28/6/19

ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΜΟΥΡΔΙΚΟΥΔΗ: Ιστορική μελέτη για τους σλαβόφωνους Δυτικομακεδόνες της Πόλης


Η παρούσα μελέτη αφορά ένα τμήμα σλαβόφωνων Δυτικομακεδόνων, προερχόμενων κατά το πλείστον από χωριά και κωμοπόλεις των σημερινών νομών Καστοριάς και Φλωρίνης, οι πρόγονοι των οποίων εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο χαρακτήρας της εργασίας, δεν ενέχει πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη χροιά, παρά μόνο ιστορική


Θρασύβουλου Ορ. Παπαστρατή

Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ. 

Σλαβόφωνοι Δυτικομακεδόνες στην Κωνσταντινούπολη

Εκδόσεις «Το Δόντι», 2018

Ο Θρασύβουλος Ορ. Παπαστρατής ακολουθώντας την πάγια πεποίθησή του ότι τα σκόρπια δημοσιεύματα χάνονται στον χρόνο, πήρε την απόφαση να εκδώσει το 2018 με τη σύμπραξη των εκδόσεων «Το Δόντι», τη μελέτη του με τίτλο «Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ. Σλαβόφωνοι Δυτικομακεδόνες στην Κωνσταντινούπολη». Πρόκειται για μία μελέτη η οποία δεν βλέπει για πρώτη φορά τα φώτα της δημοσιότητας, καθώς έχει δημοσιευτεί σε οκτώ συνέχειες το 2013-2014 στην εφημερίδα των Κωνσταντινουπολιτών «Ο Πολίτης», ενώ σε μία πιο επεξεργασμένη-εμπλουτισμένη μορφή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Καστοριάς «Οδός», σε έντεκα συνέχειες από τον Νοέμβριο του 2016 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2017 ["εδώ" και "εδώ"].

Το βιβλίο αυτό πραγματεύεται ένα εξ ορισμού δύσκολο θέμα, που σχετίζεται με τους σλαβόφωνους Δυτικομακεδόνες και τη συνεπακόλουθη φόρτιση που κουβαλάει η ιστορία τους. Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, ένας σημαντικός αριθμός σλαβόφωνων Μακεδόνων, προερχόμενων κυρίως από χωριά της σημερινής ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας, όπως βεβαίως και από το δυτικό τμήμα του σημερινού κράτους των Σκοπίων, εγκαταστάθηκαν ως εσωτερικοί μετανάστες στην Κωνσταντινούπολη, το Τσάριγκραντ των Σλάβων, και πλαισίωσαν τη Βουλγαρική κοινότητα της τότε πρωτεύουσας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στη μελέτη αυτή αναλυτικότερα, καταγράφεται μία σύντομη ιστορική αναδρομή της βουλγαρικής παρουσίας στην Πόλη, τα ευαγή ιδρύματα της Βουλγαρικής Κοινότητας που λειτουργούσαν στην περιοχή αλλά και το βουλγαρικό κοιμητήριο του Φερίκιοϊ –τόποι καταγωγής, οικογενειακά επώνυμα και βαπτιστικά ονόματα των κεκοιμημένων κ.ά–, αλλά και ορισμένες επισημάνσεις επί του θέματος. Tέλος, αίσθηση αποτελεί η παράθεση μίας πλούσιας-δυσεύρετης βιβλιογραφίας, η οποία έρχεται για να αποτελέσει ένα μοναδικό εργαλείο στα χέρια των ιστορικών. 

Η βουλγαρική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη 
ανά τους αιώνες 

Ήδη από την ύστερη βυζαντινή περίοδο (1204-1453), αριστοκρατικές βουλγαρικές οικογένειες είχαν τη συνήθεια να εγκαθίστανται στην Κωνσταντινούπολη, συνάπτοντας επιγαμίες με μέλη της βυζαντινής αριστοκρατίας με κύριο στόχο την αναρρίχηση στην κοινωνική πυραμίδα. Μετά την άλωση, το ρεύμα μετοίκησης των βουλγαρόφωνων κατοίκων, συνεχίστηκε και εντάθηκε, μάλιστα, στο β΄ μισό του 18ουαιώνα, καθώς η Κωνσταντινούπολη ούσα πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αποτελούσε το κέντρο όλων των επαρχιών, μία εκ των οποίων ήταν και η σημερινή Βουλγαρία.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι Βούλγαροι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ενταγμένοι στο Ρωμέικο μιλλέτι (Rum millet), όρος που χρησιμοποιούνταν από την οθωμανική διοίκηση για να περιγράψει όλους όσοι βρίσκονταν υπό τη διοίκηση των ορθόδοξων πατριαρχείων και εκκλησιών στην οθωμανική επικράτεια. Μάλιστα, την ίδια περίπου εποχή, αρκετοί Βούλγαροι καταφέρνουν να κατακτήσουν σημαντικά πολιτειακά αξιώματα, εκ των οποίων σημαντικότεροι υπήρξαν οι: Στέφανος Βογορίδης και Γαβριήλ Κρέστοβιτς. 

