28/3/18

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Επέτειος Μακεδονικού Αγώνα 2017



Ο θάνατος του Παλληκαριού, όπως μας τον αφηγήθηκε η Βιολέτα Παπαθανασίου, δασκάλα στον Μελά 1952-1962



Για μας είναι Ιστορία, για τη Βιολέτα είναι ζωή, καθώς το 1952 που διορίστηκε δασκάλα στο χωριό Μελάς γνώρισε πρόσωπα-κλειδιά της Ιστορίας: την Ναταλία Μελά, τον Ντίνα, το παλικάρι που αναγκάστηκε να κόψει το κεφάλι του νεκρού αρχηγού για να μην αποκαλυφθεί ποιος ήταν ο νεκρός, τις γυναίκες από τον Μελά που μοιρολόγησαν το Παλληκάρι, τη νύφη και τον εγγονό του Ήρωα που πήρε το άγιο όνομά του... Στις αρχές της περασμένης άνοιξης τη μαγνητοφωνήσαμε να μας αφηγείται την Ιστορία όπως την άκουσε από τους πρωταγωνιστές της που ζούσαν ακόμα τη δεκαετία του ’50 στον Μελά:

Το 1952-53, όταν ήμουνα δασκάλα στον Μελά της Καστοριάς, ήρθε κι επισκέφτηκε το χωριό η οικογένεια του Μελά, η νύφη κι ο εγγονός του ο Παύλος. Εκείνη την εποχή το σπίτι όπου είχε σκοτωθεί ο Παύλος κατοικείται από την οικογένεια του Καντζάκη. Η σκέψη λοιπόν της οικογένειας ήταν πως το σπίτι αυτό έπρεπε απαραιτήτως να γίνει μουσείο. Μου ανέθεσαν να έρθω σε επικοινωνία με την οικογένεια Καντζάκη, οι οποίοι και δέχτηκαν να τους χτίσουν ένα άλλο σπίτι κι αυτό το σπίτι να γίνει το Μουσείο Παύλου Μελά. Κι έτσι έγινε. Νομάρχης στην Καστοριά ήτανε ο Αινιάν Μαζαράκης , ο οποίος είχε συγγένεια και με την οικογένεια Μελά, διότι η γυναίκα του ήτανε από τους Δραγούμηδες, ένας άνθρωπος με πάρα πολύ μεγάλη ευαισθησία πάνω στην Πατρίδα και ιδιαιτέρως στην Μακεδονία. Οπότε, σε συνεργασία με τον Μαζαράκη αποφασίσαμε να μετατραπεί το σπίτι αυτό σε Μουσείο.

Στο σπίτι αυτό ζούσε η οικογένεια του Καντζάκη. Ήτανε νύφη και πεθερά, οι οποίες είχανε ζήσει όλη την ιστορία, πώς ήρθε ο Μελάς ένα βράδυ του Οκτωβρίου, βρεγμένος, με μία κάπα, η οποία, λέει, ζύγιζε 100 κιλά, γιατί είχε γίνει μούσκεμα. Είχε έρθει από την περιοχή της Φλώρινας, όπου είχαν δώσει μία μάχη, κατάκοπος κλπ, κι ερχότανε να σταματήσει στον Μελά, να πάει στο Ανταρτικό κι από κει να συναντηθεί με τον Γερμανό Καραβαγγέλη. Αυτό ήταν το οδοιπορικό.

Αποφάσισαν λοιπόν να διανυκτερεύσουν στο σπίτι αυτό, όπου έμεινε ο Μελάς με τα πρωτοπαλίκαρά του, ενώ στο διπλανό σπίτι έμειναν τα υπόλοιπα παλικάρια. Είχε δώσει βέβαια εντολή ο Μελάς ό,τι και να συμβεί δεν θα πυροβολήσουν, για να μη γίνει αισθητή η παρουσία τους. Δυστυχώς όμως φαίνεται ότι ο Μήτρος Βλάχος, ο οποίος ήταν στο Μακροχώρι, συνεργάτης των Βουλγάρων, πληροφορήθηκε ότι στον Μελά ήταν ένα απόσπασμα ανταρτών.

Έρχεται λοιπόν την επομένη μέρα το τουρκικό απόσπασμα, ρωτάει τους χωρικούς-κανείς δεν γνώριζε βέβαια την παρουσία του Μελά ούτε κάποιου αποσπάσματος-συνεχίζουνε και πάνε στον Άνω Μελά, επιστρέφουνε χωρίς να έχουν κάποια πληροφορία και είχε μείνει πίσω ένας Τούρκος στρατιώτης. Στο διπλανό σπίτι όπου ήταν τα παλικάρια μία Μελιώτισσα έβγαζε ψωμί από τον φούρνο. Την πλησιάζει ο Τούρκος και με την απειλή του όπλου τη σπρώχνει προς το σπίτι.

