23/3/18

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Εκείνο αξίζει που μακραίνει στην ψυχή…


 Οι "Νεομάρτυρες"  σε σύγχρονη αγιογραφική απεικόνιση.


[για το βιβλίο του  Γιάννη Πατσώνη «Σκεύος Μετανοίας»¹]



Αν μιλούσα εδώ με την ιδιότητα του νευρολόγου (ή του εν δυνάμει ψυχιάτρου / κατά το «εν μέρει εθνικός, εν μέρει χριστιανίζων»), θα υποδείκνυα ή θα ευχόμουν ο Γιάννης Πατσώνης να είχε προβλέψει στο συναξάρι του, ο Νεομάρτυρας Αγαθάγγελος να είχε προσβληθεί από κάποιο εξωτικό νευροψυχιατρικό σύνδρομο. Ας πούμε για παράδειγμα το σύνδρομο Κοτάρ σύμφωνα με το οποίο θα ζούσε κατά το υπόλοιπο του βίου του ως νεκροζώντανος, απωθώντας ή αρνούμενος την υλική του σωματική υπόσταση, και επομένως και το σουνέτεμα που με δόλιο τρόπο είχε υποστεί.
Ίσως πάλι το σύνδρομο Balint να αποτελούσε μια βολική λύση (όπου μέσα σ’ ένα είδος «ψυχικής τυφλώσεως» τα πράγματα βλέπονται μεν αλλά εν μέρει μόνον αναγνωρίζονται). Ή  -ακόμα καλύτερα- μια βλάβη του δεξιού βρεγματικού λοβού που θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε πλήρη αγνωσία και άρνηση στην συνειδητοποίηση της …περιτομής του (κατάσταση neglect). Μια υπολειτουργία επίσης της αμυγδαλής στον κροταφικό λοβό θα κατέλυε το θρησκευτικό αίσθημα εντός του ή μια υποδραστηριότητα του μετωπιαίου λοβού θα το άμβλυνε κάπως. Αλλά επειδή δεν μιλούμε για συγγραφική μυθοπλασία αλλά για μεταφορά στο χαρτί ενός αληθινού βίου τα παραπάνω δεν έχουν θέση οπότε αφήνουμε κατά μέρος τις επιθυμίες ή τις άχαρες ιδιότητές μας μπροστά στα τετελεσμένα και συγγνωστά…

Ο Γιάννης Πατσώνης από πολύ νωρίς έχει αφήσει το στίγμα του στα λογοτεχνικά πράγματα. Δυο συλλογές διηγημάτων εξέδωσε: τις «Κυλιόμενες σκάλες» (το 1982 από τις εκδόσεις «Κάλβος») και «Τα μάτια των περαστικών» (από τον «Κέδρο» το 1984). Πάνω από πενήντα στο σύνολο τα διηγήματα σε μικρή φόρμα που αυτός έχει γράψει αν συγκαταριθμήσουμε σ’ αυτά και όσα κατά καιρούς έχει δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά έντυπα. Μια ικανή σοδειά για το διάστημα μιας δεκαετίας και με σοβαρές υποσχετικές για το μέλλον που φαινόταν να ανοίγεται μπροστά του. Μετά το 1992 όμως, και για διάστημα είκοσι χρόνων, ο συγγραφέας αυτός «χάνεται» διότι τον απορροφά η… «ανάργυρος» ιατρική και η προσφορά στον άνθρωπο. Εδώ και λίγα χρόνια, αφού έχει πλέον ευδοκίμως συνταξιοδοτηθεί, συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στα κοινωνικά ιατρεία σε ανθρώπους αναγκεμένους. Παράλληλα όμως συμβαίνει και η επανεμφάνισή του στη λογοτεχνία. Το διήγημα, για παράδειγμα, «Σκαλωτή» που δημοσιεύτηκε το 2012 θα μπορούσε να αποτελεί την απαρχή της νέας του διαδρομής. Αλλά αυτό δεν συνέβη (τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που θα ανέμενε κανείς).

