27/11/17

Λόγος & Αντίλογος




Περί του καστοριανού καρναβαλιού II




Αγαπητή ΟΔΟΣ,

Για ακόμη μία φορά, το πέρας των εκδηλώσεων του δωδεκαήμερου, προκάλεσε και φέτος δυσάρεστες αναμνήσεις. Πραγματικά ανεξίτηλες. Και δεν αναφέρομαι στις χαμηλές θερμοκρασίες που επικράτησαν στο τριήμερο του Καστοριανού Καρναβαλιού, αλλά στα διάφορα βαλκανικού τύπου πεπραγμένα, που όλως τυχαίως οι ιθύνοντες τα χρηματοδοτούν στον βωμό της... «αστικής παράδοσης των εθίμων και ηθών». Τουλάχιστον με αυτήν την αιτιολογία, δικαιολογούν τα τεράστια χρηματικά ποσά στην Διαύγεια.

Η αναφορά μου στα βαλκανικού τύπου τελεσθέντα έχουν από επιφωνήματα αγνώστου γλωσσικού ιδιώματος, ως τραγούδια που αποτελούσαν κατ’ εξοχήν βαλκανικές μοιρολατρίες και στιχομυθίες. Και που φυσικά δεν κατέχουν καμία θέση στην αστική παράδοση της Καστοριάς. Αλλά φαίνεται κατέχουν θέση στα στερεότυπα του τόπου καταγωγής των υπευθύνων, που με περίσσια ευκολία κάποιοι βάπτισαν το τριήμερο γλέντι των Καστοριανών ως «Ραγκουτσάρια». Και με ακόμη περισσότερη ευκολία, αποχαρακτήρισαν τα δικά τους «Σούρβια», «Μπαμπουσάρια», «Αργκουτσάρια», «Ρογκάτσια» κ.ο.κ.  που ο Δήμος Καστοριάς επισήμως τα χαρακτηρίζει πλέον ως «καρναβάλια».

Ανατρέχοντας κανείς στο παρελθόν και προσπαθώντας να θυμηθεί τους αρμοδίους, τις θέσεις που κατείχαν -αλλά και ακόμα κατέχουν- θα καταλήξει σε αρκετά χρήσιμα συμπεράσματα για τον ρόλο αυτών των ανθρώπων στην «ανάδειξη και διατήρηση της αστικής παράδοσης», από την εποχή που πρωτοστατούσαν σε πολιτιστικούς συλλόγους ως σήμερα. Και που με μία πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο, θα τους δουν να χορεύουν «Τικφέσκινο» και «Μπαϊντούσκινο» κι άλλους χορούς, φουσκωμένοι από περηφάνια. Εκπροσωπώντας όχι τον εαυτό τους, αλλά τους Καστοριανούς και τον τόπο τους.

Κάποιους άλλους, τους συναντά να πρωταγωνιστούν σε χορούς συλλόγων  «μακεδονικών χορών», συντροφιά με ορχήστρες που παίζουν άγνωστα κομμάτια. Χορεύοντας και τραγουδώντας σε άγνωστο γλωσσικό ιδίωμα, που προφανώς οι ίδιοι αντιλαμβάνονται. Κι όμως, κάποιοι απ’ αυτούς υποδεικνύουν στους Καστοριανούς ποια θα έπρεπε να είναι η παράδοσή τους, επειδή προφανώς διατήρησαν την ελληνικότητα του αστικού καρναβαλιού τους.

Ίσως, επηρεασμένοι από τις ονομασίες των τοπικών τους δρώμενων, ηθών και εθίμων, θέλησαν να προσδώσουν παρόμοιους χαρακτηρισμούς στο Καρναβάλι της Καστοριάς. Είτε επειδή κουράστηκαν με τα δικά τους ήθη και έθιμα, είτε γιατί ένιωθαν «ανώτεροι» και ήθελαν να τα επιβάλουν και στους άλλους, είτε γιατί ήθελαν να υποβαθμίσουν τον αστικό χαρακτήρα του καρναβαλιού και να το ταυτίσουν με κάτι άλλο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν οι «σωτήρες της παράδοσης»  να το  «εμπλουτίσουν» με  σκοπούς, χορούς και ακούσματα ξένα προς τον τόπο, που εξέφραζαν ιδιαίτερη αισθητική.




