1.10.19

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: "Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ"


ΟΔΟΣ 27.6.2019 | 992
Το κείμενο του κ. Θρασύβουλου Ορ. Παπατρατή που ακολουθεί, προέρχεται από την παρουσίαση του βιβλίου του “Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ - Σλαβόφωνοι Δυτικομακεδόνες στην Κωνσταντινούπολη” (εκδ. Το Δόντι), που πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαΐου 2019, στο πλαίσιο της 16ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης στις εγκαταστάσεις της Helexpo Θεσσαλονίκης. Την παρουσίαση του βιβλίου έκαναν ο ιατρός και συγγραφέας κ. Νώντας Τσίγκας (ο λόγος του "εδώ") και ο εκδότης του βιβλίου κ. Ανδρέας Τσιλίρας. Η ιστορική μελέτη του κ. Θ. Παπαστρατή πρωτοδημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ από τον Νοέμβριο 2016 έως τον Φεβρουάριο 2017.

* * *

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΕΞΗΓΗΣΩ πως βγήκε αυτό το βιβλίο. Η Κωνσταντινούπολη είναι ο χώρος των προσωπικών μου ερευνητικών ενδιαφερόντων από τα πρώτα νεανικά μου χρόνια: μελέτησα όλο το εθνοτικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό της μωσαϊκό, με εστίαση στις μειονότητες της.

Μελετώ επίσης από τα νεανικά μου χρόνια την ιστορία των Ελλήνων Εβραίων. Στα πλαίσια της μελέτης μου αυτής, ασχολήθηκα και ασχολούμαι επισταμένα με την πάλαι ποτέ εβραϊκή κοινότητα της Καστοριάς. Συνεπώς και τα δυο πεδία αναφοράς του παρουσιαζόμενου βιβλίου, Κωνσταντινούπολη και Δυτική Μακεδονία, μου ήταν ιδιαίτερα οικεία.

Εξομολογούμαι ότι αναφορικά με τους Σλαβόφωνους Δυτικομακεδόνες, διακατεχόμουν παλιότερα κι εγώ από σειρά στερεοτύπων, χωρίς να έχω μελετήσει βεβαίως εμβριθώς το θέμα.

Η συνάντηση μου με το αντικείμενο του βιβλίου ήταν θα έλεγα συμπτωματική. Στα πολλές δεκάδες ταξίδια μου στην Κωνσταντινούπολη, είχα φυσικά εντοπίσει την ύπαρξη της μικρής βουλγαρικής Κοινότητας της, με τις εκκλησίες της και το κοιμητήριο της – αλλά μέχρι να ασχοληθώ με τη Ζαγορίτσανη δεν είχα ποτέ προσεγγίσει την Κοινότητα αυτή.

Η εκδημία της γιαγιάς κάποιου φίλου, που συμπτωματικά συνέβη ενώ βρισκόμουν στην Πόλη, μου έδωσε την ευκαιρία να επισκεφτώ το βουλγαρικό κοιμητήριο του Φερίκιοϊ. Φανταστείτε την έκπληξη μου, όταν ανακάλυψα ότι στις επιγραφές πάνω στα μνήματα αναγράφονταν κατά πλειοψηφία ονόματα χωριών της Δυτικής Μακεδονίας. Πρόκειται βεβαίως για τα παλιά ονόματα, τα σλαβόφωνα, που το ελληνικό κράτος αντικατέστησε – αλλά δεν απάλειψε την ιστορία τους.



Παπαστρατής Ζαγορίτσανη
ΟΔΟΣ 3.11.2016 | 858


Δεύτερη έκπληξη μου απετέλεσε η πρώτη επίσκεψη μου στην έδρα της άλλοτε Βουλγαρικής Εξαρχίας στο Σισλί, όπου σήμερα εδρεύει η Βουλγαρική Κοινότητα. Τότε διαπίστωσα ότι τα περισσότερα μέλη της Κοινότητας μιλάνε καλά ελληνικά και ακόμη περισσότερο διατηρούν πολύ καλή και θετική εικόνα για την Ελλάδα.

Κάπου εκεί, από προσωπική και επιστημονική περιέργεια, πήρα την απόφαση να ξεκινήσω την έρευνα που οδήγησε στο βιβλίο αυτό. Εξαρχής πρέπει να επισημάνω ότι το βιβλίο δεν είναι ένα πόνημα για το Μακεδονικό ζήτημα – καίτοι εκ των πραγμάτων αγγίζει κάποιες πτυχές του. Δεν είναι επίσης μια μελέτη για τους Σλαβόφωνους Δυτικομακεδόνες, παρά μόνο για εκείνους τους Σλαβόφωνους που μετανάστευσαν στην Κωνσταντινούπολη και συγκρότησαν τη βουλγαρική κοινότητα.