Ο Πατσώνης επιστρέφει, μ’ ένα βιβλίο που το λογοτεχνικό σινάφι μάλλον θα βρει πως δεν το αφορά ή θα παραξενευτεί από το περιεχόμενό του. Ωστόσο πρόκειται για βιβλίο που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός καλοδουλεμένου και καθ’ όλα άρτιου έργου. Αποτελεί φόρο τιμής στον Φώτη Κόντογλου, σπουδή πάνω στα πατήματα του δικού του «Άγιου Γιώργη του Χιωπολίτη». Για ποιόν άραγε λόγο κινήθηκε μ’ αυτόν το τρόπο ο Πατσώνης; Μιά εξήγηση μάλλον μας προσφέρει ο Κόντογλου «Στον Μυστικό Κήπο» όπου γράφει:

[...] Εἶδα κι ἐγὼ ὅπως ὁ Θεόγλωσσος Παῦλος, πὼς ἔκανα ἔργα ματαιότητας. Τυφλοὶ καὶ ματαιόκοποι, γράφουμε βιβλία πού μᾶς δοξάζουνε μπροστὰ στὸν κόσμο καὶ μᾶς δείχνουνε πὼς εἴμαστε κάτι τί. Ἐνῶ τὸ χάρισμα ποὺ δόθηκε στὸν ἄνθρωπο κι ἡ τέχνη του πρέπει νὰ ὑπηρετήσουνε τὸ Θεό, καὶ τότες δὲ θὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἴσως ρίξει κάποιαν ἀχτίνα ἀπάνω σὲ ψυχὲς πλανεμένες. Καπνὸς εἶναι ἡ κοσμικὴ δόξα καὶ σκορπᾶ, ἐνῶ τῆς εὐσέβειας τὰ νοήματα θρέφουνε μὲ θροφὴ καθαρή, ὄχι μονάχα ἐκείνους ποὺ τ' ἀκοῦνε, ἀλλὰ καὶ κεῖνον ποὺ τὰ γράφει, μὴν ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ τὰ παινέματα τὰ μάταια τῶν ἀνθρώπων [...].

Η ματωμένη πέτρα στο παζάρι στη Χίο που πάνω της μαρτύρησε ο Αχμέτ-Γιώργης ή το κούτσουρο πάνω στο οποίο πρόσφερε τον τράχηλό του ο Ισμαήλ-Αγαθάγγελος δεν υπάρχουν πια. Κανένας δεν έχει κρατήσει χαλίκι ή παρασχίδα από τους βωμούς της θυσίας τους. Το αίμα γύρω σφουγγίστηκε από το πλήθος με μπαμπάκι ή με κομμάτια ύφασμα. Ύστερα αυτά έγιναν φυλαχτά, ενθύμια ιερά, δωρίστηκαν στις γενιές, κράτησαν όσο κράτησαν, τα εξαφάνισε ο καιρός. «Ο Αγρός του αίματος»² (για να θυμηθούμε το σπουδαίο βιβλίο του Αλεξ. Κοσματόπουλου) έχασε τα όρια του, απλώνει και διαχέεται παντού στον κόσμο εις τον αιώνα. Τα χρόνια σβήνουν με αδιαφορία όλα τα σημεία αναφοράς κάθε θυσίας. Λέει πάλι ο Κόντογλου:

Αλίμονο! Τα βουνά ξεχνάνε, τα κάστρα γκρεμνίζουνται, οι φυλακές είναι βουβές, τα κόκκαλα λιώνουνε πολύ γλήγορα. Ούλα είναι αδιάφορα στον πόνο μας, αφού κι ο άνθρωπος ατός του ξεχνά τα ντέρτια του. Παρατά στη λησμονιά τιμημένα μνημόρια. Απάνου στο χώμα που πλάγιασε για πάντα η φιλότιμη καρδιά, περπατά δίχως κανένα αίστημα μέσα του.

Η γλώσσα στο «Σκεύος μετανοίας», πλούσια σε ιδιωματισμούς σε μια νόστιμη και ζωντανή πρόσμιξη των γλωσσικών στοιχείων της Ιωνίας και της Πόλης φανερώνει την βαθειά και σεβαστική εντρύφηση του συγγραφέα του βιβλίου μέσα στην λαϊκή παράδοση. Αβίαστα μας αποκαλύπτεται το πάντρεμα ανάμεσα στις γλώσσες σαν αποτέλεσμα της μακρόχρονης υποχρεωτικής -συχνά αρμονική- συμβίωσης και αλληλεπίδρασης των πολιτισμών.