Τα παλικάρια νόμισαν ότι η γυναίκα πρόδωσε την παρουσία τους και πυροβολούνε και σκοτώνουν τον Τούρκο. Ακούνε τον πυροβολισμό, επιστρέφει το απόσπασμα και αρχίζει η μάχη ανάμεσα στους δύο. Τα πρωτοπαλίκαρα του Μελά του λεν: «Καπετάνιο, να φύγουμε», γιατί υπήρχε μια πορτούλα στο σπίτι που από κει αν έφευγαν στο βουνό ούτε θα έπαιρνε είδηση κανείς. Δεν θα μπορούσαν όμως να φύγουν τα παλικάρια κι ο Μελάς προτίμησε να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο. Όταν όμως είδε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσουν και πιθανόν να σκοτώνονταν όλοι, δίνει εντολή ν’ αρχίσουν να βγαίνουν από τα σπίτια κι ό,τι ήθελε προκύψει.

Κατεβαίνουν λοιπόν από το πάνω πάτωμα, από την καταπακτή, στο υπόγειο, στον στάβλο ουσιαστικά, και παίρνουν τον δρόμο τον λοξό για να φύγουνε. Φορούσε άσπρες γκέτες, κάλτσες μάλλινες, γιατί είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει, κι αυτό έδωσε σημάδι ότι κάποιοι κινούνται. Ένα φαρμακερό βόλι τον βρίσκει από την απέναντι πλευρά όπου ήταν το τουρκικό απόσπασμα¹.

Τον τραβάνε, μόλις είδαν ότι τραυματίστηκε, εκείνο που μπόρεσε και είπε εκείνη την ώρα «Αχ, με φάγανε τα σκυλιά». Τον τραβάνε μέσα, κατάλαβε ότι ήταν θανατηφόρο το βόλι και λέει στον Πύρζα «Τον σταυρό μου θα τον δώσεις στη γυναίκα μου, τη Νάτα, και θα της πεις ότι το χρέος μου για τη Μακεδονία το έκανα, το όπλο μου θα το δώσεις στον γιο μου, τον Μίκη, και θα του πεις ότι ο σπόρος που έσπειρα θα βλαστήσει και η Μακεδονία θα είναι ελεύθερη». Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια.

Τον αφήνουνε στις γυναίκες του σπιτιού και φεύγουν τα παλικάρια. Ροβολάνε στο ύψωμα από κει, εξαφανίστηκαν και σταμάτησαν τα πάντα. Όταν τον άφησαν ψυχορραγούσε, σε λίγη ώρα τελείωσε. Τον σκέπασαν οι γυναίκες, γιατί περίμεναν να δουν τι μπορεί να γίνει.

Όταν είδαν ότι αποχώρησαν οι Τούρκοι, οι οποίοι δεν κατάλαβαν ότι κάποιος σκοτώθηκε, δεν το πήραν είδηση, το βράδυ, όπως μου είπε η γιαγιά, τον έπλυναν, τον άλλαξαν, του έβαλαν ρούχα καθαρά, δικά τους, τον έκλαψαν, τον μοιρολόγησαν στη γλώσσα τους και μάλιστα εκείνα τα λόγια τα οποία ήταν και τα πιο συγκινητικά ήταν «Φεύγεις, Παλληκάρι, χωρίς να είναι η μάνα σου να σε κλάψει, χωρίς να είναι η γυναίκα σου και τα παιδιά σου», ήταν αυτοσχέδιο το μοιρολόι, γιατί εκείνη την εποχή μοιρολογούσαν τον νεκρό με αυτοσχέδια μοιρολόγια, ανάλογα με το ποιος ήταν ο νεκρός και πώς είχε ζήσει.

Αυτές τον πόνεσαν και τον έκλαψαν πολύ, γιατί, όπως μου είπαν, ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε κανέναν δικό του κοντά του. Ήταν πάρα πολύ τραγικό ένα παλληκάρι 33 χρόνων να μείνει στη Μακεδονία. Άλλωστε η οικογένεια Καντζάκη ήταν ευαισθητοποιημένη στο θέμα της Πατρίδας. Στη συνέχεια, τον πήραν πριν καλά καλά ξημερώσει και τον πήγαν και τον έθαψαν μακριά από το σπίτι, όπου ήταν μια ρεματιά, γι’ αυτό λέει και το τραγούδι , τον θάβουν εκεί. Πέρασαν δυο τρεις μέρες.

