10/4/18

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Σταγόνες ανθρωπιάς μες στον απάνθρωπο πόλεμο [ΙΙ]




Γιατί δεν ήταν μόνο ο Γερμανός γιατρός Χανς Λέμπερ, ο Γερμανός ζωγράφος Ρούντο Σβαρτς,  ο νοσοκόμος του ηρωικού 33ου Συντάγματος Πεζικού από τη Φλώρινα (στους οποίους αναφερθήκαμε πέρσι), μα ήταν και άλλοι γνωστοί και άγνωστοι Άνθρωποι μες στον απάνθρωπο πόλεμο, όπως…

Ο Γερμανός στρατιώτης Ιωσήφ Μπλέχινγκερ, που έσωσε μια ολόκληρη ελληνική πόλη από την καταστροφή. Στρατολογήθηκε στον γερμανικό στρατό και του ανατέθηκε η θέση του υπεύθυνου κλειδούχου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λαμίας. Δεν ήταν όμως Ναζί και βοηθούσε όσο μπορούσε τους κατοίκους της περιοχής, αφήνοντάς τους να κλέβουν τα τρόφιμα των Γερμανών από τα βαγόνια, απελευθερώνοντας πολλούς Έλληνες που θα εκτελούνταν και ενημερώνοντας τους αντάρτες για τις ενέργειες των Γερμανών. Το αποκορύφωμα της δράσης του όμως ήταν να εμποδίσει την καταστροφή της Λαμίας που είχαν σχεδιάσει οι Γερμανοί: Στις 18 Οκτωβρίου 1944, όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν τη Λαμία, άφησαν πίσω τους πέντε Γερμανούς με εντολή, μετά την απομάκρυνση των άλλων, να ανατινάξουν όσα κτίρια κι εγκαταστάσεις της Λαμίας μπορούσαν. Κι ενώ είχαν τοποθετηθεί τα πυρομαχικά στις αποθήκες του στρατοπέδου με στόχο να εκραγούν τις πρωινές ώρες, αποβραδίς ο Μπλέχινγκερ μαζί με έναν Ιταλό, τον Μάριο, πήγαν κι έκοψαν τα καλώδια των εκρηκτικών κι η καταστροφή αποφεύχθηκε.





Ο Μπλέχινγκερ άλλαξε το όνομά του σε Ηλίας Κόκκινος και δεν έφυγε ξανά από την Ελλάδα. Νυμφεύθηκε Ελληνίδα, έγινε αγιογράφος και υπήρξε τόσο ταπεινός ώστε, όταν του ζητούσαν να μιλήσει, έλεγε: «Γράψτε πως είμαι Έλληνας δημοκράτης, τίποτε άλλο».

Και μια μαρτυρία από τον Πεντάλοφο Κοζάνης. Είναι της Αγγελικής Κούγκουλου-Γαϊτάνη (εφ. Πεντάλοφος 9/2015):

«Στο σπίτι της γιαγιάς μου της Μήτραινας διέμενε κατά την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου ένας λιποτάκτης Ιταλός, ο Τζιοβάνι, που μαζί του είχε την έγκυο γυναίκα του. Στο σπίτι της γιαγιάς μου, λοιπόν, μετά από 1-2 μήνες η γυναίκα του Τζιοβάνι, με τη βοήθεια της γιαγιάς μου, γέννησε ένα κοριτσάκι. Μόλις πέρασε ο χειμώνας, ο Τζιοβάνι έφυγε για την Ιταλία μαζί με την οικογένειά του. Έπειτα από 40 χρόνια επισκέφτηκαν τη γιαγιά μου δύο γυναίκες, μία εκ των οποίων μιλούσε σπαστά ελληνικά. Ήταν η γυναίκα και η κόρη του Τζιοβάνι. Μόλις η γυναίκα του αναγνώρισε τη γιαγιά, άρχισε να κλαίει, της φίλησε το χέρι και της έκανε τρεις μετάνοιες. Αργότερα της εξήγησε πως ο λόγος που την επισκέφτηκαν ήταν για να γνωρίσει η κόρη της τόσο το μέρος όπου γεννήθηκε όσο και τον πατέρα της, τον οποίο δεν πρόλαβε να ζήσει, καθώς τον σκότωσαν μόλις επέστρεψε στην Ιταλία».