Τα χρόνια της αφύπνισης 
και της παρακμής 

Τα επόμενα χρόνια είναι συνδεδεμένα με τον αγώνα των Βουλγάρων για αφύπνιση και εθνική ανεξαρτησία, η οποία ξεκίνησε παράλληλα και με τον αγώνα για εκκλησιαστική αυτονομία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Λίγο καιρό αργότερα, δημιουργείται η ανεξάρτητη Βουλγαρική εκκλησία την οποία αναγνωρίζουν οι Οθωμανικές αρχές στα πλαίσια της πρακτικής «διαίρει και βασίλευε», όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει ο συγγραφέας. Αν και μεγάλος μέρος του βουλγαρικού πληθυσμού της Πόλης εντάχθηκε στην ανεξάρτητη εκκλησία, αρκετοί σλαβόφωνοι όμως, Δυτικομακεδόνες έχοντας σφυρηλατηθεί με το ελληνικό φρόνημα παρέμειναν πιστοί στις ρωμαιίκες ενορίες συνεχίζοντας να αποτελούν ενεργά μέλη της ελληνικής μειονότητας.

Από την εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923 και έπειτα, η βουλγαρική κοινότητα της Πόλης άρχισε σταδιακά να φθίνει πληθυσμιακά, να γερνάει ηλικιακά και να παρακμάζει, μία εξέλιξη αρκετά λογική καθώς η αντιμειονοτική πολιτική και οι ξενόφοβες πρακτικές του τουρκικού κράτους αυξήθηκαν έχοντας σημαντικό αντίκτυπο στη βουλγαρική μειονότητα. Στην παρακμή αυτή, συνέβαλε και το γεγονός πως η βουλγαρική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης δεν αποτελεί αναγνωρισμένη μειονότητα, με αποτέλεσμα να μην απολαμβάνει προστασίας και να βρίσκεται στο έλεος των πολιτικών επιλογών της εκάστοτε κυβέρνησης.


* * *


Ο συγγραφέας Θρασύβουλος Παπαστρατής 
και η πολιτιστική γενοκτονία ως λύση… ενσωμάτωσης 

«Εάν η αντιμετώπιση του σλαβόφωνου/δίγλωσσου πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας από το ελληνικό κράτος ήταν διαφορετική, σίγουρα τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στη συνέχεια θα ήταν ελάσσονος κλίμακας. Ίσως μάλιστα είχε δίπλα της μία γειτονική χώρα σύμμαχο στις πολλές δύσκολες στιγμές της... Η Ελλάδα, παλαιότερα, θεωρούσε αφελώς ότι ενσωματώνει στον εθνικό κορμό τους Σλαβόφωνους της Μακεδονίας με ενέργειες όπως κατεδάφιση ιστορικών ναών και καταστροφή εκκλησιαστικών εικόνων και μνημάτων με σλαβικές επιγραφές, ώστε μέσα από μία πολιτιστική γενοκτονία να σβήσει ένα ανεπιθύμητο παρελθόν... Μία πρακτική που δεν επέφερε θετικά αποτελέσματα. Βέβαια κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι και η στάση της “άλλης πλευράς” ήταν ή είναι άμεμπτη».


* * *



Τα βουλγαρικά ευαγή ιδρύματα της Πόλης 
Οι αδελφότητες Radost και Potkrepa 

Στα αμέτρητα ταξίδια του συγγραφέα στην Πόλη και στις μελέτες που τα συνόδευσαν, από το 1981 μέχρι σήμερα, είχε υπόψη του πως από πολύ παλιά υπήρχε εκεί οργανωμένη βουλγαρική κοινότητα και παροικία με δικά της ευαγή ιδρύματα. Η βουλγαρική κοινότητα της Πόλης, στην περίοδο της ακμής της υπερέβαινε τις πενήντα χιλιάδες ψυχές. Στα πλαίσια αυτά λειτουργούσαν παλαιότερα σχολεία σε όλες τις γειτονιές της Πόλης, όπου κατοικούσαν βουλγαρικοί πληθυσμοί, ενώ μέχρι τη δεκαετία του 1980 διατηρείτο σχολείο στο Πέρα. Στην ευρωπαϊκή συνοικία του Σισλί, βρίσκεται η νεώτερη έδρα της Εξαρχίας –σήμερα Κοινοτικό κέντρο της βουλγαρικής κοινότητας.