Ακόμα και σήμερα, κι ύστερα από τόσα όσα φρικαλέα έχουν συμβεί, πώς μπορεί να αγνοήσει κανείς αυτό που συμβαίνει στο προσκύνημα σχεδόν αποκλειστικά από Τούρκους στον Αη Γιώργη τον Κουδουνά στην Πρίγκηπο ανήμερα της γιορτής του; Πώς μπορεί να ξεχάσει τους Βαλαάδες (τους εκουσίως εξισλαμισθέντες έλληνες χριστιανούς της περιοχής της Ανασέλιτσας) που συνέχιζαν να λατρεύουν τον καινούργιο τους Θεό μέσα στις ανέγγιχτες παλιές χριστιανικές εκκλησιές τους μέχρι τη μέρα που τους απομάκρυνε η ανταλλαγή των πληθυσμών; Ή την μουσουλμάνα γυναίκα που μoυ ομολόγησε σε «συνέντευξη» στο ιατρείο πως «εκκλησιάζεται κανονικά σε χριστιανική εκκλησία» κάπου στη Θεσσαλονίκη αφού «ο Θεός βρίσκεται παντού»;

Αυτό που συμβαίνει με τους Νεομάρτυρες δεν θα πρέπει να το εκλάβουμε ως ψυχοπαθολογικό φαινόμενο που αποζητά τη λύση του. Δεν προκύπτει από το λεγόμενο διαπολιτισμικό άγχος που αφορά την επαφή με το άλλον ή τον φόβο προς αυτόν, τον νευρωσικό φόβο προς το άγνωστο. Δεν είναι ιδεολογικά τα όσα οδηγούν στην δια της θανατώσεως ομολογία πίστεως, ούτε συναισθηματικά (προσβολή, περιθωριοποίηση, ντροπή), ούτε και πολιτισμικά τα κίνητρα. Είναι βαθύτερα, ιδιαίτερα, πνευματικά ερωτήματα επανεύρεσης της ταυτότητας ενός προσώπου που επιθυμεί τον «Θεόν όψεται». Τα απαντήματά τους δίνονται πέραν της λογικής. Δεν πρόκειται για αυτοκτονική επιλογή αλλά για επανάκτηση της ζωής…

Ο Φώτης Κόντογλου αυτός ο ριζορθόδοξος, κατά τον Νίκο Καρούζο, στην τελευταία πράξη του μαρτυρίου του Άγιου Γιώργη του, βάζει τον λαό (τον χορό της τραγωδίας θα τολμήσω να πω) να φέρνει λευκά ρούχα καθαρά για τον έτοιμο να μαρτυρήσει νέο. Ο λαός-σώμα της εκκλησίας δίδει συμβολικά συγχώρεση και παραστέκεται στον αρνησίχριστο.
Βέβαια ούτε ο Νεομάρτυρας Αγαθάγγελος ούτε κι ο Αη Γιώργης ο Χιωπολίτης, άνθρωποι βαθύτατα λαϊκοί κι απαίδευτοι, έχουν υπόψη τα λόγια του Απ. Παύλου από την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή:

[…] θέατρον εγεννήθημεν τω κόσμω,

Τα γνωρίζουν όμως αυτά πολύ καλά και ο Κόντογλου και ο Πατσώνης οπότε περίφημα παρασταίνουν την πορεία από την μεταστροφή και μετάνοια μέχρι τη δικαίωση με την μαρτυρική θανάτωση μπροστά στα ανθρώπινα όμματα που εγκαινιάζει και την καινή ζωή.
Κι έρχομαι τώρα να ρωτήσω: Τί άραγε να έχουν πάθει όλοι αυτοί;