Η πληροφορία μεταδόθηκε ότι κάποιος σκοτώθηκε. Ξανάρχεται το απόσπασμα. Ρωτάει, κανείς δεν γνώριζε τίποτα. Τον θάνατο όμως του Παλληκαριού τον πληροφορήθηκε ο Καούδης, που ήταν στο Ανταρτικό, αρχηγός τότε του αποσπάσματος. Ειδοποιεί τον Αγοραστό, τον Πρόξενο στο Μοναστήρι, και παίρνει εντολή να πάρουν οπωσδήποτε το σώμα του Μελά, μη διαδοθεί ο θάνατός του.

Ο Ντίνας από τον Μελά που ήταν πρωτοπαλίκαρο του Μελά, οργανωμένος, παίρνει εντολή από τον Καούδη και του λεν «Πρέπει οπωσδήποτε να πας να τον φέρεις». Και μου λέει ο Ντίνας: «Είχαν περάσει τρεις τέσσερις ημέρες². Έρχομαι και μαθαίνω ότι την ίδια στιγμή που ήμουν εγώ εκεί και έσκαβα για να τον βγάλω έρχεται το τουρκικό απόσπασμα. Τι να κάνω, κυρα-Βιολέτα;» (δε μιλούσε και πολύ καλά τα ελληνικά) «Σκέφτηκα», λέει, «είχε αρχίσει και να μυρίζει γιατί είχαν περάσει λίγες μέρες, για να μην τον γνωρίσουν, του παίρνω το κεφάλι, το βάζω στον τορβά³ και παίρνω τα βουνά και πάω στον Καούδη.

Ο Καούδης είχε ετοιμάσει στο Πισοδέρι τον παπα-Σταύρο τον Τσάμη, είχε έρθει και ο Πρόξενος από το Μοναστήρι και στο μοναστήρι στην Αγία Τριάδα αποφασίζουν και βάζουν το κεφάλι κάτω από την Αγία Τράπεζα. Ορκίστηκαν, λέει, ότι κανείς δεν θα μαρτυρήσει. Όμως ο παπα-Σταύρος ο Τσάμης φοβήθηκε. Το παίρνει το βράδυ από την Αγία Τράπεζα της Αγίας Τριάδας και το πάει στην Αγία Παρασκευή στην εκκλησία, όπου το ξαναθάβει. Το σώμα του Παύλου Μελά ακέφαλο, το κεφάλι του στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Πληροφορείται βέβαια η οικογένεια τον θάνατο του Παλληκαριού κι έρχεται η Ναταλία από την Αθήνα⁴ με άδεια και παίρνει το ακέφαλο σώμα από τον Μελά, το κεφάλι από την Αγία Παρασκευή και το θάβουνε στη Μητρόπολη της Καστοριάς, όπου βρίσκονται και σήμερα τα οστά του.

Προσωπικά είχα την τύχη να γνωρίσω την οικογένεια του Μελά και να συνδεθώ πολύ. Το 1961, όταν πήγα τα παιδιά από το (μονοθέσιο δημοτικό με 45 μαθητές συνολικά) σχολείο του Μελά (τα 40 παιδιά από Γ’ τάξη και πάνω) εκδρομή στην Αθήνα, περπατήσαμε 4 ώρες από το βουνό, πήγαμε στη Φλώρινα, πήραμε το λεωφορείο και κατεβήκαμε στην Αθήνα. Επισκεφτήκαμε τη Ναταλία. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη φιγούρα της: λεπτή, με μαύρα ρούχα –η Ναταλία δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα μέχρι το τέλος της ζωής της–φορούσε μαύρο φόρεμα με παπαδίστικο γιακά και φορούσε τον σταυρό.

Το σπίτι τους ήταν διώροφο νεοκλασικό σπίτι, καταπληκτικό. Κατέβηκε από τη σκάλα, μ’ αγκάλιασε και μου είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Βιολέτα. Σήμερα ήρθε ο Παύλος στο σπίτι». Φίλησε όλα τα παιδιά ένα ένα χωριστά, μας είχε βγάλει εισιτήριο και πήγαμε στο θέατρο το βράδυ, στον Βασιλικό Κήπο ήταν θερινό θέατρο, πρόσφερε ένα γεύμα στα παιδιά εκεί, στην Πεντέλη, ήτανε μία εμπειρία μοναδική η επίσκεψη των παιδιών και ιδιαίτερα η γνωριμία με τη Ναταλία Μελά.

