15.5.19

ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΑΤΣΙΟΥ: Στον μέγιστο, στον κάλλιστο Αλέξανδρο


ΟΔΟΣ 24.1.2019 | 970

Ορεστίδος Μνήμες

Οι φίλοι. Πρώτ’ αντικρίζοντας την Ορεστίδα χώρα.


Νωρίς ήταν, το απομεσήμερο, όταν μια κάποια ομάδα έφιππων αγοριών, ενός δυο ενήλικων ανδρών-οδηγών τους, διέσχισε κατά πολύ τα νότια μέρη του ποταμού Αλιάκμονα, όταν βγήκε στις γνωστές πηγές των Ναϊάδων, των Κρηνιάδων, στις πηγές της «Μπάνιας» κατ’ αυτόχθονη έκφραση των ημερών μας.

Εδώ ξεπέζεψαν για λίγο· δροσίστηκαν και καθρεπτίστηκαν μέσα στα πεντακάθαρα νερά της πλατιάς ανάβρας (της αξεπέραστης από ανθρώπινο άλμα), στις δυο τρεις άλλες μικροπηγές  δίπλα της.
Τα κάποια διψασμένα άλογα, ποτίστηκαν κι αυτά εκεί στις άκρες και στο γάργαρο ρυάκι της που κυλούσε κάτω τα άφθονα νερά του, ως και για δυο μύλους να γυρνάς ταυτόχρονα, ως κι απέραντες περιοχές να ποτίσεις.

Ας μην πεις και για τον γύρω χώρο, το πόσο θαυμάσιος ήταν, το πόσο κατάφυτος, πτηνολάλητος.

Αν πήραν κι εδώ, λοιπόν, μια βαθιά ανάσα, αν σαϊτεύτηκαν στις πλάτες των αλόγων τους ξανά, όμως τώρα, δεν συνέχισαν το μονοπάτι για τις όχθες του Αλιάκμονα, για την ομαλή περιοχή του Παλιόμυλου, αλλά οι δύο έμπειροι οδηγοί, προς το ελαφρό ανηφόρισμα έγειρε το βλέμμα τους, κατά ‘κει πορεύτηκαν αβίαστα.

Και βέβαια, αν ήσουν άνθρωπος αυτής της γης, δεν θα απορούσες προς τι ανηφόριζαν από ‘δω… παρά θα το ήξερες ότι μόλις έπιανες το ίσιωμα πάνω της απλωσιάς, ευθύς, μπροστά σου, θα ανοίγονταν οι απεραντοσύνες της πανάρχαιας Ορεστίδος, οι απεραντοσύνες της μυθικής Εκατογχειρίας, καθαρότερα δε απ’ όσο δεν θα μπορούσες μήτε καν να το φανταστείς από πριν.

Και να που σε λίγο, ανηφόρισαν απόλυτα στα ύψη των όχτων· να που μπροστά τους ανοίχτηκαν, ολοκάθαρα, οι ορίζοντες της Ορεστίδας γης· να που άφηναν πίσω τους, ως διόλου, τα νότια μέρη της, επιτέλους, ύστερα από τόσες ώρες δρόμο που βάδιζαν πάνω τους, που τελείωσαν τα σύνορα της Ελίμειας στο βάθος...

Όμως τα χαμηλώματα του τόπου, της ενπόταμης ρεματιάς, δεν τους άφηναν  να δουν κάτι περισσότερο.

Και τώρα δες... ένας απέραντος τόπος ανοίχτηκε σαν κατ’ απρόσμενα μπροστά τους.
Από λίγο παραπέρα, να κι ένας μικρός οικισμός ξεπρόβαλε εκεί στα άκρα...

Και να που οι άγουροι έφηβοι, οι άγουροι παίδες, κάπου εδώ κύκλωσαν τους δύο ενήλικους οδηγούς, όσο ποτέ άλλοτε ως τώρα.

Τους άκουγαν με αφάνταστη προσοχή, για όσα τους έλεγαν, για όσα τους κατατόπιζαν.

