πατήσει ποτέ σ’ αυτά τα μέρη· όλα, όσα γνώριζε, ήταν από το σχολείο και στη συνέχεια από τις μελέτες της στον ειδικό τομέα της ιστορίας. Μόνο που η φύση εδώ, μαζί και τα μνημεία, που για πρώτη φορά έβλεπε από κοντά, την έκαναν να μείνει άφωνη στην αρχή· να μαγευτεί στη συνέχεια, όπως και όλοι οι συνάδελφοι, να ενθουσιαστεί τόσο πολύ, που αποφάσισε χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να ρωτήσει την οικογένεια πίσω στην Αγγλία, να αγοράσει ένα πέτρινο σπίτι σε ένα μισοερειπωμένο χωριό και να βάλει στόχο να το ξαναφτιάξει απ’ την αρχή για να περνάει εδώ όλο τον ελεύθερο χρόνο της.

Αντιρρήσεις από τους οικείους δεν υπήρχαν. Τόσο ο Άγγλος σύζυγος, όσο και τα παιδιά, ενήλικα πια, δέχτηκαν μάλλον με χαρά το νέο. Αν μ’ αυτόν τον τρόπο θα έβλεπαν την παθιασμένη με τις τοιχογραφίες βυζαντινολόγο να χαμογελά και να χαίρεται και αν όλοι τους θα είχαν την ευκαιρία να ζουν, έστω και για λίγο, μακρυά από τη “βουή και τη μανία” -όπως το είχε θέσει ο γιος-, γιατί όχι; Οι μετρημένοι στα δάχτυλα κάτοικοι του χωριού, θεώρησαν την καθηγήτρια σαλεμένη, αλλά δεν τους έπεφτε λόγος. Μόνο ο Λευτέρης, ο τσοπάνος, που ανεβοκατέβαζε το κοπάδι του μπροστά από την αυλή του σπιτιού, τόλμησε να της πει κατάμουτρα: «Λωλάθηκες, μωρή; Πού πας και ξοδεύεις τους παράδες σου;». Τίποτε άλλο και, φυσικά η καθηγήτρια τού χαμογέλασε μόνο και απάντησε: «Θα δεις, Λευτέρη, θα δεις, τι όμορφο καλύβι θα γίνει το ερείπιο!»

Το ερείπιο έγινε πράγματι κόσμημα σωστό. Με όλες τις ανέσεις στο εσωτερικό, με σεβασμό στην πρώτη του μορφή και στον περιβάλλοντα χώρο το εξωτερικό του. Και όπως βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλα τ’ άλλα, πρόσφερε μια μοναδική θέα. Κάτω, πολύ πιο χαμηλά, τα σπίτια του χωριού· εκεί και ο δρόμος που οδηγούσε στο παρακείμενο μεγαλοχώρι, δέκα λεπτά ποδαρόδρομο, όπου μπορούσες να προμηθευτείς τα απαραίτητα εφόδια για τις καθημερινές ανάγκες. Στην κορυφή του λόφου έστεκε το εκκλησάκι με τις απίθανες τοιχογραφίες. Ανηφόριζε η δασκάλα μας, σχεδόν καθημερινά και μελετούσε ώρες ατέλειωτες τις παραστάσεις από το βίο διαφόρων αγίων. Γύριζε αποκαμωμένη και ενθουσιασμένη το δείλι με ένα μάτσο σημειώσεις παραμάσχαλα. Στρωνόταν τότε στον ξύλινο πάγκο της αυλής και απολάμβανε την ηρεμία και τη γαλήνη γύρω της. Ακριβώς στα αριστερά του σπιτιού, άρχιζε μια πυκνή λαγκαδιά που έφτανε μέχρι την κοιλάδα, στο βάθος. Στα δεξιά της, ο λόφος κατέβαινε ομαλά μέχρι τη δημοσιά. Ο άντρας της, όταν την ακολουθούσε στις καλοκαιρινές τους διακοπές, περιποιόταν την αυλή· φρόντιζε για τα καθημερινά ψώνια και έκανε μακρινούς περιπάτους μέσα από τα μονοπάτια της πυκνής λαγκαδιάς.