Ακόμα: Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Ναννίνας Σακκά-Νικολακοπούλου «η μικρή πολιτεία μιας ζωής», η συγγραφέας περιγράφει ένα γεγονός που συνέβη στην ίδια, τον καιρό της Κατοχής, στο Πολύδροσο της Αττικής, όπου ζούσε στην αρχή με τους δύο γονείς της, μα στον καιρό του πολέμου μόνο με τη μάνα της, αφού ο πατέρας της έλειπε στον πόλεμο:

«[…] Κι όταν η πείνα έγινε αβάσταχτη για τη Μαρία (τη μάνα) και το μωρό, η μάνα μου έριχνε μια ολοστρόγγυλη πέτρα μέσα στη φωτιά της σόμπας και μου έλεγε πως «γρήγορα θα ψηθεί το ψωμάκι». Κάθε βράδυ το ίδιο κι εγώ αποκοιμιόμουνα στην αγκαλιά της, που μέρα με τη μέρα λίγνευε, περιμένοντας την πέτρα να ψηθεί. Τότε ήταν που στο παράθυρό μας κάποιος άφησε γάλα, μπισκότα και σοκολάτα. Η μάνα μου σταυροκοπήθηκε και παρόλη την πείνα δεν τ’ άγγιξε. Κι αυτό έγινε πολλές φορές μέχρι που γέμισε το περβάζι του παραθύρου κι η μάνα μου έκλεισε τα σκούρα να μην τα βλέπει.
Όμως παραφύλαξε κι είδε το βράδυ έναν από τους Γερμανούς του μεγάλου σπιτιού να έρχεται κρυφά και ν’ αφήνει το γάλα και τη σοκολάτα στο παράθυρό της. Μάζωξε το κουράγιο της, έσουρε τα τρεμάμενα πόδια της, βούλωσε τ’ αυτιά της στο πεινασμένο μου κλάμα και του πέταξε τα πράγματα που άφηνε κατάμουτρα.
Την άλλη μέρα το πρωί, ο Γερμανός μάς χτύπησε την πόρτα μ’ ένα διερμηνέα. Η μάνα μου λέει πως είχε βαθιά γαλάζια μάτια. Αυτός ο άγριος άντρας, ο εχθρός, δάκρυζε λέγοντας αυτά που μετάφραζε ο διερμηνέας.
«Στη Γερμανία έχω κι εγώ ένα κοριτσάκι πάνω κάτω στην ηλικία του δικού σας. Και στη Γερμανία τα παιδάκια πεινάνε. Ο πόλεμος είναι κακό πράγμα. Αν θέλετε δώστε κάτι στο μικρό κοριτσάκι, γιατί το κλάμα του είναι το κλάμα του δικού μου παιδιού».
Δεν ξέρω τι έκανε τη μάνα μου να πάρει αυτά που της έφερνε ο Γερμανός. Δεν ξέρω αν τον λυπήθηκε ή αν ήτανε η περηφάνια της λιγότερη από την πείνα. Εγώ ξέρω πως έζησα εκείνους τους δύσκολους καιρούς, όταν πια δεν έβρισκε κανείς ούτε γάλα ούτε ζάχαρη, γιατί κάποιος Φριτς είχε ένα μικρό κοριτσάκι σαν κι εμένα πίσω στην πατρίδα του.
Γιατί όταν είναι πόλεμος σ’ όποιο μέρος της γης, τα παιδάκια πεινάνε κι ορφανεύουνε το ίδιο. Γιατί είναι αδύνατο, όση θέληση και περηφάνια κι αν έχεις, όσο κι αν αποκοιμιέσαι περιμένοντας να ψηθεί μια πέτρα, να την κάνεις να γίνει ψωμί [...]».

Αλλά είναι αδύνατον να κλείσουμε το θέμα, αν δεν αναφέρουμε τη συγκλονιστική περίπτωση που περιγράφεται από τον Γερμανό συγγραφέα Έρχαρτ Κέστνερ:

«Το 1952 επήγα για πρώτη φορά στην Αθήνα μετά τον πόλεμο του 1940-44, στον οποίο συμμετείχα, μάλιστα στην Κρήτη. Η Γερμανική Πρεσβεία, όταν άκουσε πως είχα πρόθεση να πάω στην Κρήτη, μου συνέστησε να λέγω πως είμαι Ελβετός, επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμα και οι πληγές από τη Γερμανική Κατοχή ήσαν ανεπούλωτες. Αλλ’ εγώ τους ήξερα τους Κρήτες. Από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός. Και όχι μόνο δεν κακόπαθα, αλλά ξανάζησα παντού όπου επέρασα τη θρυλική κρητική φιλοξενία!
Ένα σούρουπο όμως, καθώς ο ήλιος εβασίλευε, επήγα και στο γερμανικό νεκροταφείο. Εκεί υπήρχε και μία μαυροφορεμένη γυναίκα. Με μεγάλη μου έκπληξη την είδα ν’ ανάβει κεριά στους τάφους των Γερμανών νεκρών του Πολέμου και να πηγαίνει μεθοδικά από μνήμα σε μνήμα. Την επλησίασα και την ερώτησα:
-Είσθε από εδώ;
-Μάλιστα, μου απάντησε.
-Και τότε γιατί το κάνετε αυτό; Οι άνθρωποι αυτοί σκότωσαν τους Κρητικούς.
-Παιδί μου, από την προφορά σου φαίνεσαι ξένος και δεν θα γνωρίζεις τι συνέβη εδώ στα ’41 με ’44. Ο άντρας μου σκοτώθηκε στη Μάχη της Κρήτης κι έμεινα με τον μονάκριβο γιο μου. Αλλά μου τον πήραν οι Γερμανοί όμηρο στα 1943 και πέθανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Σαξενχάουζεν. Δεν ξέρω αν είναι θαμμένο και πού το παιδί μου. Ξέρω όμως πως και όλοι αυτοί εδώ οι νεκροί Γερμανοί ήσαν παιδιά κάποιων μανάδων σαν κι εμένα. Και ανάβω κεριά στη μνήμη τους, επειδή οι μάνες τους δεν μπορούν να έλθουν εδώ κάτω. Σίγουρα μια άλλη μάνα θα ανάβει το καντήλι στη μνήμη του γιου μου…
Και ο Γερμανός καταλήγει με τα λόγια του υπότιτλου της ιστορικής του διηγήσεως:
«Μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί η απάντηση αυτή!».

Κλείνοντας εδώ και χωρίς να νιώθουμε πως βγαίνουμε εκτός θέματος, αναφέρουμε ένα πολύ δυνατό στιγμιότυπο, όχι από τον Β’, αλλ’ από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το αναφέρουμε γιατί έχει και αυτό την ιδιαίτερη (και «τρυφερή») του αξία και μας οδηγεί στο ίδιο ακλόνητο συμπέρασμα, πως, όσο κι αν κάποτε φαίνεται πως το κακό κυριαρχεί και κατακλύζει τα πάντα, δεν παύουν ποτέ να υπάρχουν Άνθρωποι και στιγμές όπου το καλό νικά το κακό κι η Ανθρωπιά θριαμβεύει:

Το τραγούδι που ένωσε 
Γερμανούς και Βρετανούς

Πέντε μήνες αφότου είχε ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914), την παραμονή των Χριστουγέννων, ένα ασυνήθιστο και μαγικό γεγονός έλαβε χώρα στο δυτικό μέτωπο. Γεμάτοι έκπληξη, Βρετανοί στρατιώτες άρχισαν να ακούν από τα γερμανικά χαρακώματα τον εχθρό να τραγουδά «Stille Nacht! Heilige Nacht!». Αμέσως άρχισαν να τραγουδούν και αυτοί την αγγλική εκδοχή. Το επόμενο πρωί, Γερμανοί και Βρετανοί στρατιώτες άφησαν κάτω τα όπλα τους και συναντήθηκαν στην ουδέτερη ζώνη, για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα.

Ο Βρετανός στρατιώτης Φρανκ Ρίτσαρντς είχε γράψει στο ημερολόγιό του: «Είχαμε κολλήσει πάνω μας μια ταμπέλα που έγραφε “Καλά Χριστούγεννα”, το ίδιο έκανε και ο εχθρός. Έπειτα δύο απ’ τους άνδρες μας έριξαν κάτω τα όπλα τους και με τα χέρια στο κεφάλι πήδηξαν το στηθαίο και συναντήθηκαν με δύο Γερμανούς, που έκαναν ακριβώς το ίδιο. Δώσανε τα χέρια τους και μετά ακολουθήσαμε όλοι οι υπόλοιποι». Ο δεκανέας Τζον Φέργκιουσον είχε γράψει με τη σειρά του: «Βρεθήκαμε να μιλάμε και να γελάμε με άνδρες τους οποίους προσπαθούσαμε να σκοτώσουμε λίγες ώρες πριν».


Φωτογραφίες: α) Στιγμιότυπο από την Μάχη της Κρήτης β) Ο Ιωσήφ Μπλέχινγκερ.

Το α’ μέρος «Σταγόνες ανθρωπιάς μες στον απάνθρωπο πόλεμο» δημοσιεύθηκε πέρυσι στην ΟΔΟ στις 27 Οκτωβρίου 2016, αρ. φύλλου 857- εδώ)


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Οκτωβρίου 2017, αρ. φύλλου 906

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.