5.6.19

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Μέσα από την θάλασσα



Οι ωκεανοί καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της γης και μας δίνουν το μισό οξυγόνο που έχει η ατμόσφαιρα. Μέσα στην ρευστότητά τους ζει ένας τεράστιος αριθμός οργανισμών που τους περισσότερους δεν τους γνωρίζουμε, λόγω του μεγάλου βάθους που φτάνει τα εφτά μίλια- χωράνε κάτι μεγαλύτερο από ένα Έβερεστ- και λόγω του ότι δεν υπάρχουν ακόμα ειδικά όργανα που να μας επιτρέπουν να διερευνήσουμε τί γίνεται στο εσωτερικό τους και κάτω από την μεγάλη πίεση που αναπτύσσεται.

Την Μεσόγειο την αισθανόμαστε πιο φιλική, ο Στράβων την ονομάζει η εντός και καθ' ημάς θάλασσα. Αλλά τα δικά μας πράγματα είναι που μας δημιουργούν μαζί με τις χαρές και τις μεγαλύτερες δυσκολίες.

Το Μάλι είναι μια χώρα της δυτικής Αφρικής που τα δύο τρίτα του εδάφους της ανήκουν στην έρημο Σαχάρα. Κάποτε ονομαζόταν Γαλλικό Σουδάν και η επίσημη γλώσσα του είναι ακόμα η γαλλική. Έχει πληθυσμό περίπου δεκαεννιά εκατομμύρια που ζει κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Γι αυτό αποφάσισε κι ένα μικρό, μόλις δεκατεσσάρων χρονών, Αφρικανόπουλο -μαζί με πολλούς άλλους- να βγει στους θαλάσσιους δρόμους της Μεσογείου, που δεν είχε αντικρίσει ποτέ του, και να κατευθυνθεί στη μυθική Ευρώπη. Εκεί που υπάρχει ψωμί και δουλειά, τεχνολογική πρόοδος και ίσως περισσότερη ανθρωπιά, αφού οι άνθρωποι έχοντας ξεπεράσει την πείνα τους θα ενδιαφέρονται λίγο περισσότερο για τον διπλανό τους, τον παραδιπλανό τους, ακόμα και γι' αυτόν που είναι πολύ μακρύτερα γιατί μόνο η τυφλή τύχη αποφάσισε για τον καθένα πού θα φυτρώσει και ποια αγκαλιά θα τον υποδεχτεί.

Μπήκε αποφασιστικά στη βάρκα, που ήταν μικρή για τόσους πολλούς ανθρώπους. Χώρεσαν όμως όλοι, ήταν αποφασισμένοι να χωρέσουν. Ένοιωθαν ότι εκεί, στην Ευρώπη, ένα μέλλον χτιζόταν και γι αυτούς, κάτι τους περίμενε. Ακούμπησε το χέρι του στο νερό και αισθάνθηκε την αλμύρα να μπαίνει μέσα από το δέρμα του και να κυκλοφορεί στις φλέβες του. Αυτό ήθελε, μια μετουσίωση, από Αφρικανός σε Ευρωπαίο.

Κάτι είχε πάρει το αυτί του και για τον Γιάννη τον Αντετοκούνμπο, τον Έλληνα. Και δε ήταν ότι του έλλειπε η αίσθηση του εαυτού του και έψαχνε να την βρει. Ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να κάνει ένα βήμα μπροστά. Και είχε τα εχέγγυα. Ήταν νέος, δυνατός, με μυαλό. Και η απόδειξη δεν πήγαζε μόνο από την εγκεφαλική του λειτουργία. Ήταν χειροπιαστή, κολλημένη πάνω στο στήθος του, σε επαφή με τον χτύπο της καρδιάς του, με τις αγωνίες του, με όσα περίμενε. Αποτελείτο από ένα φθαρτό υλικό, ένα χαρτί. Δεν ήταν, όμως, ένα οποιοδήποτε χαρτί, ήταν ο έλεγχος του σχολείου του και έδειχνε τους βαθμούς του και εκείνοι πάλι έδειχναν την δυνατότητά του να σκέφτεται, την ικανότητα που έχει κάθε ευφυής άνθρωπος να ψάχνει το περιβάλλον του και να το κατανοεί.