Από λίγο ήρθαν ως πλάι στον λιθόκτιστο ναΐσκο του πρωτόβλεπτου οικισμού, ως το ιερό πάνθεον των αυτοχθόνων. Δίπλα του ήταν και το νεκροταφείο. Αρκετά ήταν και τα πελώρια μαυρόδενδρα που αχνοθρόιζαν γύρω τους: στο ναΐσκο, στον βωμό του, στο πεδίο των νεκρών.

Και ήδη ως εδώ άκουγαν τόσο πράγματα οι άγουροι παίδες. Άκουγαν και μάθαιναν ότι αυτός ο μικρός οικισμός ήταν της αρχαϊκής Σμίξης· ότι αυτές οι απεραντοσύνες που ανοίγονταν μπροστά τους, ήταν η Αργεσταία πεδιάδα της Ορεστίδος με τις… τόσες άλλες, εξ απορροής, ονομασίες της: ήταν η εστίς ορέων κατ’ αλλιώς (θεμελιωδώς), η ελευθερίδα γη, η αργεάδα γη, η συνταυτισμένη με το κέρας της Αμαλθείας, με το γλυκό χαμόγελο της θεάς Τύχης.

Μάθαιναν ότι αυτές οι απαρασάλευτες βουνοκορφές που αχνοχάραζαν στο βάθος της δύσης, ήταν και πάλι βουνοκορφές της αιώνιας ανεμοδαρμένης Πίνδου· ήταν οι κορφές της Βασιλίτσας εν αρχής, του Σμόλικα πιο πέρα, του Βόιον όρους, του Γράμμου παραπάνω, του Μαλιμάδι, των Ορεστείων στη σειρά, που κύκλωναν έκπαγλα με τα βουνά του πλατύστερνου και πανύψηλου Βέρνου του βορρά, με τα βουνά της Κλεις – ορέων, με τα βουνά της Άναξος ανατολικά, με το Άσκιον όρος στο βάθος πέρα τρις ανατολικά τους.

Και κάπου εκεί στις υπώρειες του πλατύστερνου Βέρνου (Βιτσίου) στα τόσα και τόσα αμφιθεατρικά βουνά του, χαμηλά χαμηλά, είναι και μια απέραντη λίμνη, είναι και ένα δυο νησιά της. Είναι η λίμνη Ορεστιάς· η λίμνη της ένθελγης πόλης Καστορίας, της Κέλετρον πόλις η μία.

Εδώ πάλι, στα δυτικά της Αργεσταίας πεδιάδας, πλάι στις όχθες του Αλιάκμονα, είναι οι τόσες άλλες πόλεις της Ορεστίδος· η μια η άλλη η παράλλη, με την πόλη του Άργους Ορεστικού «πλησιέστερη» όλων.

Και κάπου εδώ στα νότα τους, έως τα νοτιοανατολικά, στα άκρα της Αργεσταίας πεδιάδας, στα πρόθυρα της ελευθερίδας γης, είναι και η σμίξη των δύο κεντρικών ποταμιών, του γοργοστρόβιλου Αλιάκμονα και του μικρού της λίμνης Ορεστιάς.

Και κάπου εδώ, στις όχθες τους πάνω, ακριβώς στην ευθεία τους, είναι θεμελιωμένος και ο μικρός οικισμός της Σμίξης, είναι το πέρασμα απάντων.

Έτσι και βγήκες εδώ, είναι σαν να βγήκες όχι απλώς στα πρόθυρα της Αργεσταίας πεδιάδας, αλλά στο είναι της Ορεστίδος. Ω, ήταν τόσο φωτεινός ο τόπος εδώ...  είχε ένα τόσο ανατένισμα... ως βαθιά βαθιά έβλεπε η ματιά σου προς όλους τους ορίζοντες... Και για τους έφιππους διαβάτες, ακόμα καλά καλά από τον ναΐσκο των Ολύμπιων θεών δεν ξεμάκραιναν πέντε βήματα και να που ζώστηκαν κιόλας από τα τόσα μικρά παιδιά της Σμίξης, από τους λίγους άντρες, από τις λίγες γυναίκες. Να που είχε διαδοθεί ως τα πέρατα της Σμίξης, για το ποιοι παίδες ήταν στα μέρη τους, για το ποιους παίδες καλωσόριζε σήμερα η αθλόεις γη τους, η αγαπημένη τους Σμίξη.