Αγαπητή ΟΔΟΣ, σε όποια πηγή και να ανατρέξει κανείς, για τα παραπάνω δρώμενα του δωδεκαημέρου, όλες καταλήγουν πως αυτά τελούνταν σε αγροτικές περιοχές και σε περιοχές που άνθιζε η κτηνοτροφία. Εξ ου και η ευκολία αμφίεσης με προβιές, κέρατα, σκόρδα και κουδούνες. Η οποία αμφίεση αποτελεί κοινό γνώρισμα στα Σούρβια, στα Ρογκατσάρια, στα Ρουγκατσάρια, στα Μπαμπουσάρια κοκ. Δηλαδή η βουκολική αμφίεση με σκοπό τον εξορκισμό των κακών πνευμάτων και των καλικαντζάρων.

Και αν το βουκολικό του πράγματος έχει να κάνει με τον τρόπο τέλεσης των «Κατ’ Αγρών Διονύσια», ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναζήτηση και η απάντηση στο τόπο τέλεσης αυτών. Τα συγκεκριμένα «τελετουργικά» λάμβαναν -και λαμβάνουν- μέρος αποκλειστικά και μόνο στο ύπαιθρο. Σε αγροκτηνοτροφικές περιοχές, περιφερειακά των πόλεων. Και μόνο εκεί. Στις επαρχιακές περιοχές, γύρω από τις μεγάλες πόλεις των νομών. Οι φορεσιές και αυτοσκοποί συναντώνται στα χωριά της Θεσσαλίας, των Γρεβενών, στην περιοχή της Αριδαίας, σε χωριά της Θράκης κ.α. Στην περίπτωση της Καστοριάς, οι «φωστήρες του πολιτισμού και των γραμμάτων» προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Τι σχέση μπορεί να έχει η πόλη της Καστοριάς με τον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα, είναι απορίας άξιο. Που είναι παγκοσμίως γνωστό, πως οι Καστοριανοί, πέραν της γούνας, του εμπορίου και του ψαρέματος δεν ασκούσαν κάποιο άλλο επάγγελμα. Αυτή ήταν η επαγγελματική παράδοση της πόλης. Αυτή είναι όμως η αλήθεια. Τελεία και παύλα.

Εκτός αν οι «πεφωτισμένοι» επιχειρήσουν να αλλάξουν και την εργασιακή ιστορία της πόλης. Και όλοι τους μαζί υποστηρίξουν πως οι αστοί Καστοριανοί, είχαν ως μοναδική τους ασχολία την γεωργία και την κτηνοτροφία. Με αποτέλεσμα η καθημερινότητά τους,  η κοινωνία τους,  τα ήθη, τα έθιμα καθώς και οι ενδυμασίες τους, τα τραγούδια και η μουσική τους, είναι αποτέλεσμα ενός βουκολικού τρόπου ζωής, ενός βουκολικού πολιτισμού.




Και σαν δεν έφταναν όλα τα παραπάνω κακώς κείμενα, ήρθε και η κυκλοφορία ενός καινούριου έντυπου με τίτλο «Λαϊκά δρώμενα - Ραγκουτσάρια, Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον». Που δεν είναι κάτι άλλο, πέρα από την συνεργασία του δήμου Καστοριάς με τον γνωστό θεατρικό συγγραφέα και ποιητή κ. Δημήτριο Μάνο. Δεν αρκέστηκα σε μία και μόνο ανάγνωση. Το διάβασα προσεκτικά και επιμελημένα. Ξανά και ξανά. Μήπως και δεν έχω καταλάβει έστω και στο ελάχιστο, μία γραμμή, αυτής της εκδόσεως. Η αλήθεια είναι πως το εν λόγω κείμενο με εξέπληξε. Και μάλιστα δυσάρεστα. Όχι τόσο στο σύνολο του, αλλά ειδικά στην αναφορά του στην πόλη της Καστοριάς.

Δεν θα σου αποκρύψω, πως στιγμιαία μου θύμισε τον Ιωάννη Μπακάλη. Ο οποίος απαιτούσε μέσω κειμένου του, «να μην γιορτάζονται τα καρναβάλια ανά τον κόσμο, την εποχή που αυτά τελούνται, αλλά την εποχή που γίνονται στην Καστοριά, αλλιώς δεν είναι καρναβάλια, αλλά κάτι άλλο»(!) Και ο παραλληλισμός αυτός έχει να κάνει με την ετυμολογική προσπάθεια απόδοσης του όρου «καρναβάλι» από τον κ. Δημήτριο Μάνο.