Το είχε ράψει στην εσωτερική πλευρά του πανωφοριού του η μάνα του, με πυκνή βελονιά για να μείνει σταθερό. Δεν του είχε ράψει φυλαχτό για να τον προστατεύουν Θεοί και πνεύματα, τον έλεγχό του έβαλε, γιατί εκεί στην άγονη γη τους είχε καταλάβει πόσο σημαντικό είναι να έχει ένα παιδί καλούς βαθμούς, πόσο σημαντικό είναι να προσπαθεί κανείς και να κατακτά την γνώση. Και ταξίδεψε το παιδί, μαζί με τους δικούς του, και έφτασαν στα παράλια της Ευρώπης, όπου τους καλοδέχτηκαν, και έτσι η ζωή του άλλαξε πορεία, προς το καλύτερο.

Δεν έγινε όμως έτσι. Η βαρκούλα τους δεν άντεξε, η ορμή της θάλασσας ήταν μεγαλύτερη από τις δυνατότητές της και δεν άργησε να την καταπιεί. Μαζί και τους περισσότερους από τους Αφρικανούς που επέβαιναν. Πάλεψε μαζί της ο μικρός με τις κινήσεις του τις απεγνωσμένες, με τις αναπνοές του τις αγωνιώδεις. Και δεν είναι εύκολο να παλεύεις με το νερό. Είναι άπιαστο. Γλιστρά μέσα από τα δάχτυλά σου, εξουδετερώνει- σχεδόν νομοτελειακά- τις δυνάμεις σου, σε χειραγωγεί μέχρι να γίνεις ένα άβουλο ξυλαράκι στον αφρό ή ένα μικρό βαρίδι στα βάθη της.

Και το τράβηξε στο εσωτερικό της και το ακούμπησε κάτω, μόλις βρήκε στέρεο έδαφος. Τότε ήταν που πλησίασαν ένα χταπόδι, ένας αστακός, λίγα ψαράκια, ένας αστερίας και άρχισαν να περιεργάζονταν το άψυχό του σώμα. Δεν ήταν κάτι που δεν το είχαν ξαναδεί. Στον μικρό χρόνο της ζωής τους είχαν προλάβει να δουν κι άλλα ανθρώπινα ναυάγια. Ήταν συχνά τον τελευταίο καιρό. Αλλά να! Αυτό είχε μια ιδιαιτερότητα. Είχε αυτούς τους αριθμούς ραμμένους στο σακάκι του, κάτι ήθελε να τους πει. Αλλού ήθελε να πάει. Εκεί που υπάρχουν θρανία και δάσκαλοι και παιδιά, πολλά παιδιά, που θα έγραφαν, θα διάβαζαν χαρούμενες και λυπητερές ιστορίες, που θα παίζανε.

Και σαν από επιφοίτηση, τα θαλασσινά ζωάκια, κατάλαβαν την αξία του, τις προσπάθειες του να γίνει αντάξιος αυτών των ωραίων σημαδιών που είναι οι βαθμοί του, και πλησίασαν το αγόρι με συμπάθεια. Του χάιδεψαν τα χέρια, τα μαλλιά, το πρόσωπο. Του είπαν ότι είναι τιμή τους που το γνώρισαν, έστω και μ' αυτόν τον τρόπο. Και λυπόταν πολύ είπαν που οι συνάνθρωποί του αφήνουν τα παιδιά τους να τα καταπιεί η θάλασσα.

Αυτό συγκίνησε και τον σκιτσογράφο Makkox κι εκεί μέσα στην μοναξιά του γραφείου του σχεδίασε μια πολύ τρυφερή στιγμή, μέσα στο θαλασσινό νερό, ένα παιδί με την παρέα του. Ένα χταπόδι, λίγα ψαράκια, ένας αστερίας κοιτάνε με συμπάθεια, μπορεί και θαυμασμό, το παιδί. Η φύση προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές που ανοίξαμε.


Φωτογραφία: Σκίτσο του Makkox το οποίο δημοσιεύτηκε σε ιταλική ιστοσελίδα.
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 14 Φεβρουαρίου 2019, αρ. φύλλου 973


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.