Αν κι όπως είπαμε, τόσο μακριά ήταν η Σμίξη από τις πόλεις, τόσο στα άκρα τους, όμως ο τόπος εδώ ήταν το «πέρασμα απάντων». Ίσως και τα περισσότερα της χώρας τους, του Μακεδονικού βασιλείου, της διάπλατης πατρίδας τους ευρύτερα, της ελληνικής γης, της ελληνικής φυλής, εδώ και τα μάθαιναν από τους χίλιους δυο διαβάτες, παρά από τις ορεστίδες πόλεις, που, φυσικά, από το πρωί ως το βράδυ, δυο τρεις φορές θα προλάβαινες να πας στα ένδον τους και να γυρίσεις, ακόμη και με τα πόδια σου μόνον· το πολύ ως καμιά τριανταριά χιλιόμετρα ας ήταν μακριά τους.

Οπότε, τι να απορείς αν τούτοι οι αυτόχθονες ήξεραν τόσα... αν με μιας γνώριζαν, ανάμεσα στους τόσους άλλους έφιππους παίδες, ποιος ήταν ο γιος του βασιλιά Φιλίππου και της Ολυμπιάδας, έστω κι αν δεν τον ξαναείδαν ποτέ άλλοτε στα μάτια τους· αλλά με μιας που είδαν αυτό ένα κάποιο μαυρόχροο άλογο με το γνωστό στίγμα του μετώπου του, με τη μορφή προπαντός του βοδιού, άντε και να τους πεις εσύ ότι δεν ήταν αυτός ο Βουκεφάλας, το αγαπημένο άλογο του πρίγκιπα Αλέξανδρου.

Μα και παρόλα αυτά, πριν από οτιδήποτε άλλο να ψελλίσουν, τα μάτια τους πρώτα προς το ιερό πάνθεον έγειραν αχνά δακρυσμένα… πάλι έδειχναν σαν να μην πίστευαν για ότι έβλεπαν μπροστά τους.

Από τους πολλούς, ως και οι λυγμοί ανάβλυσαν από τα βάθη τους.
Ο Αλέξανδρος, ψέλλιζαν ολοένα· ο Αλέξανδρος... ο πρίγκιπας... ο γιος του βασιλιά Φιλίππου και της βασίλισσας Ολυμπιάδας... Ω, Δία πατέρα, ο Αλέξανδρος... ο Αλέξανδρος...

Ναι, ο Αλέξανδρος, ο νεαρό πρίγκιπας Αλέξανδρος, ο έφηβος Αλέξανδρος, ήταν στ’ αλήθεια μπροστά τους· ήταν στα χώματα της γης τους, πλάι στον ναΐσκο των θεών, πλάι στους τάφους των προγόνων τους.

Ήταν τόσο πλάι τους, να... ως πεντ’ έξι βήματα πέρα· ένα δυο μικρά αγόρια, μια δυο μικρές κορούλες, αυθόρμητα, πλεύρισαν ως τελείως κοντά του, άγγιξαν τις άκρες των ποδιών του· μήτε καν πήγε ο νους τους στο τρόμαγμα του αλόγου του, στο αγρίεμα.

Έτσι τα χαμογελούσε όλα ο πρίγκιπας Αλέξανδρος, ίσως αχνά δακρυσμένος και αυτός.

Έτσι αχνά τα άγγιζε τα μαλλιά, τα λιγοάγγιζε τα λεπτά τους χέρια.