Ο οποίος, αδιαφορώντας (;) για την παγκόσμια ετυμολογική απόδοση της λέξης, επιχειρεί να δώσει μία άλλη ερμηνεία. Διαφορετική και προσαρμοσμένη ώστε να ταιριάζει με το ραγκουτσαρέικο του πράγματος. Διαβάσαμε λοιπόν, πως η λέξη καρναβάλι προέρχεται από τον «βαλλισμό των κάρνων = πηδηχτός χορός των βοσκημάτων». Μία ετυμολογική εκδοχή που αν μήτε άλλο, εξυπηρετεί τους θιασώτες των προβιών, των κουδούνων, των κεράτων και των εξορκισμών. Τους «ραγκουτσαραίους» με λίγα λόγια, και μόνο αυτούς.

Ξεπερνώντας το ετυμολογικό μέρος του συγγράμματος, γίνεται ηλίου φαεινότερο πως ο συγγραφέας μέσω της οπτικής που προσεγγίζει το συγκεκριμένο ζήτημα, υποπίπτει σε διάφορες ανακρίβειες. Και πιο συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο Καρναβάλι της Κοζάνης (όρος που δεν χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους Κοζανίτες), επιχειρεί να το ενάγει σε γνήσιο εκφραστή των Φαλλικών!!

Γεγονός, που όχι μόνο δεν είναι αφορά  την πόλη της Κοζάνης, αλλά αφορά ένα χωριό. Πρόκειται για την Μεταμόρφωση Κοζάνης, που γιορτάζουν τα «Λιουγκατσάρια». Παραλλαγή της λέξης «ραγκουτσάρια» αλλά πάντα με τον ίδιο σκοπό: τον εξορκισμό των κακών πνευμάτων μέσω της βουκολικής ενδυμασίας (επίσης στον Γέρμα: «Λαγκουτσάρια» χωρίς φαλλούς όμως, το ίδιο και σε χωριά της Πιερίας). Και πάλι ο κοινός παρανομαστής, είναι η επαρχία και όχι η πόλη. Φαντάζεσαι αγαπητή ΟΔΟΣ, να επιβάλλουν  τα «Λιουγκατσάρια» και τα Φαλλικά στην Κοζάνη, αντί των Φανών που γιορτάζουν με κάθε επισημότητα; Ξεσηκωμός θα γίνει.

Εκείνο όμως που μου προκάλεσε μεγαλύτερη θλίψη, είναι η προσέγγιση του ίδιου για το Καστοριανό Καρναβάλι. Και στην προσπάθεια του να το ταυτίσει με κάτι φτηνό και υποβαθμισμένο. Να το εξισώσει με τα επαρχιώτικα δρώμενα των αγρών και τη κτηνοτροφία, προσδίδοντάς του «βουκολικό, αγροτικό και συντεχνιακό παρελθόν». Η επιχείρηση ταύτισης του αστικού Καρναβαλιού με τα δρώμενα της επαρχίας και της υπαίθρου, επιχειρήθηκε μέσω μιας ακόμη ετυμολογικής προσέγγισης. Μακριά αυτήν την φορά από rogatores, επαίτες, ρόγες και της παντρειάς Τσάρων και Ραγκού.

Πρόκειται για μία καινούρια ετυμολογική διαστρέβλωση. Στηριζόμενη στα αποκόμματα. «Εξ ου και η σωστή λέξη για το Καστοριανό Καρναβάλι είναι τα «Ρακουτσάρια» εκ του ράκος = απόκομμα!  Και όχι «Ραγκουτσάρια». Τι άλλο θα σκαρφιστούν για να παραμείνουν επίκαιρα τα «Καστοριανά Ραγκουτσάρια», θα το δείξει ο χρόνος.




Αγαπητή ΟΔΟΣ, ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, προσπαθούν εναγωνιωδώς να προσδώσουν μία ονομασία στο Καστοριανό Καρναβάλι, που δεν υπήρξε ποτέ. Που ήταν άγνωστη στους Καστοριανούς. Αναφέρομαι πάντα στην πόλη. Και κατ’ επέκταση, δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από κανέναν Καστοριανό. Όλοι οι Καστοριανοί τα αποκαλούσαν «Καρναβάλια» ή «Πατερίτσα». Κάποιοι φυσικά με λαογραφική  ελαφρότητα και φαντασία, για προσέλκυση ενδιαφέροντος, απέδιδαν στην πόλη τον βουκολικό όρο των δρώμενων των χωριών, όπως τα τελευταία χρόνια, οι τοπικές εφημερίδες γράφουν ότι η «Καστοριά γιορτάζει τα... παραδοσιακά της Κούλουμα»!