Πρέπει να σημειώσω ότι όταν η μελέτη αυτή απέκτησε μια υπόσταση, θέλησα να τη δημοσιεύσω σε ένα έντυπο της Καστοριάς, καθώς η πλειοψηφία των πρώτων μεταναστών καταγόταν από χωριά του σημερινού νομού Καστοριάς. Προηγουμένως είχα δημοσιεύσει μια πρώιμη μορφή της μελέτης στην εφημερίδα των Κωνσταντινουπολιτών της Αθήνας «Ο Πολίτης», χωρίς να υπάρξουν αντιδράσεις – το αντίθετο θα έλεγα. Έλαβα τηλεφωνήματα με ευχαριστίες από ανθρώπους που σχετίζονταν με τη βουλγαρική κοινότητα. Οι Κωνσταντινουπολίτες, εξοικειωμένοι με το πολυπολιτισμικό περιβάλλον της γενέτειρας, ήταν πρόθυμοι να ανοίξουν τους ορίζοντες της ανάγνωσης.

Στην Καστοριά τα πράγματα δεν είχαν την ίδια πορεία. Το ζήτημα των Σλαβοφώνων είναι μια πονεμένη υπόθεση για τη Δυτική Μακεδονία. Στερεότυπα και ταμπού έχουν διαμορφώσει μια ιδιαιτέρα συντηρητική κοινωνία. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας άλλωστε ότι εκεί εκτυλίχθηκε κατά βάση ο Εμφύλιος πόλεμος και ότι μεγάλη μάζα των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού ήταν Σλαβόφωνοι. Το περιβάλλον λοιπόν, αν δεν ήταν εκρηκτικό, ήταν οπωσδήποτε ιδιαίτερα ζοφερό. Τόσο ζοφερό, ώστε το να δημοσιευτεί μια μελέτη όπως αυτή, αποτελούσε τόλμημα και μεγάλο βήμα.





* * *

Στην Καστοριά τα πράγματα δεν είχαν την ίδια πορεία. Το ζήτημα των Σλαβοφώνων είναι μια πονεμένη υπόθεση για τη Δυτική Μακεδονία. Στερεότυπα και ταμπού έχουν διαμορφώσει μια ιδιαιτέρα συντηρητική κοινωνία. 


* * *


Στην Καστοριά κυκλοφορεί μια σπουδαία εφημερίδα: η ΟΔΟΣ. Η Οδός και ο εκδότης της Παναγιώτης Μπαϊρακτάρης μου έχουν κάνει την εξαιρετική τιμή να δημοσιεύσουν πλήθος μελετών μου για την εβραϊκή Κοινότητα της Καστοριάς, σε πολλές διαφορετικές χρονικές φάσεις, καθώς η μελέτη μου εξακολουθεί να είναι σε εξέλιξη. Η Οδός φιλοξένησε επίσης μια σειρά ιδιαίτερα καυστικών πολιτικών κειμένων μου στα πρώτα χρόνια της κρίσης – χωρίς ποτέ να προβεί σε λογοκρισία.

Με τη Ζαγορίτσανη όμως δεν ήταν το ίδιο. Το θέμα ήταν πολύ λεπτό και ευαίσθητο για ένα έντυπο που εκδίδεται και κυκλοφορεί στην Καστοριά και στηρίζεται βεβαίως στην τοπική κοινωνία, ως αναγνωστικό κοινό, αλλά και στους φορείς της. Για να είμαι ειλικρινής, ο εκδότης της Οδού, ο Παναγιώτης Μπαϊρακτάρης, προβληματίστηκε πολύ και τον δικαιολογώ απόλυτα, για το αν θα προέβαινε στη δημοσίευση της μελέτης μου. Για δυο χρόνια σχεδόν έμενε στο συρτάρι και δεν μου απαντούσε, καθώς διαπραγματευόταν με τους προβληματισμούς του. Ώσπου εν τέλει η Οδός έκανε την υπέρβαση και προχώρησε στη δημοσίευση της, κάτι για το οποίο οφείλω ιδιαίτερη εκτίμηση και ευγνωμοσύνη στον εκδότη της. Η Οδός άλλωστε δεν είναι μια συνηθισμένη επαρχιακή εφημερίδα, όπως οι περισσότερες που πνίγονται στα στεγανά των μεγάλων και μικρών χωριών τους. Είναι ένα ποιοτικό έντυπο με λογοτεχνικές αναζητήσεις, ιδιαίτερο ύφος, εκδοτική αρτιότητα και ρηξικέλευθη στάση σε πολλά ζητήματα της Καστοριάς —δε χαρίζει κάστανα— και αποτελεί τιμή μου να συνεργάζομαι μαζί της.