Κι ας πιάσουμε πρώτα τον Γιάννη Πατσώνη. Ο οποίος ναι μεν έγραψε διηγήματα που, αν το καλοδείς κι αυτά για νεομάρτυρες του σύγχρονου ελληνισμού μιλούν, για ζωές παραναλώματα, για ευρισκομένους εν τη καμίνω παίδες, για σαλούς, σώματα ασθενούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων [παθών ή άλλων ανθρωπίνων δεσμών]. Τι έπαθε λοιπόν αυτός και επανακάμπτει μ’ αυτά τα «Θεοτικά» πράγματα; Η απάντηση πως θέλει να μας δείξει το πως θα ’πρεπε να γράφονται οι βίοι των αγίων από τον Κόντογλου και εντεύθεν δεν είναι πειστική.
Τί συνέβη στο μυαλό του Τάσου Λειβαδίτη και από ερωτικός και ιδεολογικά στρατευμένος ποιητής πέρασε σ’ εκείνην την ύστερη και πιο σημαντική του περίοδο;

Τί έπαθε κι ο Νίκος Καρούζος, ο συχνά ανερμήνευτος, αυτή βασιλική δρύς της ποίησής μας;
Τί σκότισε το νου (ή τί να άστραψε εκεί μέσα) του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου που χωρίς να διασπά βεβαίως την εκφραστική, πνευματική ενότητα του έργου του περνά ύστερα από «Τα δυό φορέματα» ή το «Ταξίδι στην Αλεξανδρούπολη» σ’ εκείνη την πνευματική αναστάτωση που του επιβάλλει να γράψει για τους «Λόγους του Αββά Ισαάκ του Σύρου» ή εσχάτως το «Αναγνωστικό των Ευαγγελίων»;

Τί την έπιασε την ζωγράφο Όλγα Σταυρίδου κι άρχισε να τοποθετεί στους πίνακές της ερείπια βυζαντινών εκκλησιών κρυμμένα ανάμεσα σε ρίζες και πυκνή βλάστηση, Αγίους ταξιάρχες ή μορφές άλλων αγγέλλων ανάμεσα στα φυλλώματα των παραλιμνίων λευκαδιών ενώ προσπαθεί να απεικονίσει την πόλη της Καστοριάς; Τί συνέβη και η εξαιρετική ζωγράφος στο τελευταίο έργο της, που άφησε ημιτελές, απεικονίζει λεπτομέρεια από το ένα και μοναδικό ψηφιδωτό της Μονής του Οσίου Δαβίδ στη Θεσσαλονίκη;

Και γιατί ο Κόντογλου, σαν έδωσε στην Κατοχή για ένα σακί αλεύρι το σπίτι του, κι ο νέος ιδιοκτήτης κάλυψε με λαδομπογιά όλα του τα έργα που βρήκε στους τοίχους του σπιτιού αυτού επάνω, δεν πήρε το στυλιάρι ή το όπλο - σαν ήρθε ο καιρός- να βγει στο φόρο να ζητάει δίκιο του ή να πάρει εκδίκηση; Παρά διάλεξε να ιστορεί με αγιογραφίες εκκλησιές μέχρι το θάνατό του, απομένοντας δίχως σύνταξη και φτωχός όπως τότε που ήρθε πρόσφυγας από το Αϊβαλί; Τί συνέβη λοιπόν με όλους αυτούς και σε άλλους τόσους;
Το απαντά χωρίς περισπασμό ο Κόντογλου, όταν του μίλησαν με θαυμασμό για τους 33.333 στίχους της Οδύσσειας του Καζαντζάκη:

«Εκείνο αξίζει που μακραίνει στην ψυχή,  όχι στο χαρτί.
Έχεις διαβάσει πιο μακρύ ποίημα από το Φως Ιλαρόν;»³.



Παραπομπές
1. Γιάννης Πατσώνης, Σκεύος μετανοίας, εκδόσεις Εν πλώ, 2017.
2.  Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Ο Αγρός του αίματος, εκδόσεις Κέδρος, 2003.
3. Οι στίχοι στους οποίους αναφέρεται ο Κόντογλου:
Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν. Ἄξιόν σε ἐν πᾶσι καιροῖς ὑμνεῖσθαι φωναῖς αἰσίαις, Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδούς· διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21 Σεπτεμβρίου 2017, αρ. φύλλου 902

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.