Αν έκαναν πάλι πεντ’ έξι βήματα πίσω, στάθηκαν αντικριστά τους, μαζί με τους γονείς τους, με τα άλλα αδέρφια τους και τους ξαναχαμογελούσαν πάλι όλους... τους χαιρετούσαν έναν προς έναν. Δεν ήταν που γνώριζαν κάποιον άλλον πλάι του, μα ήταν βέβαιοι πως ήταν όλοι φίλοι του· ήταν όλοι παίδες από επιφανείς οικογένειες του βασιλείου τους.

Αν ήταν έτσι, για λίγο, να έριχναν τα μάτια τους στις απεραντοσύνες της γης, θα το ένιωθαν πως, αυτές οι ίδιες οι απεραντοσύνες θα τους έλυναν κάθε απορία, θα τους έλεγαν τα μύρια όσα που θα ‘θελαν να μάθουν.

Από έναν έναν θα τους έλεγαν ποιοι ήταν οι φίλοι του. Από πού ξεκίνησαν, για το πού πορεύονταν… από πόσες μέρες μετά θα τους ξαναγύριζαν πίσω...

Να, θα το ήξεραν ότι αυτός εδώ ο έφιππος ήταν μάλιστα δικό τους παιδί: ήταν ο Πτολεμαίος του Λάγου. Θα το ήξεραν πού ήταν ακριβώς η γη του, αφού ως και σύνορο είχαν μεταξύ τους.

Ο άλλος εκεί, ο διπλανός του επίσης, ήταν κι αυτά δικά τους παιδιά· παιδιά της Ορεστίδος: ήταν ο Αλκέτας του Ορόντη, ο Αμφοτερός του Αλεξάνδρου (αδερφός του Κρατερού).

Οι άλλοι δύο ήταν παιδιά της στρυμονικής Αμφίπολης· ο ένας ήταν ο Νέαρχος, από την κατανότια νήσο Κρήτη· ο άλλος, ο Ερίγυιος, από την αιγιώτισσα Λέσβο.

Οι δυο άλλοι ήταν από την Πέλλα, από την πρωτεύουσα του βασιλείου τους· ήταν ο Λεοννάτος ο ένας, ο Ηφαιστίων ο άλλος, ο όγδοος ήταν από τη Μίεζα της Ημαθίας, ο Πευκέστας.

Όλοι τους είχαν βρεθεί πριν χρόνο –καιρό εκεί στην πανέμορφη πολίχνη της Μίεζας, ήταν συμμαθητές του πρίγκιπα Αλέξανδρου, ήταν μαθητές τού, αδιαμφισβήτητου πια, φιλοσόφου Αριστοτέλη.

Να, σ’ αυτές τις μέρες, στο τρίμηνο πέρα, θα έκλειναν δύο χρόνια και στο πλάι του. Ήταν καθόλα διετείς μαθητές του. Ως ένα δυο χρόνια διαφορά αν είχε κάποιος μεταξύ τους.

Για τον Αλέξανδρο το ήξεραν κιόλας· σε λιγότερο από μήνα, θα έκλεινε τα δεκατέσσερα χρόνια. Ήταν στα μέσα του καλοκαιριού γεννημένος (στις ημέρες διεξαγωγής των Ολυμπιακών αγώνων, της εκατοστής έκτης Ολυμπιάδας).

Ήταν κι όπως ήταν τώρα, ελαφρά γερμένος προς το μέρος τους, τον έβλεπαν πια ολοπρόσωπο οι αυτόχθονες της Σμίξης. Έβλεπαν εκεί τα χρυσόξανθα μαλλιά του, τα κυματώδη, τη λευκότητα της όψης του με κάπως εντονότερο το χρώμα του αίματος στις αθλοσμίλευτες παρειές του, με το μενεξεδένιο βλέμμα του, με τον εύγλυπτο λαιμό του να αχνογέρνει προς τ’ αριστερά του, προς το μέρος της καρδιάς του· σαϊταμένος, ορθόκορμος, αετίσιος, λιονταρίσιος, αέρινος· ενδυμένος σε λιθόχροο χιτωνίσκο, στα πέδιλα των ποδιών του· ένα μικρό ξίφος αν είχε στη μέση του, ένα κάποιο δισάκι ριγμένο στην ωμοπλάτη του. Ήταν να εκθαμπώνεσαι αντικρίζοντάς τον... σ’ αυτό το βαθύλεπτο κράμα που ανάδιδε η όψη του, η εφηβική μορφή του.