Ως προς το θέμα του βιβλίου θέλω να επισημάνω ότι οι Σλαβόφωνοι Δυτικομακεδόνες κατ’ αρχήν εντάχθηκαν στη βουλγαρική Κοινότητα για πρακτικούς λόγους: η λειτουργία γίνεται στα σλαβονικά, γλώσσα που τους ήταν περισσότερο οικεία και κατανοητή — χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι η ένταξη αυτή συνεπαγόταν πολιτικές επιλογές. Στα χρόνια της τουρκικής Δημοκρατίας άλλωστε, οι σχέσεις τους με την ρωμαίικη Κοινότητα ήταν και είναι αρμονικές.

Ανέφερα στην αρχή ότι το βιβλίο δεν πραγματεύεται το Μακεδονικό. Δε θα μπορούσαν όμως ποτέ να αποσιωπηθούν θλιβερές σελίδες του Μακεδονικού Αγώνα όπως ο «Ματωμένος γάμος» κι ακόμη περισσότερο η Σφαγή της Ζαγορίτσανης, που σημάδεψε το Σλαβόφωνο πληθυσμό της Μακεδονίας και βεβαίως τη βουλγαρική κοινότητα της Πόλης – χωρίς να προσφέρει τίποτε στα ελληνικά δίκαια.

Θέλω επίσης να σημειώσω ότι αν η σύνδεση των Σλαβόφωνων Δυτικομακεδόνων με τη βουλγαρική κοινότητα της Πόλης σχετιζόταν με τις θρησκευτικές τους ανάγκες, καμιά σχέση δεν είχαν ούτε έχουν με την ΠΓΔΜ, σήμερα Βόρεια Μακεδονία, καταρχήν επειδή είχαν βρεθεί στην Πόλη πριν το σχηματισμό της άλλοτε γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας και βεβαίως επειδή ουδεμία σχέση δεν είχαν με τα τεκταινόμενα στον Εμφύλιο.



Θρασύβουλου Ορ. Παπαστρατή: Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ
Εκδόσεις "Το Δόντι", Ιούλιος 2018, ISBN 978-960-9772-90-7


Δεν ξέρω αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, σίγουρα όμως δεν ξαναγράφεται. Και το λέω αυτό γιατί η στάση της επίσημης Ελλάδας απέναντι στους Σλαβόφωνους πολίτες της, δεν ήταν η καλύτερη: η δεκαετία του 1930 θα έλεγα ότι ήταν ολέθρια – και ώθησε πολλούς στην ταύτιση τους με το Δημοκρατικό Στρατό την επόμενη δεκαετία, χωρίς να είναι κομμουνιστές.

Αν η Ελλάδα είχε ενεργήσει αλλιώς, θα είχαν διαμορφωθεί διαφορετικές καταστάσεις. Αν η αντιμετώπιση του σλαβόφωνου/δίγλωσσου πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας από το ελληνικό κράτος ήταν διαφορετική, αν ήταν θετική και στοργική – γιατί δεν ήταν, σίγουρα τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στη συνέχεια θα ήταν ελάσσονος κλίμακας. Πολύ περισσότερο, εάν η αντιμετώπιση της επιχείρησης κατασκευής μακεδονικής εθνότητας και κράτους, ήταν από την αρχή περισσότερο υπεύθυνη, σήμερα η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε προβλήματα. Ίσως μάλιστα είχε δίπλα της μια γειτονική χώρα σύμμαχο στις πολλές δύσκολες στιγμές της…

Όμως η ιστορία δεν γράφεται με «αν» και αναχρονισμένες υποθέσεις. Και βεβαίως πλήθη που άγονται από ρασοφόρους και έξαλλους εθνικιστές, όπως το φαινόμενο που είδαμε το τελευταίο διάστημα, δε βοηθάνε σε συγκλίσεις, αλλά οδηγούν σε απομόνωση — σε εθνική μοναξιά.

Κλείνω τις σκέψεις αυτές, με ένα θλιβερό επίλογο: Η Βουλγαρική κοινότητα της Πόλης αποτελείται σήμερα από μερικές εκατοντάδες μέλη, που αγωνίζονται να διατηρήσουν την ταυτότητα τους και τα λιγοστά ιδρύματα που τους απέμειναν. Τα νεώτερα μέλη δεν γνωρίζουν σλαβικά και με τους μικτούς γάμους αλλοτριώνονται. Είναι μια φθίνουσα ομάδα χωρίς ορατό αύριο σε μια αχανή μεγαλούπολη που ολοένα μεγαλώνει…

Θρασύβουλος Ορ. Παπαστρατής



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 27 Ιουνίου 2019, αρ. φύλλου 992

Σχετικά:


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Ιουνίου 2019, αρ. φύλλου 991

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.