Στην ίδια περίπου περιοχή βρισκόταν άλλοτε και το κτίριο του Βουλγαρικού Θεολογικού Σεμιναρίου, το οποίο έχει κατεδαφιστεί και στη θέση του σήμερα λειτουργεί επαγγελματικό λύκειο. Στους χώρους της βουλγαρικής παροικίας της Πόλης γνωστά ήταν δύο σωματεία: η φιλόπτωχος αδελφότητα Radost και η αδελφότητα Potkrepa, που λειτούργησε ως αθλητικό, αλλά και ως φιλανθρωπικό σωματείο. Τα ευαγή ιδρύματα της βουλγαρικής κοινότητας στην Πόλη υπήρξαν σημαντικό καταφύγιο και χώρος προστασίας στις θλιβερές ιστορίες καταπίεσης και αδικιών σε βάρος της βουλγαρικής μειονότητας της Τουρκίας, που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, αχνοφαίνεται κάπου στον ορίζοντα προοπτική αλλαγής και αποκατάστασης των αδικιών, που ελπίζεται ότι θα συμπεριλάβει και τη βουλγαρική κοινότητα, καθώς το 2011 ορισμένα ακίνητα της κοινότητας στην περιοχή του Σισλί, επεστράφησαν στη δικαιοδοσία της. 

Η περιοχή του Φερίκιοϊ
Το βουλγαρικό κοιμητήριο 

Στη συνοικία του Φερίκοϊ, η οποία βρίσκεται στον ευρωπαϊκό τομέα της Πόλης και κατοικείτο μέχρι πριν μερικές δεκαετίες από πλειοψηφία μη μουσουλμανικού πληθυσμού βρίσκεται το βουλγαρικό νεκροταφείο της Κωνσταντινούπολης. Όπως και στη ζωή έτσι και στον θάνατο οι εθνικοθρησκευτικές κοινότητες στην Πόλη του Βοσπόρου χωρίζονταν, ένας κανόνας όχι απόλυτος και ιδιαίτερα για τους σλαβόφωνους Ορθόδοξους. Ωστόσο, ο διαχωρισμός αυτός επεκτάθηκε έντονα και στους τελευταίους μετά από την ένταση που επέφερε το εκκλησιαστικό «σχίσμα» στις σχέσεις ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον βουλγαρόφωνο πληθυσμό της Πόλης στις αρχές του 20ου αιώνα. Στις μέρες μας, έπειτα από κατ’ ιδίαν επίσκεψη του κ. Παπαστρατή στην περιοχή, αποτυπώνεται στη μελέτη η εξαιρετική κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα κοιμητήρια, ενώ γίνεται και μία γλαφυρή περιγραφή του χώρου αλλά και του ναού του Αγίου Δημητρίου, που κοσμεί την κεντρική είσοδο και καλύπτει τις λειτουργικές ανάγκες του κοιμητηρίου.

Περιδιαβαίνοντας τα μνήματα –ένας μεγάλος αριθμός των οποίων διασώζονται μέχρι σήμερα–, ο συγγραφέας με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσε πως το μεγαλύτερο μέρος των κεκοιμημένων στο Φερίκιοϊ, είχαν ως τόπο καταγωγής τους τη Δυτική Μακεδονία και συγκεκριμένα, χωριά του νομού Καστοριάς, όπου στο παρελθόν χαρακτηρίζονταν σλαβόφωνα. Αναλογικά, στα περισσότερα από τα μνήματα αναγράφεται ως τόπος καταγωγής η κωμόπολη Ζαγορίτσανη, η οποία είναι η σημερινή Βασιλειάδα της Καστοριάς. Όσον αφορά τα επώνυμα των κεκοιμημένων μελετώντας τα συνάγεται πως τόπος καταγωγής τους ήταν ελληνικές περιοχές της Μακεδονίας. 

Η πολιτιστική εμβέλεια του ελληνισμού 
στον σλαβόφωνο πληθυσμό 

Σχετικά με τα βαπτιστικά ονόματα, αυτά κατά πλειοψηφία είναι τυπικά χριστιανικά, συνήθως σε εκσλαβισμένη μορφή, παραδείγματος χάριν Αλέξι, Γκριγκόρ, Ιλία, Ιοακίμ, Στεφάν, Ελένκα κ.ά. Σε μία δεύτερη κατηγορία εντάσσονται τα χαρακτηριστικά σλαβικά π.χ. Ασέν, Μπογιάν, Μένκα, Ζόρκα, ενώ παράλληλα ορισμένα ονόματα παραπέμπουν στο οθωμανικό παρελθόν και συναντώνται σε όλες τις μη μουσουλμανικές μειονότητες της άλλοτε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας π.χ. Σουλτάνκα, Καρανφίλ. Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η αναγραφή ελληνογενών και ελληνοπρεπών βαπτιστικών π.χ. Αμαλία, Νικόδημο, Αντρονίκι, Αφροδίτα, Κλεοπάτρα, κ.ά., ονόματα τα οποία αποδεικνύουν πως η πολιτιστική εμβέλεια του ελληνισμού δεν άφησε ανεπηρέαστο τον σλαβόφωνο πληθυσμό. 


Το κείμενο αναδημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 14 Φεβρουαρίου 2019, αρ. φύλλου 973, 
από την εφημερίδα Παρατηρητής της Θράκης  που πρωτοδημοσιεύθηκε στις 7.2.2019.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.