Ήταν στ’ αλήθεια όνειρο αυτό το παιδί, ήταν ιδέα· ήταν απόσταγμα των πολύμοχθων αρετών, της ακηλίδωτης ευγένειας, της ανδρείας· ήταν κάτοπτρο των βαθύτερων γονικών πόθων, των πιο πυρακτωμένων ευχών τους· ήταν στην κυριολεξία: γυμνωμένη ψυχή· πηγή του αέναου μύθου και του θρύλου, της διάφανης αχλύς, της ολύμπιας, της θεϊκής· ήταν να μην σου έρχεται να φύγεις από κοντά του.

Αν προσκαλέστηκαν, ολόθερμα, από τους αυτόχθονες να καθίσουν για λίγο στον οικισμό τους, να τους προσφέρουν κάτι... ένα δυο τρια πέντε από τα καλύτερα ζώα τους να θυσιάσουν, όμως κατά βάθος το ένιωθαν ότι αυτό δεν γίνεται προς ώρας. Ότι για χάρη τους και μόνον, για χάρη της μικρής τους Σμίξης, ανηφόρισαν ως εδώ πάνω, δεν πήραν το μονοπάτι κάτω του Παλιόμυλου, πλάι πλάι στον ελικοειδή Αλιάκμονα, παρά ανηφόρισαν εδώ για να γίνει το πρωτ’ αντίκρισμα της Ορεστίδας από τους εφήβους παίδες. Οπότε και η μικρούλα Σμίξη (η κλυτόκτιστη, η καλλιθέατη, η ευάερη, η μυρωμένη, η…), θα τους γίνει η πρώτη τους αγάπη, η μία, η αλησμόνητη.

Ωστόσο, λόγο τους έδωσαν, ότι στον ξαναγυρισμό τους, για μεθαύριο οπωσδήποτε, τότε θα καθίσουν για λίγο στον προθυραίο οικισμό τους.

Και κάπως έτσι, μέσα από τα δακρυσμένα μάτια των αυτοχθόνων, ξαναπήραν τον κατήφορο κάτω για το σμίξιμο των ποταμιών, για το θελκτήριον «γεφυρούλι», που ήταν μόλις πλάι στη σμίξη τους, στην κοίτη του μικρού ποταμιού της λίμνης.

Πέρα της άρχιζε πάλι το ανηφόρισμα της απέναντι όχθης· στα ύψη της, έπιανες για καλά την απλωσιά της Αργεσταίας πεδιάδας. Ήταν βέβαιο πως πριν από το ηλιοβασίλεμα της μέρας, πριν ο ήλιος δύσει μακριά στον ορίζοντα της πάλαι ποτέ αναδυόμενης Πίνδου, θα έφταναν στο τέρμα τους.

Θα έφταναν στην πόλη του Ορεστικού Άργους, όπου ήταν ο τελικός προορισμός τους για σήμερα, όπου τους περίμεναν οι γονείς του φίλου τους Αλκέτα· ή άλλοτε βασιλική οικογένεια του πατέρα του Ορόντη.

Και πάει…




Φωτογραφία: Λεπτομέρεια μαρμάρινου αγάλματος του 2ου αιώνος π.Χ. του Μεγάλου Αλεξάνδρου (356-323 π.Χ.), από την Μαγνησία του Σιπύλου, στην Λυδία της Μικράς Ασίας. Αρχαιολογικό μουσείο Κωνσταντινούπολης, Τουρκία.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Ιανουαρίου 2019, αρ. φύλλου 970

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.