Για τα παιδιά του Μελά, τη δεκαετία που έμεινα εκεί, προσπάθησα και πηγαίναμε εναλλάξ και ανάβαμε το καντήλι μετά που φτιάξαμε το Μουσείο και είχαμε βάλει τη φωτογραφία του Μελά που είχαμε φέρει, μπροστά στην οποία άναβε το καντήλι που είχαμε βάλει. Πήγαιναν λοιπόν τα παιδιά και με τη σειρά άναβαν το καντήλι. Το είχα κάνει με σκοπό να καταλάβουν κάτι που τους τόνιζα πάντοτε: πως αν δεν ήταν ο άνθρωπος αυτός, ο Μελάς, το χωριό τους θα είχε πέντε σπίτια και πως, χάρη στον θάνατο του Παλληκαριού, ο Μελάς έγινε ένα ιστορικό μνημείο, ανεξάρτητα από το ότι η Πολιτεία μέχρι σήμερα δεν έχει ασχοληθεί, αφού όλα τα έξοδα του Μουσείου βαρύνουν το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσ/νίκης και να ‘ναι γερός ο κ. Μαζαράκης, ο οποίος είναι τώρα 92 χρονών και με πολλή αγάπη βοηθάει όσο μπορεί περισσότερο και το Μουσείο του Κώττα και το Μουσείο του Μελά, όπου πληρώνει τον φύλακα.



Απαραίτητες διευκρινίσεις:
1. Ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1904, ημέρα Τετάρτη.
2. Πράγματι, ο Ντίνας επιχείρησε την εκταφή που περιγράφεται στις 17 Οκτωβρίου, 4 μέρες μετά τον θάνατο του Μελά.
3. Η αναφορά του Ντίνα στον τορβά όπου έβαλε το κεφάλι του Μελά μάς θυμίζει ένα από τα συγκλονιστικότερα διηγήματα-ντοκουμέντα του Γεωργίου Μόδη, το «Περιπέτειες κεφαλής», που σ’ αυτό ακριβώς το γεγονός αναφέρεται.
4. Η αλήθεια είναι πως η Ναταλία Μελά ήρθε μυστικά στην Καστοριά στα τέλη του 1904, για να προσκυνήσει τον τάφο του πολυαγαπημένου της Παύλου, όπως γράφεται στα Απομνημονεύματα του Γ. Καραβαγγέλη. Κι ενώ ήρθε με το ψευδώνυμο Μαρία Ιωάννου και παριστάνοντας τη δασκάλα, φτάνοντας μέσω Βογατσικού στην Καστοριά ο ήρωας δεσπότης γράφει πως μάλλον η είδηση είχε μαθευτεί στην περιοχή μας από Καστοριανούς της Αθήνας «κι έτσι όταν φτάσαμε στους Ντουπιάκους (Δισπηλιό), είδα πολύν κόσμο που περίμενε να χαιρετίση την κυρία Μελά. Προσπάθησα να τους διαψεύσω με κάθε τρόπο ότι δεν είναι αυτή, αλλά δεν το πίστεψαν». «Τέλη του Απρίλη 1907 πήγε στην Καστοριά η χήρα κ. Ναταλία Μελά με άδεια των τουρκικών αρχών να τακτοποιήσει τον τάφο του συζύγου της. Έπρεπε να μεταφερθεί στην Καστοριά και το κεφάλι για να ενωθεί με το κορμί» γράφει ο Γ. Μόδης στο προαναφερθέν έξοχο διήγημά του, οπότε έτσι εξηγείται πώς οι κάτοικοι του Μελά που μίλησαν στην κ. Βιολέτα Παπαθανασίου τότε, πολλοί από τους οποίους είχαν ζήσει τα γεγονότα του 1904, μπερδεύονται και μιλούν για τον ερχομό και την εμπλοκή της ίδιας της Ναταλίας Μελά στην πρώτη ταφή του σώματος του ήρωα συζύγου της (η οποία έγινε λίγες μέρες μετά τον θάνατό του από τον Γ. Καραβαγγέλη στον περίβολο του ναού των Ταξιαρχών της Καστοριάς), ενώ στην πραγματικότητα ήρθε και ενεπλάκη στην ταφή όπου ενώθηκε –επιτέλους– το σώμα με την αγιασμένη και από τις περιπέτειές της κεφαλή του.

Φωτογραφία: Ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης και ο πρωτοσύγγελος Πλάτωνας Αϊβαζίδης σε τρισάγιο πάνω στον τάφο του Παύλου Μελά. Περισσότερα:«εδώ».


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Οκτωβρίου 2017, αρ. φύλλου 905


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.