Την ώρα του δειλινού περνούσε καθημερινά και ο Λευτέρης. Τους καλησπέριζε με ένα όου, όου, όου, γέμιζε το εμαγιέ κανάτι με γάλα, δυο λεπτά να αλλάξει καμιά κουβέντα και δρόμο πάλι για το μαντρί, κάτω χαμηλά· πιο κάτω από τη δημοσιά. «Ε, κυρά λωλή δασκάλα, τι σ’ είπαν σήμερις οι άγιοι; ποιον ετοιμάζονται να περιμαζώσουν;». Γελούσε εκείνη κι εξηγούσε στον άντρα της τα πειράγματα του βοσκού. «Και σαν πιάσουν τα κρύα, πάρτην από δω την παλαβιάρα. Δεν είναι για τα σας ο χειμώνας σε τούτη την ερημιά». Λες και προκάλεσε τη λωλή δασκάλα αυτή η παραίνεση. Αποφάσισε να περάσει ένα μήνα μεσοχείμωνα στο σπίτι, στην ερημιά. Και μόνη της. Την είδαν οι ντόπιοι να καταφθάνει με ένα νοικιασμένο τζιπάκι και απόρησαν. Την είδε κι ο Λευτέρης, που τώρα πια δεν έβγαζε τα πρόβατα από τη στάνη και την αποπήρε. «Πέρα για πέρα σάλεψες; Τι κουβαλήθηκες μόνη σου στην αγριάδα;». Γέλασε αυτή με την κατσάδα του βοσκού και του υποσχέθηκε να προσέχει. Θα έμενε σπίτι, όταν ο καιρός δεν ήταν καλός και θα μελετούσε ή θα διάβαζε μακρυά από τη βουή και τη μανία, όπως έλεγε ο γιος της.

Το χιόνι άρχισε να πέφτει τα ξημερώματα. Νυφάδες ατέλειωτες, πανέμορφες και πάλλευκες. Μια βδομάδα ασταμάτητα. Η δασκάλα, με όλες τις απαραίτητες προμήθειες σε τρόφιμα και ξύλα, δεν χόρταινε το θέαμα, την απόλυτη γαλήνη. Κι έπειτα ξάφνου, ξημέρωσε μια ηλιόλουστη μέρα. Το άσπρο θάμπωνε τα μάτια, γυάλιζε τα πάντα και τα έδινε μια όψη παραμυθένια. Τότε ήταν που άκουσε ένα μακρινό ήχο κάτι σαν πυροβολισμό. Βγήκε στην εξώπορτα να εντοπίσει την πηγή του ήχου. Ούτε που πρόφτασε να κάνει ένα βήμα και μια υπόκωφη βουή γέμισε τον χώρο γύρω της· πίσω ολοταχώς, μόλις που πρόφτασε να βρεθεί στο σπίτι μέσα. Η βουή πλησίαζε με μανία. Ένα δυνατό τράνταγμα την έριξε κάτω. Τι ήταν αυτή η αίσθηση; Ποιος κουνούσε το σπίτι όλο συθέμελα; Χωρίς να μπορεί να κουνηθεί, χωρίς καν να ξέρει τι συμβαίνει, έμεινε κοκαλωμένη να τρέμει σύγκορμη από φόβο. Εκεί τη βρήκαν την επόμενη μέρα, όταν πια η θεομηνία είχε καταλαγιάσει, ο Λευτέρης μαζί με άλλους χωρικούς. Μια μικρή χιονοστιβάδα είχε κατεβεί από τον λόφο ψηλά και κατέληξε στη δημοσιά, σκεπάζοντας εντελώς ό,τι έβρισκε στο διάβα της. Το σπίτι της δασκάλας, δηλαδή. «Κατάλαβες, τώρα, γιατί σ’ έλεγα πως ο χειμώνας δεν είναι για τα σένα;» είπε ο Λευτέρης αποχαιρετώντας τη λωλή με τους άγιους δασκάλα, που διαπίστωσε ιδίοις όμασι, ότι ο χειμώνας στα άγρια αυτά μέρη δεν είναι για τα δικά της μέτρα, γιατί και βουή μεγάλη έχει και της φύσης μανία.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 7 Φεβρουαρίου 2019, αρ. φύλλου 972



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.