Και στην προσπάθεια να επιβάλλουν αυτό που θέλουν, πέφτουν σε αντιφάσεις και ανακρίβειες. Επί σειρά ετών τώρα.  Συνεχώς καταβάλλονται προσπάθειες να δικαιολογήσουν και να ερμηνεύσουν (λες και το θέμα είναι φιλολογικό) μη μπορώντας να εξηγήσουν στους Καστοριανούς –αλλά και να πείσουν τους ίδιους τους εαυτούς - τα ανεξήγητα και ανύπαρκτα «Ραγκουτσάρια», μέχρι πρότινος.  Σήμερα δε «Καστοριανά Ρα-κ-ουτσάρια». Αύριο ίσως σκέτο «Ρακού» ή «Τσάρια».

Αναπόφευκτα όμως η σκέψη μου πηγαίνει κάπου στο κοντινό –ή και στο μακρινό- μέλλον. Τότε που μετά βεβαιότητας οι άνθρωποι της ίδιας «σχολής λαογραφίας, μουσικολογίας και κουλτούρας» θα ενσωματώσουν και τους Μωμόγερους στο αστική παράδοση της Καστοριάς.  Υπενθυμίζω ότι εμφανίστηκαν ξαφνικά φέτος την 1η ημέρα του καστοριανού καρναβαλιού. Προφανώς μέρος του καστοριανού καρναβαλιού, καθ’ ότι οι Μωμόγεροι ήρθαν από την Μεσοποταμία. Όπως συνέβη π.χ. με τον Μπρέγκοβιτς:  που -δυστυχώς- για μία μεγάλη μερίδα της νεολαίας μας είναι πιο Καστοριανός, από την άγνωστη -και προφανώς ξένη- Ρουσούλενα!

Όπως επίσης και τα λεγόμενα «ψησίδια» που λαμβάνουν μέρος κατά το δωδεκαήμερο, έξω από καφέ-μπαρ της πόλης.  Ποιος τολμά να αμφισβητήσει την παράδοση της… Καβάλας (ξεκίνησε όπως είναι γνωστό πριν πολλά χρόνια από τον Εμπορικό Σύλλογο Καβάλας για την τόνωση της χριστουγεννιάτικης αγοράς). Αυτά κι αν είναι καστοριανή παράδοση, ενταγμένη στα προραγκουτσάρια.

Τα παραπάνω με κάνουν να σκέφτομαι, πως με κάποιον αντίστοιχο τρόπο, επικαλούνται την ύπαρξη «ραγκουτσαραίων» στο Καρναβάλι της Καστοριάς. Όπως και το 1956. Όταν ο Σπύρος Μελετζής φωτογράφισε τους «Αργκουτσάρηδες» της Κλεισούρας. Ως φιλοξενούμενους στο Καστοριανό Καρναβάλι. Γιατί είτε «Αργκουτσάρηδες», είτε «Ραγκουτσάρηδες», είτε όπως αυτοί θέλουν να αποκαλούνται, μόνο ως φιλοξενούμενοι στο Καστοριανό Καρναβάλι έκαναν την εμφάνιση τους, εκπροσωπώντας τον τόπο καταγωγής τους. Και ήταν σαφώς καλοδεχούμενοι από τους Καστοριανούς.

Όπως καλοδεχούμενες ήταν οι γαλλίδες μαζορέτες που έφερε ο δήμαρχος της Καστοριάς την δεκαετία του ’70,  ή καλοδεχούμενη η πρωτοβουλία του Συλλόγου Καστοριανού Καρναβαλιού, να καλέσει τον πρόεδρο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Καρναβαλιών στην Καστοριά και να ζητήσει να γίνει μέλος της.

Όπως, καλοδεχούμενοι είναι φυσικά και οι ξένοι Ραγκουτσάρηδες και τα Ρογκάτσια, στο Καστοριανό Καρναβάλι.

Ευχαριστώ για την φιλοξενία.

Γιάννης Σκόρδας



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Ιανουαρίου 2017, αρ. φύλλου  869.
Φωτογραφία: Charles Freger "Wilder Mann"



Σχετικά:

-Δημοσιεύθηκαν το ίδιο χρονικό διάστημα:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.